26/11/2017 | 00:30
Διεθνή οικονομία: Κίνα – ΗΠΑ, ανταγωνισμός και συνεργασία
Διεθνή οικονομία: Κίνα – ΗΠΑ, ανταγωνισμός και συνεργασία

Νέες οικονομικές συμφωνίες αξίας πάνω από 250 δισ. δολάρια

 

Η Ανατολική Ασία όσο και αν απέχει γεωγραφικά από την Ευρώπη σε καμιά περίπτωση δεν απέχει και οικονομικά. Έτσι ό,τι συμβαίνει εκεί επηρεάζει την Ευρώπη και όλο τον κόσμο. Άλλωστε, ο χώρος της Ανατολικής Ασίας, μαζί με το υποθαλάσσιο μέρος της, από καιρό τώρα επανήλθε σε έντονους ανταγωνισμούς παγκοσμίων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων με αποτέλεσμα να σιγοβράζει το καζάνι συγκρούσεων που είδαμε και στον 20ο αιώνα. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καταστροφική για τον πλανήτη.

 

Οι δύο μεγάλες οικονομικές δυνάμεις που ανταγωνίζονται περισσότερο στην περιοχή είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα με ισχυρές στρατηγικές παρουσίες της Ρωσίας και της Ιαπωνίας. Και το πρόβλημα που πρέπει να λύσουν είναι η επιλογή της σύγκρουσης ή της συνεργασίας. Για την ώρα, όπως βλέπουμε και με το κορεατικό ζήτημα και οι δύο επιλογές κρατιούνται στο τραπέζι.

 

Η πρόσφατη επίσημη επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, στο πλαίσιο πολυήμερης περιοδείας του σε Ασία - Ειρηνικό, υποτίθεται ότι έδωσε μια ώθηση στη συνεργασία αφού επισφράγισε την υπογραφή διμερών οικονομικών συμφωνιών αξίας πάνω από 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Για τη σημασία αυτών των συμφωνιών γράφτηκαν πολλά. Για παράδειγμα, αρκετοί (επικριτές του Τραμπ στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά όχι μόνο) αμφισβήτησαν το αν τελικά οι συμφωνίες θα εφαρμοστούν, άλλοι υποστήριξαν ότι εν μέρει αποτελούν επιχειρηματικά παζάρια που έχουν ξεκινήσει εδώ και χρόνια, χωρίς να έχουν καταλήξει οριστικά, κ.ο.κ.

 

Ανεξάρτητα από το βαθμό στον οποίο ισχύουν τέτοιες επισημάνσεις, η ουσία είναι πως η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στα αμερικανικά και τα κινεζικά κεφάλαια μεγαλώνει, όπως είναι άλλωστε λογικό να συμβαίνει στις σημερινές συνθήκες ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας, σε συνθήκες όπου η διεθνοποίηση της παραγωγής είναι τεράστια. Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για τις δύο ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου, δηλαδή για μονοπωλιακούς ομίλους που απλώνονται όλο και πιο ορμητικά, σε όλο και περισσότερους κλάδους, σε όλες τις πλευρές του πλανήτη.

 

Αναδεικνύεται ότι παράλληλα με γεωπολιτικούς και πολυεπίπεδους ανταγωνισμούς που δυναμώνουν, πολιτικοί και φυσικοί εκπρόσωποι των οικονομιών κάθε πλευράς αναπτύσσουν ή εξετάζουν και συνεργασίες σε διάφορους τομείς, που μεγαλώνουν τη ρευστότητα των ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων, την πίεση για αναζήτηση συμβιβασμών.

 

Μέσα σε ένα τόσο σύνθετο πλαίσιο, και με φόντο την ανησυχία για τους ρυθμούς ανάπτυξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, ξεδιπλώνονται οι κινήσεις και αναμορφώνονται οι προτεραιότητες ισχυρών κέντρων, αυξάνοντας την αβεβαιότητα για την εξέλιξη σχεδιασμών αντίπαλων ή σύμμαχων συμφερόντων.

 

Στοιχεία για τις διμερείς σχέσεις

 

Στις 9 Νοέμβρη, ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Γουίλμπουρ Ρος περηφανεύτηκε για τη σύναψη επενδυτικών συμφωνιών αξίας 250 δισ. δολαρίων, συμπληρώνοντας: «Οι αμερικανικές εταιρείες είναι οι πιο καινοτόμες στον κόσμο και, όταν διασφαλίζουν πρόσβαση (στις αγορές) μπορούν να ανταγωνιστούν τον οποιονδήποτε». Ξεκαθάρισε έτσι ότι και τις νέες συμφωνίες υπαγορεύει ακριβώς ο στόχος της στρατηγικής που η κυβέρνηση Τραμπ έχει συμπυκνώσει στο «πρώτα η Αμερική» («America First») και το «Αμερική μεγάλη ξανά» (America Great again). Δηλαδή, ο στόχος για υπεράσπιση των στρατηγικών συμφερόντων του αμερικανικού κεφαλαίου, που υπό την πίεση ανακατατάξεων στη διεθνή οικονομική πυραμίδα αναπροσαρμόζει τακτική και προτεραιότητες, προκειμένου να διαφυλάξει τη δύναμή του απέναντι σε παλιούς και νέους αντιπάλους.

 

Η αλληλεξάρτηση

 

Τα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου δείχνουν ότι μόνο το πρώτο 9μηνο του 2017, οι εισαγωγές της Κίνας προς τις ΗΠΑ καταγράφηκαν στα 364.773,1 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα καταγράφηκαν μόλις στα 91.013,8 εκατομμύρια δολάρια. Δηλαδή το έλλειμμα έφτασε τα 273.759,3 εκατομμύρια δολάρια.

 

Βέβαια, θα ήταν πολύ απλοϊκό να χρησιμοποιηθούν μόνο τα παραπάνω στοιχεία για να εντοπίσει κανείς χαμένους και κερδισμένους από την πορεία της οικονομικής συνεργασίας ΗΠΑ - Κίνας. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία που παρέθεσαν με αφορμή την επίσκεψη Τραμπ και κινεζικές εφημερίδες, καταγράφοντας τις διαστάσεις της μεγάλης αλληλεξάρτησης των επιχειρηματικών ομίλων τη σημερινή εποχή.

 

Οπως περιέγραφε στις 8/11 η «Τσάινα Ντέιλι»,«αν και η Κίνα εξακολουθεί να βλέπει εμπορικό πλεόνασμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό δε σημαίνει ότι η Κίνα κερδίζει ενώ οι ΗΠΑ χάνουν. Περίπου το 40% από αυτό το πλεόνασμα, στην πραγματικότητα παράγεται από αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα...».

 

Ενδιαφέρον είχαν ακόμα πολλά στοιχεία που ξεχώριζε το ίδιο δημοσίευμα, όπως:

-- Η Κίνα είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ, ενώ οι ΗΠΑ είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος για την Κίνα. Το διμερές εμπόριο έφτασε στα 519,6 δισ. δολάρια το 2016, από 2,5 δισ. δολάρια το 1979, όταν συνάφθηκαν διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές.

-- Μέσα στο πρώτο 9μηνο του 2016, το διμερές εμπόριο αυξήθηκε κατά 13,7% σε σχέση με πέρυσι. Οι εξαγωγές της Κίνας στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 11,5%, ενώ οι εισαγωγές της Κίνας από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 20%.

-- Η Κίνα δέχεται το 26% των αεροσκαφών τύπου Boeing που οι ΗΠΑ εξάγουν, το 15% των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων που παράγονται στις ΗΠΑ. Ακόμα, το 56% της αμερικανικής παραγωγής σόγιας και το 15% των αμερικανικών γεωργικών προϊόντων.

-- Την τελευταία δεκαετία, ο μέσος όρος ετήσιας αύξησης των αμερικανικών εξαγωγών στην Κίνα ήταν 11%, ενώ ο μέσος όρος ετήσιας αύξησης των κινεζικών εξαγωγών στις ΗΠΑ ήταν 6,6%.

-- Οι ΗΠΑ διατηρούν απέναντι στην Κίνα το εμπορικό πλεόνασμα στον τομέα των υπηρεσιών, που αυξήθηκε κατά 30 φορές μεταξύ 2006 - 2016. Μέσα στην ίδια δεκαετία, το διμερές εμπόριο σε υπηρεσίες αυξήθηκε συνολικά τρεις φορές.

 

Για τις τελευταίες συμφωνίες

 

Στις τελευταίες συμφωνίες που υπογράφτηκαν μεταξύ αμερικανικών και κινεζικών επιχειρήσεων, ξεχωρίζουμε ονόματα πανίσχυρων μονοπωλιακών κολοσσών, που αναζητούν έδαφος για να κυριαρχήσουν στον έναν ή τον άλλο κλάδο, ή έστω για να διώξουν από τον επιχειρηματικό χάρτη τον έναν ή τον άλλο ανταγωνιστή. Η ορμή με την οποία ξεδιπλώνουν σε κάθε τομέα, χώρα, μονάδα παραγωγής την αντεργατική τους επίθεση, όπως και η ορμή με την οποία παίρνουν τον φυσικό και άλλο πλούτο των λαών σε κάθε ήπειρο, είναι ίδια, ανεξάρτητα από την εθνική καταγωγή ή το πού γεννήθηκαν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τους. Η από το αν έχουν την έδρα τους στο Πεκίνο, τη Σαγκάη, την Ουάσιγκτον, τη Νέα Υόρκη.

 

Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ:

  • Η αμερικανική «Alaska Gasline Development Corporation» (AGDC) υπέγραψε Συμφωνία Κοινής Ανάπτυξης με τις κινεζικές «China Petrochemical Corp» (Sinopec), «China Investment Corporation» και «Bank of China» για την ανάπτυξη υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Αλάσκα. Το υπουργείο μιλά για επένδυση συνολικής αξίας 43 δισ. δολαρίων.

  • Η τοπική κυβέρνηση της αμερικανικής πολιτείας Δυτική Βιρτζίνια υπέγραψε μνημόνιο κατανόησης με τον κινεζικό όμιλο «Shenhua», για την ανάπτυξη σχιστολιθικού αερίου σε πετροχημικές βιομηχανίες στη συγκεκριμένη πολιτεία. Η αξία της συμφωνίας αυτής εκτιμάται στα 83 δισ. δολάρια, αλλά σε βάθος 20ετίας.

  • Η «Boeing» υπέγραψε Συμφωνία Γενικών όρων με την «China Aviation Supplies Holding Company» (CASC) για την πώληση 300 αεροσκαφών, συνολικής αξίας περίπου 38 δισ. δολαρίων.

  • Οι «Ford Trading Company LLC» και «Ford Motor Company» υπέγραψαν με Κινέζους εταίρους συμφωνίες για την εξαγωγή στην Κίνα την επόμενη τριετία οχημάτων «Ford» και «Lincoln», αξίας 10 δισ. δολαρίων, που έχουν κατασκευαστεί στις ΗΠΑ.

  • Η« Qualcomm» υπέγραψε τρία «μη δεσμευτικά μνημόνια κατανόησης» με τις κινεζικές «Xiaomi», «Oppo» και «Vivo» για πώληση ημιαγωγών, αξίας σχεδόν 12 δισ. δολαρίων, αλλά σε βάθος 3ετίας.

  • Η «General Electric» (GE) υπέγραψε με την «Juneyao Airlines» συμφωνία να την προμηθεύσει με μηχανές αεροσκαφών, αξίας 1,1 δισ. δολαρίων.

 

Μεταξύ άλλων, πιο αόριστες είναι:

-- Η Πενταετής Συμφωνία Στρατηγικού Πλαισίου μεταξύ «Caterpillar» και «China Energy Investment Corp».

-- Το Μνημόνιο Κατανόησης για την μακροπρόθεσμη συνεργασία για αγορά και πώληση LNG μεταξύ «Cheniere Energy» και «China National Petroleum Corporation».

-- Η δημιουργία της China-US Industrial Cooperation Parthnership, ως συμφωνία της «Goldman Sachs» και της «China Investment Corporation».

 

Ηδη, οι συμφωνίες που υπογράφτηκαν έχουν αναζωπυρώσει διάφορες συζητήσεις στους επιχειρηματικούς κλάδους, με δεδομένο ότι η αμερικανική όσο και η κινεζική αγορά είναι τεράστιες και κάθε δεδομένο που αλλάζει, επηρεάζει ποικιλότροπα ευρύτερες ισορροπίες. Μεταξύ άλλων, αναλυτές εκτιμούν ότι αν προχωρήσει κανονικά η συμφωνία για την Αλάσκα και τη Δυτική Βιρτζίνια, τότε αυτό θα σηματοδοτήσει ουσιαστικά ένα γερό μπάσιμο κινεζικών κεφαλαίων στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων των ίδιων των ΗΠΑ.

 

Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένεται επίσης το πώς θα εξελιχθεί η πώληση αμερικανικού φυσικού αερίου στην αχανή Κίνα, που διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 6%, και υπό το βάρος μάλιστα διεθνών συμφωνιών για μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων και στροφή σε πιο «φιλικές για το περιβάλλον» μορφές Ενέργειας.

 

 

 

Πηγή: Ριζοσπάστης

 

 

 

ΣΒ

 

Tags: Οικονομία, Πολιτική Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 974 φορές

Σχετικές Ειδήσεις