15/10/2018 | 09:19
Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου
Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Επί ενός ιδιαίτερα σημαντικού ζητήματος, το οποίο κατά καιρούς έχει απασχολήσει την νομολογία έκρινε η υπ. αριθμ. 4996/2017 απόφαση του Ναυτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά και ειδικότερα αυτό, που αφορά την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου (εταιρείας),    καθώς συχνά στην συναλλακτική πρακτική το νομικό πρόσωπο (η εταιρεία) χρησιμοποιείται ως όχημα, για την επίτευξη ατομικών επιδιώξεων του μοναδικού  συνήθως εταίρου της, για την ικανοποίηση των ατομικών οικονομικών του επιδιώξεων και προς βλάβη των συμφερόντων των εταιρικών δανειστών.
Συγκεκριμένα, η ένδικη υπόθεση αφορούσε την δικαστική είσπραξη της απαίτησης από τον ενάγοντα προμηθευτή καυσίμων, σε βάρος των εναγομένων εξωχώριων ναυτιλιακών εταιρειών (off shore), που διαχειρίζονταν εμπορικά πλοία, αλλά και του φυσικού προσώπου, το οποίο, είτε υπήρξε ο ιδρυτής αυτών, είτε συμμετείχε σε άλλες εταιρείες που αποτελούσαν εταίρους αυτών, σε τρόπο ώστε, η πραγματική ασκούμενη οικονομική δραστηριότητα των εταιρειών αυτών να αποτελούσε όχι άσκηση ιδίας εμπορικής δραστηριότητας τους, αλλά όχημα για την εξυπηρέτηση της ατομικής οικονομικής δραστηριότητας του φυσικού αυτού προσώπου.
Η ως άνω απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της τα εξής σημαντικά, αναφορικά με το επίδικο νομικό ζήτημα:
Με την διάταξη του άρθρου 70ΑΚ, που ορίζει ότι, δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο, υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο, καθιερώνεται, ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων, η περιουσιακή αυτοτέλεια αυτών έναντι των μελών του και αντίστροφα, η οποία και αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους .Ωστόσο, η αρχή αυτή κάμπτεται κατ’ εξαίρεση, όταν ο ως άνω διαχωρισμός δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281ΑΚ, 288ΑΚ και 200ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του. Οι περιπτώσεις κατάχρησης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου καταλαμβάνουν στο εταιρικό δίκαιο  πολλές και ποικίλες μορφές, είναι δε δυνατόν να εμφανίζονται, τόσο κατά το στάδιο της ίδρυσης, όσο και κατά το στάδιο της λειτουργίας του νομικού προσώπου.
Δεν συνιστά, κατά την ανωτέρω έννοια, καταχρηστική συμπεριφορά, μόνο η συγκέντρωση όλων, ή των περισσοτέρων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας, ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμα και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος, ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, (ΟλΑΠ 5/1996). Επίσης, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μίας κεφαλαιουχικής εταιρείας, για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας, από έναν, ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει, ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, ούτε επίσης η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας, με αυτά του βασικού μετόχου, ή εταίρου της, ή η συστηματική παροχή από αυτούς εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε και η εμφάνιση αυτών, ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή εκ μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντιστοίχως και τα δικά τους συμφέροντα, κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο.
 
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση, κατά την λειτουργία του εταιρικού δεσμού διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας, ως νομικού προσώπου . Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας, έναντι των μετόχων, ή των εταίρων της υποχωρεί όταν, η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται, ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρούνται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις, που ο κυρίαρχος μέτοχος, ή εταίρος χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα της εταιρείας, για να καταστρατηγήσει το νόμο (παρακάμπτοντας υποχρεώσεις που τον δεσμεύουν ως φυσικό πρόσωπο), ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε και θα ανακύπτει και αδικοπρακτική του ευθύνη), ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση, είτε εταιρικών, είτε ατομικών του υποχρεώσεων, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών, ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά τέτοιας κατάχρησης αποτελούν κυρίως, η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της ατομικής του με την εταιρική περιουσία, αφού εξ αιτίας μεν, της ελλιπούς χρηματοδότησης, ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας, τους κινδύνους από την δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθεμίτως και στην περίπτωση  της συγχύσεως των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία, για τις δικές του δραστηριότητες, ή αντίστροφα επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου, που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση, ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται με την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει, η άρση, ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους, ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν, ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους, ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαιτέρως, όταν οι τρίτοι που συνεβλήθησαν με την εταιρεία, ή τον βασικό μέτοχο, ή εταίρου της, οδηγήθηκαν στην συγκεκριμένη συναλλαγή, εξαιτίας της εμφανιζόμενης σε αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά περιορίζεται μόνο για την συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια της, με την έννοια ότι, η εταιρεία, ή ανάλογα ο βασικός μέτοχος, ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρον για τις ζημιογόνες συνέπειες της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές, με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς τον βασικό μέτοχο ή εταίρο, είτε αντίστροφα ( ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 537/2016).
Στο πλαίσιο αυτό ακριβώς εντάσσεται και αξιολογείται και η συνηθισμένη στην ναυτιλία δραστηριότητα, κατά την οποία ο επιχειρηματίας, που δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά μία, ή περισσότερες εταιρείας στο εσωτερικό, ή εξωτερικό της χώρας, οι οποίες αγοράζουν ένα, ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε απευθείας οι ίδιες, είτε με ανάθεση της διαχείρισης τους σε άλλη εταιρεία, η οποία προϋπήρχε, ή ιδρύεται για τον σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό τους .Κατά αυτόν τον τρόπο τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας εταιρείας, αλλά συνήθως και της διαχειρίστριας εταιρείας διατηρεί ο επιχειρηματίας, που συμμετέχει κατά κανόνα και στην διοίκηση τους, και ως βασικός μέτοχος, ή εταίρος τους και κερδοσκοπεί έμμεσα με την απόληψη των κερδών της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει από μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στον επιχειρηματία, αφού λείπει από αυτόν η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου για λογαριασμό του. Αντίθετα, ο επιχειρηματίας θα είναι και εφοπλιστής κατά την έννοια του άρθρου 105 του ΚΙΝΔ, αν αποδειχθεί ότι, οι παραπάνω εταιρείες είναι εικονικές, ή δραστηριοποιούνται κυρίως για λογαριασμό του και ότι, αυτός ασκεί στην πραγματικότητα για τον εαυτό του την εκμετάλλευση του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση, οπότε εκτός από την απολαβή των κερδών πρέπει να επωμίζεται και ο ίδιος και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του.
Τέλος, διαφορετική είναι η περίπτωση, κατά την οποία αποδεικνύεται ότι. οι εταιρείες αυτές: 1) είναι εικονικές, 2) χρησιμοποιήθηκαν ως παρένθετο πρόσωπο, με την έννοια της κάλυψης υποκρυπτόμενου προσώπου και 3) ότι δεν έχον αναπτύξει καθόλου συναλλακτική οργάνωση και δράση, ή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι στην πραγματικότητα τη νομή του πλοίου και την ναυτιλιακή επιχείρηση ασκεί ο ως άνω επιχειρηματίας για λογαριασμό του, πράγμα το οποίο συμβαίνει ιδίως, όταν συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει προσωπικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνο .Ειδικότερα, από τις ως άνω τρεις ;διακριτές περιπτώσεις, η συνδρομή μεμονωμένα της δεύτερης, δηλαδή η άσκηση εμπορίας αφανώς από φυσικό πρόσωπο, δια παρενθέτου νομικού  προσώπου, χωρίς άλλο δεν αποδοκιμάζεται, ως εμπορική πρακτική από την έννομη τάξη και αφετηριάζει μόνο τις έννομες συνέπειες : 1) της απόκτησης της εμπορικής ιδιότητας και από το κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο, πίσω από το νομικό πρόσωπο, που ενεργεί εμφανώς τις εμπορικές πράξεις,και 2) την εις ολόκληρον ενοχή τόσο του φαινόμενου νομικού προσώπου σαν εμπόρου, όσο και του κρυπτόμενου πίσω από αυτό φυσικού προσώπου, για τις δημιουργούμενες από τη δράση του φαινόμενου εμπόρου ενοχές , χωρίς η καθιερούμενη αυτή εις ολόκληρον ενοχή. να αποτελεί  επέκταση - μετακύλιση των εννόμων συνεπειών του φαινόμενου νομικού προσώπου στο πλαίσιο της παραχώρησης της νομικής προσωπικότητας. ή της άρσης – κάμψης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ή της άρσης του πέπλου του νομικού ενδύματος του φαινόμενου νομικού προσώπου, που θεμελιώνεται μόνο όταν, μεσολαβεί κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, με την συνδρομή και των παραπάνω αναφερομένων στοιχείων.
Tags: Δικαιοσύνη, Επαγγελματικά, Νομοθεσία Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 823 φορές

Σχετικές Ειδήσεις