08/01/2018 | 12:41
Δικαστική απόφαση σε β' βαθμό για δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο
Δικαστική απόφαση σε β' βαθμό για δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο
Του Κωνσταντίνου Λάιου, Νομικού συνεργάτη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών

Θετική για τους προσφεύγοντες δανειολήπτες που είχαν πάρει δάνεια σε ελβετικό φράγκο, είναι πρώτη εφετειακή απόφαση από το Τριμελές Εφετείο του Πειραιά (791/2017) η οποία είναι άμεσα εκτελεστή, υποχρεώνοντας την τράπεζα να δέχεται την εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεων των πελατών της με την παλιά ισοτιμία.
Μετά από μία σειρά αντίθετων αποφάσεων από τον πρώτο βαθμό κρίσης (σ.σ.: Πολυμελή Πρωτοδικεία) το Εφετείο του Πειραιά, εξέδωσε κατά πλειοψηφία, δύο ημέρες πριν τον νέο χρόνο μία πολυσέλιδη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της τράπεζας, κρίνοντας ουσιαστικά ότι τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο είναι επενδυτικά προϊόντα, για τους κινδύνους των οποίων ο καταναλωτής όφειλε να ενημερώνεται λεπτομερώς, πράγμα που δεν έγινε από τους υπαλλήλους της τράπεζας. Αποτέλεσμα, όταν η ισοτιμία ευρώ- ελβετικού φράγκου κατέγραψε μεγάλη μείωση έναντι του ευρώ, οι δανειολήπτες αποπλήρωναν μεν τις δόσεις, το κεφάλαιο όμως παρέμενε "ανέπαφο", ή και αυξανόταν.
Οι δικαστές του Εφετείου, μελετώντας τους όρους της δανειακής σύμβασης των δύο προσφευγόντων έκριναν στην απόφαση τους ότι ο επίμαχος όρος της ισοτιμίας αντίκειται στην αρχή της διαφάνειας, αφού δεν "περιείχε το σ’ αυτόν καμία κρούση για τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβαναν αποκλειστικά και μόνο οι εφεσίβλητοι και τούτο διότι, δεν αποκαλύπτει στους εφεσίβλητους τον ακριβή τρόπο λειτουργίας του ως άνω μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας, τις ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής ξένου νομίσματος καθώς και τη σχέση του μεταξύ του μηχανισμού αυτού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε οι εφεσίβλητοι να μπορούν να προβλέψουν βάσει ευδιάκριτων κριτηρίων τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου που συνοδεύει τις ένδικες δανειακές συμβάσεις, που έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια. Επομένως ο όρος αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της διαφάνειας".
Σύμφωνα μάλιστα με το σκεπτικό της απόφασης, οι επιστολές που εστάλησαν από την τράπεζα προς τους δανειολήπτες (σ.σ κάνοντας αναφορά στον συναλλαγματικό κίνδυνο) εστάλησαν μετά την υπογραφή των συμβάσεων, και συνεπώς οι οφειλέτες δεν είχαν την δυνατότητα να αντιληφθούν την επικινδυνότητα του εν λόγω προϊόντος, "δεδομένου ότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας εξαρτάται από σειρά απρόβλεπτων προσδιοριστικών παραγόντων (κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, πληθωρισμός, ισοζύγιο πληρωμών, τον τρόπο δράσης και τις πολιτικές ενός κράτους, αλλά και της Κεντρικής Τράπεζας του)...Οι εφεσίβλητοι αγνοούσαν ανυπαιτίως ότι ήδη από το έτος 2007 ελλόχευε ο συναλλαγματικός κίνδυνος υποτίμησης του ευρώ σε ποσοστό 30%, γεγονός, που από τότε είχε πληροφορηθεί η Τράπεζα από την έκθεση του ιδίου έτους του ΔΝΤ, αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της εφετειακής απόφασης.
Απαντώντας στους βασικούς ισχυρισμούς της τράπεζας ότι οι δανειολήπτες θα έπρεπε να έχουν αντιληφθεί τους κινδύνους που αναλαμβάνουν, παίρνοντας τα επίμαχα δάνεια, το Εφετείο αποφαίνεται, ότι τα εν λόγω δάνεια δεν ήταν απλά δάνεια, αλλά ευθέως συνδεδεμένα με την αγορά συναλλάγματος. Συνεπώς η ενημέρωση τους θα έπρεπε να ήταν επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να λάβουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις και έπρεπε κατ' ελάχιστον να περιλαμβάνει τις επιπτώσεις που θα είχε όχι μόνο στις δόσεις αλλά και στο κεφάλαιο του δανείου, μία σοβαρή υποτίμηση του ευρώ και τυχόν αύξηση του ελβετικού φράγκου. " Πολύ δε περισσότερο στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην οποία οι επίδικες δανειακές συμβάσεις, δεν αποτελούσαν απλές συμβάσεις στεγαστικού δανείου, αλλά στην ουσία ένα πολυσύνθετο χρηματοοικονομικό προϊόν".
Μάλιστα, για τους εφέτες δικαστές, η τράπεζα όφειλε να είχε αναθέσει σε ειδικούς συμβούλους την ενημέρωση των δανειοληπτών. Σύμφωνα με την ίδιες αναφερόμενες σκέψεις, το πιστωτικό ίδρυμα είχε στους κόλπους του υπάλληλο, ο οποίος είχε βραβευθεί για τις επιτυχείς προβλέψεις του για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ήταν γνώστης της λειτουργίας και του μηχανισμού της συναλλαγματικής ισοτιμίας, "κατά συνέπεια η τράπεζα γνώριζε πολύ καλά ότι επέκειτο μεγάλη υποτίμηση του ευρώ και τέτοια μεταβολή που θα ανέτρεπε τις δικαιολογημένες προσδοκίες των εφεσιβλήτων".
Κατά την κρίση του δικαστή που μειοψήφισε, η έφεση της τράπεζας πρέπει να γίνει δεκτή, καθώς ο επίμαχος όρος της σύμβασης δεν συγκαλύπτει ούτε διαστρεβλώνει το περιεχόμενο του, το οποίο οι δανειολήπτες ήταν σε θέση να αντιληφθούν, ώστε να εκτιμήσουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο.
"Οι παραδοχές της υπ’ αριθμ. 791/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά είναι αποκαλυπτικές για τη συνθετότητα των συγκεκριμένων προϊόντων, τα οποία εμπεριέχουν σαφή επενδυτικά χαρακτηριστικά, την έλλειψη προσυμβατικής ενημέρωσης των δανειοληπτών για τους κινδύνους που ελλοχεύει η επιλογή τέτοιου είδους δανείων, αλλά και για την αδιαφάνεια που ενέχει ο συγκεκριμένος επίμαχος Γενικός Όρος Συναλλαγών, δηλαδή ο ΓΟΣ αποπληρωμής με βάση την τρέχουσα ισοτιμία και όχι την ισοτιμία της εκταμίευσης. Περαιτέρω γίνεται σαφής μνεία ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι επίκειται ραγδαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού νομίσματος, ωστόσο επέλεξε να προωθήσει μαζικά στην αγορά τη χορήγηση των εν λόγω προϊόντων".
 
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
Τριμελές Εφετείο Πειραιά 791 / 2017
 
Δάνεια σε ελβετικό φράγκο - Ρήτρα σε αξία συναλλάγματος - Αναπροσαρμογή οφειλής -Παραβίαση ΠΔΤΕ 2501/2002 -Ρύθμιση άρθρου 291 ΑΚ - Πρόσθετη παρέμβαση σωματείου - Προστασία καταναλωτών - Προστασία δόσης-μετατροπή - Αρχή διαφάνειας - Καταχρηστικοί όροι ΓΟΣ - Αντίθεση του ΓΟΣ ισοτιμίας στην αρχή της διαφάνειας – Γνώση Τράπεζας για επερχόμενη αλλαγή στην συναλλαγματική ισοτιμία - Αντιστάθμιση συναλλαγματικού κινδύνου από Τράπεζα-.
Αγωγή με την οποία ζητείται η ακυρότητα συμβάσεων στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο, άλλως η αναγνώριση της ακυρότητας καταχρηστικού ΓΟΣ που περιέχει ρήτρα σε αξία συναλλάγματος και στη συνέχεια την αναπροσαρμογή της οφειλής σε ευρώ κατ’ εφαρμογή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Απόρριψη πρόσθετης παρέμβασης σωματείου δανειοληπτών λόγω έλλειψης άμεσου έννομου συμφέροντος.
Αναγνώριση της αδιαφάνειας και της καταχρηστικότητας ΓΟΣ βάσει των οποίων η αποπληρωμή των δανείων θα γινόταν με βάση την κυμαινόμενη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ.
Αναγνώριση ότι οι οφειλόμενες καταβολές πρέπει να υπολογίζονται με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων ισοτιμία κατά την ημέρα εκταμίευσης των δανείων.
Προστασία καταναλωτών. Κρίθηκε ότι η προστασία των δόσεων των δανείων ήταν ανεπαρκής και βλαπτική για τους εφεσίβλητους δανειολήπτες, διότι ήταν περιορισμένη χρονικά και αφορούσε την περίπτωση μόνο δυσμενούς μεταβολής στην ισοτιμία, ενώ αφορούσε μόνο τη δόση και όχι το κεφάλαιο. Ως προς τη δυνατότητα μετατροπής του νομίσματος του δανείου σε ευρώ δεν παρείχετο καμία δυνατότητα οποιασδήποτε προστασίας στους εφεσιβλήτους, διότι οι προϋποθέσεις που τίθενται για τη μετατροπή απετέλεσαν τους λόγους για τους οποίους οι εφεσίβλητοι δεν διακινδύνευσαν να ζητήσουν τη μετατροπή, καθώς αυτοί αγνοούσαν αφενός αν θα γινόταν αποδεκτό το αίτημα και αφετέρου πώς και ποια ακριβώς ημέρα, μετά την πάροδο του μηνός από την υποβολή του αιτήματος, θα είχε διαμορφωθεί η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων. Κρίθηκε ότι ο επίμαχος ΓΟΣ δεν είναι σαφής και κατανοητός και δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της διαφάνειας και κατ’ επέκταση είναι καταχρηστικός και άκυρος. Αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις προαναφερόμενες οικονομικές συνέπειες του επίμαχου όρου που αποτελεί την αιτία διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών των εφεσιβλήτων ως προς το ότι αν κατέβαλαν ανελλιπώς τις συμφωνηθείσες δόσεις, το ποσό της οφειλής τους θα μειωνόταν και δεν θα αυξανόταν λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου. Παραβίαση εκ μέρους της τράπεζας της υποχρεώσεως που υπείχε να ενημερώσει επαρκώς τους δανειολήπτες πριν από την σύναψη των δανειακών συμβάσεων ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν την επικινδυνότητα του εν λόγω προϊόντος. Μη εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 291 ΑΚ, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο επίμαχος όρος επαναλαμβάνει την εν λόγω διάταξη, η οποία συνιστά ρύθμιση ενδοτικού δικαίου. Αποδείχθηκε ότι η επερχόμενη αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία ήταν εν γνώσει της τράπεζας. Επίσης αποδείχθηκε ότι η τράπεζα είχε φροντίσει να εξασφαλισθεί από την μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου-ευρώ, κάνοντας χρήση των παραγώγων προϊόντων ανταλλαγής συναλλάγματος και επιτοκίων και προβαίνοντας στην υπογραφή συμφωνίας με την Ελβετική Κεντρική Τράπεζα.
Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατʼ ουσία (Αντίθετη μειοψηφία).
Στην υπό κρίση περίπτωση οι εφεσίβλητοι καθ' ών ο πρόσθετος λόγος εφέσεως, με την προαναφερομένη (329/16-1-2015) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, εξέθεσαν ότι στις αρχές Νοεμβρίου 2006 απευθύνθηκαν στο υποκατάστημα της ήδη εκκαλούσας Τραπεζικής εταιρείας στο Κερατσίνι Αττικής, προκειμένου να λάβουν δάνεια που θα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες τους αποπληρωμής προγενέστερου στεγαστικού δανείου για οικόπεδο που απέκτησαν με αγορά στην Ακρατα Αχαΐας αφενός και αφετέρου για την αποπεράτωση και βελτίωση μιας ισόγειας εξοχικής κατοικίας που υπήρχε εντός του εν λόγω οικοπέδου. Οτι η εναγομένη, κατά τον επίμαχο χρόνο, προωθούσε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα οποία διαφήμιζε για το ανταγωνιστικό χαμηλό επιτόκιο που εξασφάλιζαν, και δη αυτό του Libor (CHF), αλλά και την χωρίς κίνδυνο σύναψη των δανειακών αυτών συμβάσεων, όπως τους ενημέρωναν οι υπάλληλοι της εκκαλούσας. Ότι, παρότι λογιστές, δεν ασκούσαν ούτε άσκησαν ποτέ κατ' επάγγελμα χρηματοοικονομικές πράξεις με αντικείμενο την αγοραπωλησία συναλλάγματος ή ανταλλαγή νομισμάτων και τη συναλλαγματική ισοτιμία νομισμάτων. Ότι, παρά το ότι δεν διέθεταν εισοδήματα σε Ελβετικά φράγκα, λόγω των προαναφερομένων και επικοινωνουμένων ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2006 από την εκκαλούσα και τους υπαλλήλους της πλεονεκτημάτων των στεγαστικών δανείων σε Ελβετικό φράγκο, προς κάλυψη των ως άνω στεγαστικών αναγκών τους συνήψαν στις 22-11-2006, 8-12-2006 και 16-3-2007 τις με αριθμούς ..., αντιστοίχως, διαδοχικές δανειακές συμβάσεις στεγαστικών δανείων με την εκκαλούσα, με βάση τους προδιατυπωμένους από την εκκαλούσα γενικούς  όρους συναλλαγής (ΓΟΣ) που ενσωματώνονταν στις παραπάνω έντυπες συμβάσεις των επιδίκων δανείων και τα δύο προσαρτήματα τους. Ότι, δυνάμει των συμβάσεων αυτών συμφωνήθηκαν τοκοχρεωλυτικά στεγαστικά δάνεια ποσών συναλλάγματος σε ελβετικό φράγκο ύψους 58.089,87, 192.546,72 και 40.619,37 αντιστοίχως, συνολικής διάρκειας 120 μηνών (10 ετών), 360 μηνών (30 ετών) και 180 μηνών (15 ετών), αντιστοίχως για τις συμβάσεις αυτές και με κυμαινόμενο επιτόκιο υπολογιζόμενο με βάση το Libor (CHF) μηνιαίας διάρκειας προσαυξημένο κατά 1,75%, 1,45% και 2,25% αντιστοίχως και για κάθε μια από τις προαναφερόμενες συμβάσεις. Ότι, στις συμβάσεις αυτές προσχώρησαν χωρίς να έχουν την δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων των δανείων τους, και του' τρόπου υπολογισμού των οφειλομένων δόσεων σε ευρώ ή σε Ελβετικό φράγκο. Ότι στις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις προεβλέπετο προστασία τους από πιθανές διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μόνο για τις 36 πρώτες μηνιαίες δόσεις και για ποσοστό μείωσης 5%, η οποία όμως είχε ελάχιστο αντίκρυσμα και έγινε από την πλευρά της εκκαλούσας προκειμένου να τους δελεάσει στην υπογραφή των συμβάσεων. Στη συνέχεια, ότι συνήψαν τις συμβάσεις αυτές με τους προδιατυπωμένους απ' την εκκαλούσα όρους, οι οποίοι κατά τα προαναφερόμενα δεν ετέθησαν υπό διαπραγμάτευση, απλώς η εκκαλούσα τους ενημέρωσε για τους πιθανούς κινδύνους από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας με μια επιστολή, στην οποία ωστόσο υπερτονίζονταν τα οφέλη από την αποδυνάμωση του ελβετικού νομίσματος έναντι του Ευρώ, ενώ γινόταν απλή αναφορά για την τυχόν ζημία τους στην αντίθετη περίπτωση, ήτοι στην ενδυνάμωση του Ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, και καμία άλλη εκτενής ενημέρωση δεν τους έγινε σχετικά. Ότι, στις επίδικες δανειακές συμβάσεις η εκκαλούσα  είχε συμπεριλάβει αδιαφανείς και καταχρηστικούς όρους που αφορούσαν την αποπληρωμή των δανείων τους με βάση την κυμαινόμενη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων (Ελβετικό φράγκο - ευρώ). Ότι τα ποσά των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων σε ελβετικό φράγκο εκταμιεύθηκαν σε Ευρώ, ήτοι 36.013,56 Ευρώ για την πρώτη σύμβαση, 119.445,85 Ευρώ για τη δεύτερη και 24.828,46 Ευρώ για τη τρίτη, ποσά τα οποία τους μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα χωρίς στην πραγματικότητα να λάβουν κανένα ποσό συναλλάγματος, ανεξάρτητα από τη μετατροπή που έκανε η τράπεζα στην αντίστοιχη ισοτιμία συναλλάγματος μόνο λογιστικά. Ότι όπως προεκτίθεται, κατά την σύναψη των συμβάσεων ήταν γνωστό στην εκκαλούσα, ότι οι ίδιοι δεν διέθεταν εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο και συνεπώς θα εξοφλούσαν τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις για την αποπληρωμή των δανείων τους σε Ευρώ, οι οποίες κατά την διάρκεια των ετών 2007, 2008, 2009 και τους πρώτους μήνες του 2010 παρουσίαζαν μικρές αποκλίσεις, το έτος 2011 αυξήθηκαν σταδιακά και όταν τον Ιούλιο του ίδιου έτους ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 1.222,28 Ευρώ, απευθύνθηκαν στην εκκαλούσα προκειμένου να ρυθμίσουν τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής των δανείων τους σε μικρότερα ποσά, οι υπάλληλοι της εκκαλούσας εξακολουθούσαν να τους καθησυχάζουν ότι η μεταβολή της ισοτιμίας σε βάρος του ευρώ ήταν παροδική. Έτσι μέχρι την 1-10-2014 κατέβαλαν εμπρόθεσμα και κανονικά τις μηνιαίες δόσεις των δανείων τους, οι οποίες συνεχώς αυξάνονταν, με συνέπεια το άληκτο κεφάλαιο των δανείων να ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που είχαν αρχικά δανεισθεί κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω συμβάσεων (τέλος 2006, αρχές 2007). Ότι μετά ταύτα, διαμαρτυρήθηκαν στην εκκαλούσα με εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία τους, με την οποία ζητούσαν τον υπολογισμό των μηνιαίων δόσεων και του υπολοίπου των δανείων τους με βάση την ισοτιμία  Ελβετικού φράγκου-ευρώ κατά την ημέρα εκταμίευσης, κάτι που αρνήθηκε η εκκαλούσα, επικαλεσθείσα πλήρη γνώση τους για όλα τα αναφερόμενα στην εξώδικη τους.
 
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατά την κύρια βάση της αγωγής τους, να αναγνωριστεί ότι οι μεταξύ των ιδίων και της εναγομένης άνω συμβάσεις στεγαστικών δανείων με αριθ.… αντίστοιχα είναι ανυπόστατες, καθώς ουδέποτε έλαβε χώρα, κατά τη συναλλακτική τους σχέση, μεταβίβαση της κυριότητας  και παράδοση του δανεισθέντος ποσού των ελβετικών φράγκων, όπως απαιτείται με βάση τον καταρτιζόμενο χαρακτήρα των δανειακών συμβάσεων, αφού κάθε οφειλή τους σε ελβετικό φράγκο προέκυψε μόνο εικονικά και λογιστικά και όχι από πραγματική μεταβίβαση του ποσού αυτού, με συνέπεια να μη θεμελιώνεται καμιά νόμιμη αξίωση της εναγόμενης σε βάρος τους για επιστροφή του συνολικού ποσού των 291.255,96 ελβετικών φράγκων.
Επικουρικά, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι ίδιες συμβάσεις, ως αντίθετες σε ισχύουσες απαγορευτικές διατάξεις νόμου κατά το άρθρο 174 Α.Κ, και συγκεκριμένα σ' αυτές της Π.Δ.Τ.Ε. 1955/1991, που προβλέπουν ότι η πίστωση για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών στην Ελλάδα είναι επιτρεπτή μόνο με τη μορφή του δανείου κατά την Α.Κ. 806 και όχι με οποιαδήποτε άλλη μορφή χρηματοδότησης (όπως οι προκείμενες, στις οποίες γίνεται χρήση χρηματοπιστωτικών παραγώγων, όπως είναι και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο), καθώς και σ' αυτές της Π.Δ.Τ.Ε. 2325/1994, που προβλέπουν τις επιτρεπτές περιπτώσεις χορήγησης συναλλάγματος από τις Τράπεζες στην Ελλάδα [και δη μόνο για σύναψη ή εκτέλεση συναλλαγής όταν το αντικείμενο της συναλλαγής βρίσκεται στο' εξωτερικό ή όταν ο πωλητής του ακινήτου είναι μη Έλληνας ή κάτοικος εξωτερικού και όχι στις επίδικες περιπτώσεις που χορηγήθηκε συνάλλαγμα για την κάλυψη στεγαστικών (και όχι μόνο) αναγκών των εναγόντων στο εσωτερικό]. Επικουρικά, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι άνω τραπεζικές συμβάσεις στεγαστικών δανείων ως αντίθετες σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου κατά το άρθρο 174 Α.Κ, καθώς αυτές περιλαμβάνουν προδιατυπωμένο τον με αριθμό 7 όρο, κατά τον οποίο «Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στην Τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο προσάρτημα της παρούσας. Εφ' όσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε euro με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής», ο οποίος ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, δεν ήταν σαφής και κατανοητός, τον αγνοούσαν ανυπαίτια και επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλόμενων στις παραπάνω συμβάσεις μερών, σε βάρος των ιδίων ως καταναλωτών, με αποτέλεσμα να είναι απαγορευμένος και άκυρος ως καταχρηστικός κατ' άρθρο 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994  «για  την προστασία των καταναλωτών» και να συνεπιφέρει την ολική ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων κατ' άρθρο 181 Α.Κ, αφού δεν θα είχαν επιχειρηθεί από τους ίδιους χωρίς τον άνω άκυρο όρο. Επικουρικά, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτοτελώς του άνω όρου 7 των συμβάσεων στεγαστικών δανείων ως αντίθετου σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου κατά το άρθρο 174 Α.Κ. και δη σ' αυτές του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994 «για την προστασία των καταναλωτών», διότι επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλόμενων της στις παραπάνω συμβάσεις σε βάρος των ιδίων ως καταναλωτών, με πλήρωση του κενού που θα δημιουργηθεί κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 200 Α.Κ) που αναλύονται ειδικότερα. Επικουρικά, ζήτησαν να απαγγελθεί η ακυρότητα κάθε άλλου όρου των συμβάσεων δανείων με τον οποίον επιρρίπτεται στους ίδιους ο συναλλαγματικός κίνδυνος και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με τον άνω προδιατυπωμένο όρο. Επικουρικά, για την περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας του άνω όρου, ζήτησαν, με επίκληση των άρθρων 388 και 288 Α.Κ, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αναπροσαρμόσει την οφειλή τους από τη λήψη των δανείων και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τους στο προσήκον μέτρο και σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία μεταξύ των άνω νομισμάτων κατά το χρόνο εκταμίευσης των δανείων, άλλως να την υπολογίσει εξαρχής σε ευρώ.
Ειδικότερα ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι έως και την 1-10-2014, το οφειλόμενο από τους ίδιους άληκτο κεφάλαιο των επίδικων δανείων, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου κατά την ημέρα εκταμίευσης τους, ανέρχονταν: ϊ) για την από 22-11-2006 δανειακή σύμβαση, με άληκτο κεφάλαιο 37.938,28 ελβετικών φράγκων κατά την 1-10-2014, στο ποσό των 23.520,32 ευρώ, ιι) για την από 8-2-2006 δανειακή σύμβαση, με άληκτο κεφάλαιο 166.382,27 ελβετικών φράγκων κατά την 1-10-2014, στο ποσό των 103.214,81 ευρώ, και ϋϊ) για την από 16-3-2007 δανειακή σύμβαση, με άληκτο κεφάλαιο 19.552,87 ελβετικών φράγκων κατά την 1-10-2014, στο ποσό των 11.951,63 ευρώ.
Ο ν. 2251/1994 που έχει τον τίτλο «προστασία των καταναλωτών», ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Σύμφωνα με το άρθρο 2 §6 του ως άνω νόμου (2251/1994), όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 §24 στοιχ. β του ν. 2741/1999 και με το άρθρο 2 §2 του ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα των Γενικών Όρων Συναλλαγής [Γ.Ο.Σ.] κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο γίνεται η χρήση αυτών, γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως  αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 Α.Κ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι  η συμβατική ελευθερία. Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση».
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να κριθεί αν υπάρχει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί η συμβατική ισορροπία, η οποία υπάρχει, όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατανέμονται και ισορροπούν με τρόπο όμοιο, με αυτόν που επιτυγχάνεται με τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου. Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1219/2001 ΕλΔνη 42.1603), η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων (στη συγκεκριμένη σύμβαση) μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργηση του. Ερευνάται, δηλαδή, ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά και πως μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες με δικές του ενέργειες. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη [ΟλΑΠ 15/2007]. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Οι ως άνω περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ' αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι η αρχή της διαφάνειας. Η αρχή της διαφάνειας συμπτύσσεται σε ένα τρίπτυχο επιμέρους κατευθύνσεων που πρέπει να διακρίνει τους ΓΟΣ. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, η δεύτερη πτυχή αφορά στο ορισμένο (ή οριστό), του περιεχομένου των όρων και η τρίτη πτυχή η απαγόρευση απροσδόκητων ρητρών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας  93/13/ΕΟΚ, οι Γ.Ο.Σ., πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για  την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου ΓΟΣ, εν τούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 §2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ειδικότερα για την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 4 §2 της Οδηγίας, βλ. ΔΕΕ C-189/16 "Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ.  κατά Banca Romaneasca κ.λπ.», απόφαση της 20ης Σεπτεμβρίου 2017). Επιπλέον άκυρος είναι ένας ΓΟΣ, ο οποίος επιφέρει περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. Η ματαίωση του σκοπού της σύμβασης επέρχεται, όταν ο συγκεκριμένος ΓΟΣ προκαλεί τέτοιες έννομες συνέπειες και προκαλεί τέτοια οικονομικά αποτελέσματα, ώστε να αλλοιώνει το άμεσα σκοπούμενο νομικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Επίσης, κατά το άρθρο 2 §6 ν.2251/1994, είναι άκυρος ο ΓΟΣ που οδηγεί σε διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας του καταναλωτή ως προς τη φύση της παρεχόμενης σ' αυτόν υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο  της συμβάσεως. Συνεπώς είναι άκυρος ο ΓΟΣ που σε μια σύμβαση δανείου, καταναλωτή και τράπεζας, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή-πελάτη, αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα. Προς την κατεύθυνση της  προβλεψιμότητας που επιβάλλει η αρχή της διαφάνειας και της αποτροπής διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή υπάρχει ανάγκη της προστασίας των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή-πελάτη, στις λεγόμενες απροσδόκητες ρήτρες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή στις ρήτρες εκείνες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον καταναλωτή-πελάτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, δηλαδή στοιχεία που είναι συνήθως και τα μόνα που πράγματι εξετάζει ο καταναλωτής-πελάτης. Συνεπώς ένας όρος (ΓΟΣ), ο οποίος δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας, είναι άκυρος (ΟλΑΠ  12/2017, ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 15/2007, ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 6/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 904/2011, ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005, ΕφΛαρ. 17/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ. 1611/2017 αδημ.)
Με την διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ ορίζεται ότι «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο (ήτοι καταβολή αυτούσιου αλλοδαπού νομίσματος), έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στον χρόνο και στον τόπο της πληρωμής». Με την ως άνω διάταξη ορίζεται ότι, αν δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέα στην ημεδαπή, ο οφειλέτης έχει τη διαζευκτική ευχέρεια (facultas alternative) και δικαιούται να αποφύγει την καταβολή αυτούσιων των αλλοδαπών νομισμάτων, πληρώνοντας την σε εγχώριο νόμισμα και στην τρέχουσα αξία αυτών κατά τον χρόνο και τόπο που γίνεται η πληρωμή. Ειδικότερα η διάταξη αυτή καθιερώνει τη διαζευκτική ευχέρεια του οφειλέτη να εξοφλήσει σε ευρώ αντί για το οφειλόμενο αλλοδαπό νόμισμα (π.χ. Ελβετικό φράγκο), με την ισοτιμία του χρόνου της πληρωμής. Στη διαζευκτική ευχέρεια του οφειλέτη έχουμε απλή ενοχή, αφού οφείλεται μια μόνο παροχή, με παράλληλη ευχέρεια καταβολής άλλης παροχής. Την ευχέρεια αυτή διατηρεί ο οφειλέτης, άνευ ετέρου, έως την καταβολή της μιας από τις δυο παροχές. Ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος (349 ΑΚ), αν αρνηθεί να δεχθεί είτε την οφειλόμενη, είτε την εναλλακτικά προσφερόμενη παροχή. Η τυχόν πριν από την καταβολή δήλωση του οφειλέτη να καταβάλει την παροχή στο ένα από τα δύο νομίσματα είναι ανακλητή ως τη στιγμή της καταβολής. Δεν πρόκειται συνεπώς για διαζευκτική ενοχή, όπου οφείλονται διαζευτικά δύο (ή και περισσότερες παροχές), και απαιτείται άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, για να περιορισθεί η ενοχή σε μια  από τις περισσότερες οφειλόμενες παροχές (να  γίνει δηλαδή απλή, όχι πλέον διαζευκτική) και τούτο γίνεται με την επιλογή (από τον οφειλέτη σε περίπτωση αμφιβολίας), κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΑΚ. Οι γενικοί κανόνες του ενοχικού δικαίου, στους οποίους ανήκει η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, ισχύουν, αν οι ίδιοι δεν διακρίνουν, για όλες τις ενοχές, είτε αυτές γεννιούνται από σύμβαση, οποιαδήποτε σύμβαση (σε οποιοδήποτε είδος σύμβασης και αν αυτή ανήκει), είτε από το νόμο. Η 291 ΑΚ δεν διακρίνει γενικώς, ούτε διακρίνει μεταξύ στιγμιαίων και διαρκών συμβάσεων. Συνεπώς θα ήταν αντίθετο προς αυτήν να περιορισθεί το πεδίο εφαρμογής της μόνο στις στιγμιαίες συμβάσεις. Ειδικά για τις εκ συμβάσεως ενοχές ο νομοθέτης της ΑΚ 291 δεν μπορεί να είχε υπόψη μόνο τις στιγμιαίες, διότι η κατά τη διάταξη επιλογή της ισοτιμίας του χρόνου πληρωμής έχει ακριβώς σημασία όταν ο χρόνος αυτός απέχει από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης (ή από τον χρόνο εκταμίευσης ενός δανείου), όπως στις συμβάσεις δανείου και εν γένει στις πιστωτικές συμβάσεις στις οποίες ορθώς εφαρμόζεται η 291 ΑΚ (κατά τον γενικότερο κανόνα ότι κρίσιμη είναι  η ισοτιμία του χρόνου πληρωμής). Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ καταλαμβάνει κατ' αρχήν κάθε σύμβαση δανειακή ή μη, είτε κριθεί ως καθαρώς δανειακή, είτε ως επενδυτική (βλ. ΑΠ 682/2002 ΝΟΜΟΣ, Γ. Μπαλής. ΕΝΟΧΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ, σελ. 67 επ. ιδίως, Μ. Σταθόπουλος. Η ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και η προστασία Ελλήνων δανειοληπτών ΧρΙΔ 2017, σελ. 161-166). Τέλος, στη σύμβαση δανείου η ρήτρα συναλλάγματος έχει την έννοια ότι η εκπλήρωση της χρηματικής παροχής συμφωνείται να γίνει όχι στο εκάστοτε ισχύον εθνικό νόμισμα, αλλά σε συγκεκριμένο ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 291 ΑΚ, εφόσον τα μέρη δεν συμφωνήσουν αντίθετα, σύμφωνα με το οποίο ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να πληρώσει (και) σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος κατά το χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Διαφορετική έννοια έχει η συμβατική ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος (συναλλάγματος), σύμφωνα με την οποία η εκπλήρωση της χρηματικής παροχής συμφωνείται να γίνει μεν στο εκάστοτε ισχύον εθνικό νόμισμα, αλλά με υπολογισμό της, κατά πρώτον, σε συγκεκριμένο ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα) και μετατροπή, στη συνέχεια, του προκύπτοντος ποσού στο εθνικό νόμισμα με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων, τον τρόπο καθορισμού της οποίας δύνανται να συμφωνήσουν τα μέρη (βλ. για τη διαφορά των δύο ρητρών ΟλΑΠ 21/1990 με ερμηνεία της ΠΥΣ παρ. 7 της 267/09-04-1953, ΑΠ 2196/2009, ΝΟΜΟΣ, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 630-631). Στην περίπτωση αυτή, το ξένο νόμισμα χρησιμοποιείται ως απλή λογιστική μονάδα για τον υπολογισμό των χρηματικών παροχών, ενώ οι υποχρεώσεις πληρωμής εκπληρώνονται πραγματικά στο εθνικό νόμισμα (ΔΕΕ C-312/2014, σκ.23).
Με το ν. 4024/2011 ενσωματώθηκε η Οδηγία 2009/111/ΕΚ στο Ελληνικό δίκαιο. Ο ν. 4261/2014 με τον οποίο ενσωματώνονται οι διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε συνδυασμό με τον Κανονισμό (EE) 573/2013/ αποτελούν το νέο ενισχυμένο πλαίσιο εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων (Βασιλεία III). Ο Ν. 3601/2007 καταργήθηκε ενώ οι διατάξεις (που δεν σχετίζονται με την ενσωμάτωση ενωσιακής νομοθεσίας) μεταφέρθηκαν στο σύνολο τους στο ν.4261/2014. Μετά την έναρξη του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού στις 4-11-2014, η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (συμπεριλαμβανομένης και της εκκαλούσας) ανατέθηκε πλέον στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.). Παράλληλα, από το έτος 1994 και εντεύθεν, σύμφωνα με την έχουσα ισχύ νόμου ΠΔΤΕ 2325/1994 όπως ισχύει, επετράπη η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα φυσικών και νομικών προσώπων κατοίκων εσωτερικού από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, για την κάλυψη πάσης φύσεως αναγκών τους, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό για τις οποίες επιτρεπόταν αντίστοιχα η χρηματοδότηση τότε σε δραχμές, υπό τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις: α) η διάρκεια, το επιτόκιο και οι λοιποί όροι (να) καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συναλλασσομένων μερών, β) στις χρηματοδοτήσεις που συνάπτονται σε συνάλλαγμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα όλες οι χρηματοοικονομικές τεχνικές και παράγωγα προϊόντα σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στην §Α1 της ΠΔΤΕ 2303/1994, γ) το προϊόν του δανείου μπορεί να διατεθεί και απ' ευθείας στο εξωτερικό, μέσω της δανείστριας τράπεζας για τους σκοπούς που αναφέρονται στην δανειακή σύμβαση ή να κατατεθεί σε λογαριασμό συναλλάγματος στην εν λόγω Τράπεζα. Επί πλέον, σύμφωνα με την ως άνω πράξη, επιτρέπεται η μεταφορά συναλλάγματος από την δανείστρια ή την μεσολαβούσα Τράπεζα και η κατάθεση του σε άλλες Τράπεζες καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου. Η άνω πράξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος τροποποιήθηκε με την ΠΔΤΕ 2342/1994 και το άρθρο 5 και 1 του Ν.2842/2000. Περαιτέρω με την ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002 (ΦΕΚ  Α'  277/18.11.2002) η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18  §5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το άρθρο 92 §1 του Ν. 3601/2007), με αντικείμενο την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, καθιερωνόταν η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενημερώνουν τους δανειολήπτες σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και ειδικότερα να περιγράφουν στους δανειολήπτες με τρόπο σαφή και αναλυτικό τους παράγοντες που προσδιορίζουν την απόδοση προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα.
Από το έτος 2006 έως και το έτος 2009, (ήτοι κατά τον χρόνο κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων), αποδείχθηκε ότι παρατηρήθηκε αυξητική τάση στη σύναψη στεγαστικών δανείων σε Ελβετικό φράγκο, λόγω της σημαντικής αύξησης του επιτοκίου Euribor κατά την χρονική αυτή περίοδο, αφού το επιτόκιο 1Μ Euribor αυξήθηκε από 2,399% στις 2-1-2006 σε 5,197% στις 8-10-2006. Η αύξηση αυτή του επιτοκίου Euribor διαμόρφωσε το συνολικό κόστος δανεισμού σε ευρώ σε αρκετά υψηλά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη και το περιθώριο επιτοκίου.
Υπό τις συνθήκες αυτές αποφασίσθηκε το έτος 2006 από την εκκαλούσα ότι ήταν συμφέρουσα η διάθεση νέων στεγαστικών δανείων σε Ελβετικό φράγκο, καθώς και ο σχεδιασμός προώθησης των δανείων αυτών μέσω του δικτύου της στους καταναλωτές, έτσι ώστε η εκκαλούσα να μπορεί να δανείζεται στην διατραπεζική αγορά Ελβετικά φράγκα με το επιτόκιο Libor Λονδίνου και στη συνέχεια να προβαίνει σε έντοκο δανεισμό, με αποτέλεσμα, συγκρινόμενα τα δάνεια σε ευρώ να εμφανίζουν επιτοκιακό πλεονέκτημα, εν όψει του ότι τα δάνεια σε ευρώ συνδέονταν με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ή το Euribor.
Για την αποτελεσματικότερη διάθεση του νέου αυτού προϊόντος αφ' ενός, τα υποκαταστήματα της εκκαλούσας έπαιρναν οδηγίες από την διεύθυνση πωλήσεων της τελευταίας σύμφωνα με τις οποίες όφειλαν να προβάλλουν κατάλληλα στους καταναλωτές, τόσο τα πλεονεκτήματα του νέου προϊόντος (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία Ελβετικού φράγκου-ευρώ κ.α.) όσο και τις απλοποιημένες και τροποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του, και αφετέρου η εκκαλούσα προωθούσε το νέο αυτό προϊόν με διαφημιστικές της καμπάνιες μέσω του Τύπου, στις οποίες τονιζόταν ιδιαιτέρως η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ως παράγων εξασφαλιστικός των ωφελημάτων σύναψης των δανειακών συμβάσεων αυτών.
Εν όψει των ως άνω δεδομένων, οι εφεσίβλητοι σύζυγοι, λογιστές στο επάγγελμα, οι οποίοι είχαν λάβει από την Τράπεζα Πειραιώς δάνειο για αγορά οικοπέδου στην Ακρατα Αχαΐας και ειδικότερα στη θέση «Καλόγερο» εκτάσεως 780,42 τ.μ. επί του οποίου υπήρχε προκατασκευασμένη ισόγεια κατοικία περίπου 93 τ.μ., στο τέλος του 2006 με αρχές του 2007 και μετά από έρευνα αγοράς απευθύνθηκαν στην εκκαλούσα, προκειμένου να λάβουν στεγαστικά δάνεια με τους επικοινωνούμενους μέσω των δια του Τύπου διαφημίσεων της (εκκαλούσας), συμφέροντες όρους, ώστε να βελτιώσουν-αποπερατώσουν την ως άνω προκατασκευασμένη οικία και συγχρόνως να εξοφλήσουν και το δάνειο που ήδη είχαν για την αγορά του οικοπέδου στην Ακράτα. Έτσι, στις 22.11.2006, 8.12.2006 και 16.3.2007 καταρτίστηκαν στο Υποκατάστημα της εκκαλούσας στο Κερατσίνι Αττικής μεταξύ αφ' ενός των εφεσίβλητων και αφ' ετέρου της εκκαλούσας υπό την πρώην επωνυμία της «Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», οι με αριθμούς … αντιστοίχως δανειακές τοκοχρεωλυτικές συμβάσεις με τα παραρτήματα τους I και II, η πρώτη με σκοπό εξόφλησης του ως άνω υφιστάμενου στεγαστικού δανείου και οι λοιπές για  την αποπεράτωση/βελτίωση της προαναφερομένης οικίας. Το ύψος των δανείων συμφωνήθηκε να τους αποδοθεί σε Ελβετικά
Tags: Δικαιοσύνη, Τράπεζες Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 1237 φορές

Σχετικές Ειδήσεις