05/11/2018 | 09:20
Εκούσια έξοδος ομόρρυθμου εταίρου από διμελή ομόρρυθμη εταιρία
Εκούσια έξοδος ομόρρυθμου εταίρου από διμελή ομόρρυθμη εταιρία

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Με το ενδιαφέρον ζήτημα της εκούσιας δήλωσης αποχώρησης ομόρρυθμου εταίρου από διμελή ομόρρυθμη εταιρεία ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με το οριζόμενα στο άρθρο 261 του Ν.4072/2012 ασχολήθηκε η υπ. αριθμ. 2806/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί αγωγής ομόρρυθμου εταίρου,  ο οποίος αφού κοινοποίησε εξώδικη δήλωση αποχώρησης στον άλλο ομόρρυθμο εταίρο  και στην ομόρρυθμη εταιρεία, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα και αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά του άλλου εταίρου, ζήτησε στην συνέχεια να αναγνωριστεί δικαστικά η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου, που να δικαιολογεί την έξοδο του από την εταιρεία και στην συνέχεια να προσδιοριστεί η αξία της συμμετοχής του στην εταιρεία, η οποί και θα έπρεπε, μετά την αποχώρηση του να του αποδοθεί, καθώς οι εταίροι δεν συμφωνούσαν στον καθορισμό της αξίας αυτής.
 
Ειδικότερα ης ως άνω απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της τα εξής:
 
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 261 του Ν.4072/2102, με τον οποίο τροποποιήθηκε το δίκαιο των προσωπικών εταιρειών, ο εταίρος μπορεί με δήλωση του προς την εταιρεία και προς τους λοιπούς εταίρους, να εξέλθει από αυτήν, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση  (καταστατικό) . Στην εταιρεία ορισμένου χρόνου η καταβολή της αξίας της συμμετοχής στον εξερχόμενο εταίρο εξαρτάται από την συνδρομή σπουδαίου λόγου. Αν το Δικαστήριο, που αναφέρεται στην διάταξη του άρθρου 259 παρ. 2 του Ν.4072/2012 κρίνει ότι, δεν συντρέχει σπουδαίος  λόγος, ο εταίρος δεν έχει αξίωση για την καταβολή της αξίας συμμετοχής του. Περαιτέρω, σπουδαίο λόγο για την έξοδο εταίρου συνιστά μεταξύ άλλων και η παραβίαση εταιρικών υποχρεώσεων, η σοβαρή διαταραχή των προσωπικών και εταιρικών σχέσεων των εταίρων και οι διαφωνίες και διενέξεις τους, συνεπαγόμενες αδυναμία συνεργασίας τους, για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού. Για την στοιχειοθέτηση εξάλλου του σπουδαίου λόγου, για τον οποίο ο νόμος δεν αναφέρει πότε θεωρείται ότι υπάρχει, γίνεται δεκτό ότι, δεν προϋποτίθεται η ύπαρξη υπαιτιότητας των υπολοίπων εταίρων, ή των εκπροσώπων της εταιρείας, ούτε και τα αναίτιο του ζητούντος την έξοδο, εταίρου.
 
Ειδικότερα δε, στον εταίρο που δεν επιθυμεί να συνεχίσει την συμμετοχή του στην εταιρεία, παρέχεται η δυνατότητα, να εξέλθει εκούσια από αυτή με μονομερή δήλωση απευθυντέα στους λοιπούς εταίρους και την εταιρεία. Έχει δηλαδή το δικαίωμα να καταγγείλει την εταιρική του συμμετοχή, χωρίς να πρέπει να αναμείνει την κρίση του Δικαστηρίου, όπως γινόταν στο προγενέστερο δίκαιο, όπου η καταγγελία της εταιρείας επέφερε την λύση της και ως εκ τούτου και την έξοδο του εταίρου από αυτήν .Η εν λόγω καταγγελία της εταιρικής του συμμετοχής, που γίνεται όπως αναφέρθηκε με μονομερή (απευθυντέα προς τους λοιπούς εταίρους και την εταιρεία) δήλωση, έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και δεν απαιτείται να επικυρωθεί από το Δικαστήριο, διότι επιφέρει αμέσως τα αποτελέσματα της, δηλαδή την έξοδο του από την εταιρεία και την συνέχιση της λειτουργίας της με του υπόλοιπους εταίρους, από τη στιγμή που η δήλωση αυτή θα περιέλθει στην εταιρεία και στους εταίρους (ΜΠρΘεσ 8343/2014, ΕλλΔ 56, 2015 563).
 
Παράλληλα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 264 παρ. 1 και 2 του Ν.4072/2012 σε περίπτωση εξόδου, η εταιρεία υποχρεούται να του αποδώσει αυτούσιο το αντικείμενο, που έχει εισφέρει κατά χρήση, ενώ ο ίδιος έχει αξίωση κατά της εταιρείας, για την καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του. Η ανωτέρω αξίωση του εταίρου έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας απορρέει από την εταιρική σχέση. Επιπλέον, στην διάταξη του άρθρου 264 παρ. 2 εδ. β του Ν.4072/.2012 ορίζεται ότι, σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων για την αξία της συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται ορίζεται από το Δικαστήριο, το οποίο αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 259 (Μονομελές Πρωτοδικείο), το οποίο δικάζει, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
 
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, αντικείμενο της σχετικής δίκης είναι αποκλειστικά  η διαπίστωση της ύπαρξης σπουδαίου λόγου και ο καθορισμός της αξίας της εταιρικής συμμετοχής και όχι η αναγνώριση της αξίωσης απόδοσης αυτής στον αποχωρούντα εταίρο, ούτε βεβαίως η σχετική καταψήφιση .Η ερμηνεία αυτή των ανωτέρω άρθρων συνάδει με την πάγια ερμηνεία και εφαρμογή της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 33 παρ. 2 του Ν.3190/1955 για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, όπου και εκεί το Δικαστήριο (με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), αποφαίνεται αποκλειστικά για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και προσδιορίζει την αξία της εταιρικής συμμετοχής, χωρίς να αναγνωρίζει σε βάρος της εταιρείας σχετική υποχρέωση καταβολής της εταιρικής συμμετοχής, ή να την υποχρεώνει σε τέτοια καταβολή . Συνεπώς, αντικείμενο της δίκης των άρθρων 261 και 264 του Ν..4072/2012  δεν αποτελεί η αναγνώριση της υποχρέωσης της εταιρείας προς απόδοση της εταιρικής συμμετοχής στον αιτούντα (πόσο μάλλον η σχετική καταψήφιση αυτής), αλλά μόνο η ύπαρξη σπουδαίου λόγου και η αξία της εταιρικής συμμετοχής .Σε διαφορετική περίπτωση, η δίκη θα αποκτούσε χαρακτήρα αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (έστω και με αναγνωριστικό χαρακτήρα), με αποτέλεσμα την δυνατότητα προβολής όλων των σχετικών ενστάσεων, που προσιδιάζουν στην διαδικασία αυτή (ένσταση συμψηφισμού, κατάχρησης δικαιώματος, εξόφλησης κ.λ.π.), κάτι που ο νομοθέτης δεν φαίνεται να επιθυμεί, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχε η ρητή παραπομπή  των άρθρων 259, 261, 264 του Ν.4072/2012 στην διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, οι αποφάσεις της οποίας δεν είναι αναγνωριστικές δικαιωμάτων (με την έννοια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας), αλλά διαπλαστικές, ή διαπιστωτικές γεγονότων (ΕφΑθ 4678/1994, ΕΕμπΔ 1005, 301).
 
Τέλος, για τον  υπολογισμό τη; αξίας συμμετοχής λαμβάνεται υπόψη η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, κατά τον χρόνο απώλειας της εταιρικής ιδιότητας, ήτοι κατά την ημερομηνία εξόδου του εταίρου, η οποία συντελείται με την επίδοση της σχετικής διαπλαστικής δήλωσης στην εταιρεία και στους λοιπούς εταίρους (άρθρο 167ΑΚ και 261 του Ν.4072/2012). Η εταιρική περιουσία προσδιορίζεται από τα αναγραφόμενα στον ετήσιο ισολογισμό μεμονωμένα στοιχεία της επιχείρησης, αλλά και από άλλα στοιχεία, όπως αφανή αποθεματικά και άϋλα αγαθά, δηλαδή φήμη, πελατεία, επωνυμία, σήμα, καθώς και εκκρεμείς υποθέσεις, ζημίες προηγουμένων χρήσεων, υποχρεώσεις προς τρίτους κ.λπ.
 
Στην κρινόμενη υπόθεση είναι εξίσου σημαντικό ότι, το Δικαστήριο έκρινε ότι, η έννοια του σπουδαίου λόγου της εξόδου του εταίρου έχει στενότερο περιεχόμενο σε σχέση με τον σπουδαίο λόγο της λύσης της εταιρείας και συνεπώς αρκεί από τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, να καθίσταται δυσχερής η συνέχιση της εταιρικής σχέσης για τον εξερχόμενο εταίρο και όχι οπωσδήποτε για την εταιρεία, ως φορέα της επιχείρησης. Πρέπει να  σημειωθεί ακόμη ότι, το Δικαστήριο απέρριψε και τον προβληθέντα ισχυρισμό της προσθέτως παρεμβαίνουσας άλλης εταίρου ότι, δεν είναι πλέον δυνατή η άσκηση της σχετικής αξίωσης, καθώς η εταιρεία μετά την αποχώρηση του ενός εταίρου λύθηκε, μετά την πάροδο τετραμήνου, χωρίς την είσοδο νέου εταίρου και συνεπώς δεν χωρεί τέτοια αξίωση, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρείας, καθώς έκρινε ότι, η αιτούσα εταίρος, μετά την έξοδο της δεν είχε πια την ιδιότητα εταίρου, αλλά του τρίτου δανειστή έναντι της εταιρείας, ως εξελθούσα νομίμως από αυτήν, με συνέπεια αμφότερες (εναπομείνασα εταίρος και εταιρεία υπό εκκαθάριση) να ευθύνονται απέναντι στην αιτούσα εις ολόκληρον,  βάσει του άρθρου 249 παρ. 1 του Ν.4072/2012. 
 
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι, επειδή οι διάδικοι διαφωνούν μέχρι σήμερα για τον υπολογισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής της αιτούσας, η οποία αξία πρέπει να αφορά στο σύνολο της εταιρικής συμμετοχής και για τον λόγο ότι, η αιτούσα προσδιόρισε την αξία της εταιρικής της συμμετοχής, λαμβάνοντας συνδυαστικά υπόψη της την ΠΟΛ 1055/2003 και την μέθοδο της προεξόφλησης των ταμειακών ροών (με κρίσιμο στοιχείο το επιτόκιο της προεξόφλησης, αν ο πάγιος εξοπλισμός της εταιρείας ήθελε θεωρηθεί αποσβεσμένος και παρωχημένος ) και προσκόμισε φορολογικές δηλώσεις της εταιρεία των ετών από το 2012-2016, στην συγκεκριμένη περίπτωση απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, και κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία και θα προσαχθεί με την επανάληψη της συζήτησης της αίτησης, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες και κενά στο Δικαστήριο, κατά την διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ.
Tags: Δικαιοσύνη, Επαγγελματικά, Νομοθεσία Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 581 φορές

Σχετικές Ειδήσεις