29/05/2018 | 09:14
Έννοια εμπορικού σήματος φήμης και συνέπειες προσβολής του
  • Έννοια εμπορικού σήματος φήμης και συνέπειες προσβολής του
  • Έννοια εμπορικού σήματος φήμης και συνέπειες προσβολής του

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Εύλογες απορίες γεννώνται συχνά, σχετικά με την έννοια της προστασίας που μπορεί να παρέχει στον δικαιούχο του ένα εμπορικό σήμα και δη ¨σήμα φήμης¨, το οποίο και λόγω της μακροχρόνιας χρήσης του, για την διάκριση προϊόντων παγκόσμιας φήμης παραγωγών έχει καταστεί ευρέως γνωστό στο καταναλωτικό κοινό.
Το συγκεκριμένο ζήτημα και η δικαστική προστασία που παρέχεται στον δικαιούχο ενός τέτοιου εμπορικού σήματος, σε περίπτωση προσβολής του, απασχόλησε την υπ. αριθμ. 770/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί εφέσεως των εναγομένων ημεδαπών εταιρειών, κατά αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δικαίωσε την δικαιούχο κοινοτικού εμπορικού σήματος αλλοδαπή εταιρεία, της οποίας τα κατοχυρωμένα δικαιώματα επί του σήματος είχαν παραβιαστεί, με την χρήση ενός σχεδόν ομοειδούς σήματος, από τις εναγόμενες και εκκαλούσες ημεδαπές εταιρείες.
Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της άνω απόφασης:
Από τις διατάξεις των άρθρων 1,2,4 παρ. 1, 16 και 26 του Ν. 2239/1994 με το οποίο μεταφέρθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη, η Πρώτη Οδηγία 89/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου του 1988, για την προσέγγιση της νομοθεσίας των Κρατών Μελών περί σημάτων, η οποία έχει πλέον καταργηθεί με την Κωδικοποιητική Οδηγία 2008/85/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008, καθώς επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4,6,9,14 παρ. 1 , 97 παρ. 1, 98 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου του 2009, ¨Για το Κοινοτικό Σήμα¨, συνάγονται τα εξής:
α) Η προστασία που παρέχεται στον δικαιούχο του κοινοτικού σήματος κατά το άρθρο 8 του Κανονισμού και στον δικαιούχο εθνικού σήματος κατά το άρθρο 18 παρ. 3 και 26 παρ. 1 του Ν.2239/1994, έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της βασικής και ουσιώδους λειτουργία του σήματος, ως σημείου προέλευσης, ήτοι να εγγυάται στον καταναλωτή, ή στον τελικό χρήστη, την ταυτότητα προέλευσης του φέροντος αυτό (σήμα) προϊόντος ή υπηρεσίας παρέχοντας σε εκείνον την δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο σύγχυσης, το εν λόγω προϊόν, ή την υπηρεσία, από εκείνα άλλης προέλευσης, β)Γενικές προϋποθέσεις παροχής της προστασίας συνιστούν: 1) η χρήση του μεταγενέστερου πανομοιότυπου ή παρομοίου με το αναγνωρισθέν σήμα σημείου, χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου, 2) η χρήση του σημείου στις συναλλαγές ,ήτοι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, με σκοπό την άντληση οικονομικού οφέλους, 3) η χρήση του σημείου για προϊόντα ή υπηρεσίες κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της πρώτης οδηγίας, ή κατά το άρθρο 9 του Κανονισμού, δηλαδή η επίθεση του στα προϊόντα που εμπορεύεται ο τρίτος μη δικαιούχος, ή η χρήση του κατά τρόπο ώστε, να θεμελιώνεται σύνδεσμος μεταξύ του εν λόγω σημείου και των προϊόντων που εμπορεύεται, ή των υπηρεσιών που παρέχει ο τρίτος και 4) η χρήση του σημείου ως σήμα, δηλαδή με σκοπό διάθεσης των επίδικων προϊόντων, ή υπηρεσιών του τρίτου μη δικαιούχου, ως προερχομένων από συγκεκριμένη επιχείρηση, γ) Όσον αφορά την τέταρτη προϋπόθεση πρέπει να σημειωθεί ότι, μόνο η χρήση εν είδη σήματος προσβάλλει, ή ενδέχεται να προσβάλλει τις λειτουργίες του σήματος και ιδίως την ανωτέρω υπό α) λειτουργία του, αφού ο μη δικαιούχος αντιποιείται εκ των πραγμάτων το βασικό προνόμιο που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του, δηλαδή το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί το οικείο σημείο, για να διακρίνει τα προϊόντα του από εκείνα των άλλων επιχειρήσεων, δ) Κρίσιμη για τον χαρακτηρισμό της χρήσης, ως χρήσης εν είδη σήματος είναι η αντίλήψη του οικείου καταναλωτικού κοινού, το οποίο και θα ερμηνεύσει ή όχι το χρησιμοποιούμενο από τον τρίτο σημείο, ως σημείο που δηλώνει άμεσα ή έμμεσα την επιχείρηση προέλευσης των προϊόντων, ή υπηρεσιών του, ένας δε από τους παράγοντες διαμόρφωσης της αντίληψης αυτής είναι αναμφίβολα η φύση των προϊόντων ή των υπηρεσιών του. 
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Κανονισμού μπορεί ιδίως να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στην διαφήμιση, ενώ στα εμπορικά σήματα που χαίρουν φήμης στην Ελλάδα, ή στην Κοινότητα παρέχεται διευρυμένη προστασία, αφού η τελευταία δεν προϋποθέτει την συνδρομή του ¨ κινδύνου σύγχυσης ¨. Ως ειδική δε προϋπόθεση της προστασίας του φημισμένου εθνικού, ή κοινοτικού σήματος τίθεται η άνευ εύλογης αιτίας χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σημείου, η οποία επιφέρει, ή θα μπορούσε να επιφέρει έστω μία από τις εξής διαζευκτικά αναφερόμενες τρεις προσβολές του προγενέστερου σήματος, ήτοι : α) βλάβη στο διακριτικό χαρακτήρα του, β) βλάβη στην φήμη του και γ) άντληση αθέμιτου οφέλους, είτε από τον διακριτικό χαρακτήρα του, είτε από την φήμη του.  
Εξάλλου, οι διατάξεις του νόμου περί μη συναφών – ανόμοιων προϊόντων, ή υπηρεσιών πρέπει να ερμηνευθούν διασταλτικά, ώστε να καταλαμβάνουν και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από τον μη δικαιούχο προς διάκριση πανομοιότυπων, ή παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών. Για να χαρακτηριστεί ένα σήμα, ως φημισμένο, απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσης του από το κοινό, το οποίο αυτό αφορά, δηλαδή ανάλογα με το διατιθέμενο στο κοινό προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό, είτε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κύκλος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται να είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του . Ο απαιτούμενος βαθμός γνώσης υφίσταται, όταν το προγενέστερο σήμα είναι γνωστό σε σημαντικό μέρος του οικείο κοινού.  Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, όλα τα ασκούντα εν προκειμένω επιρροή στοιχεία, δηλαδή μεταξύ άλλων, το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, την ένταση, την γεωγραφική έκταση και την διάρκεια της χρησιμοποίησης του, καθώς και το μέγεθος των επενδύσεων, που έχει πραγματοποιήσει ο σηματούχος για την προβολή του, όχι όμως και τον αυξημένο βαθμό καθιέρωσης του στις συναλλαγές, δηλαδή την απόκτηση φήμης, που βαίνει πέραν των ορίων του κοινού στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα, ή οι υπηρεσίες για το οποίο έχει καταχωρισθεί, αφού κρίσιμο είναι μόνο το τελευταίο κοινό, που μπορεί να είναι και εξειδικευμένο. Ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ποιοτικά κριτήρια,. η ιδιοτυπία του σήματος, δηλαδή η εν γένει εμφάνιση, ή η εκφραστική του δύναμη, καθώς ένα σήμα φήμης έχει οπωσδήποτε διακριτικό χαρακτήρα, έστω και αν τον έχει αποκτήσει δια της χρήσεως του . Από άποψη εδαφικής έκτασης δεν απαιτείται η φήμη να υφίσταται σε ολόκληρο το έδαφος της Ελλάδας, ή της Κοινότητας, αρκεί να υφίσταται σε σημαντικό τμήμα της.
Οι προσβολές του φημισμένου σήματος αποτελούν την συνέπεια ενός ορισμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ εκείνου και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιούμενου σημείου, λόγω της οποίας, το ενδιαφερόμενο κοινό συσχετίζει το σημείο με το σήμα, δηλαδή τα συνδέει μεταξύ τους, μολονότι δεν τα συγχέει .Συνεπώς, δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του σήματος, που χαίρει φήμης και του χρησιμοποιούμενου από τον τρίτο σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του ενδιαφερόμενου κοινού. Αρκεί ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ του σήματος, που χαίρει φήμης και του σημείου να έχει ως αποτέλεσμα το ενδιαφερόμενο  κοινό να συσχετίζει το σημείο με το σήμα, ενώ πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι, όσο περισσότερο ομοιάζουν τα δύο σήματα, τόσο πιο πιθανό είναι το οικείο  κοινό να ανακαλέσει συνειρμικά στην μνήμη του το προγενέστερο σήμα που χαίρει φήμης. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο, σε περίπτωση που τα σήματα είναι πανομοιότυπα. Εξάλλου, υπάρχει οπωσδήποτε σύνδεσμος μεταξύ των δύο σημάτων, οσάκις συντρέχει κίνδυνος σύγχυσης (καίτοι αυτός ως προελέχθη δεν συνιστά προϋπόθεση της προστασίας του φημισμένου σήματος), ήτοι όταν το οικείο κοινό πιστεύει, ή ενδέχεται να πιστέψει ότι τα προϊόντα, ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα, ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το μεταγενέστερο σήμα προέρχονται, είτε από την ίδια επιχείρηση, είτε από επιχειρήσεις, που έχουν οικονομική σχέση. 
Η εκτίμηση του κινδύνου πρέπει όσο αφορά την οπτική, ακουστική ηχητική, ή εννοιολογική ομοιότητα των συγκρουομένων σημάτων να στηρίζεται στην συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν. Αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη δεσπόζοντος στοιχείου, δηλαδή στοιχείου που παρουσιάζει μεγαλύτερη σημασία στην ανάλωση του συνόλου του σημείου, εφόσον ο καταναλωτής καθώς παρατηρεί το σήμα λαμβάνει υπόψη και συγκρατεί το δεσπόζον στοιχείο του σημείου, που του επιτρέπει στο πλαίσιο μεταγενέστερης αγοράς να επαναλάβει την εμπορία. Σημειωτέον ότι, ο μέσος καταναλωτής σπανίως έχει την δυνατότητα να προβαίνει σε άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων, αλλά εμπιστεύεται την ατελή εικόνα αυτών, την οποία διατηρεί στην μνήμη του. Όσον δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης, ή της απομιμήσεως πρέπει να είναι αυστηρότερος. 
Όσο αμεσότερα και εντονότερα συσχετίζει το οικείο κοινό τα συγκρουόμενα σήματα, τόσο σοβαρότερος είναι ο κίνδυνος η ενεστώσα ή μελλοντική χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος να προσπορίσει αθέμιτο  όφελος, είτε από τον διακριτικό χαρακτήρα, είτε από την φήμη του προγενέστερου σήματος, ή να προκαλέσει βλάβη στον διακριτικό χαρακτήρα ή στη φήμη του προγενέστερου σήματος .Η έννοια του αθέμιτου οφέλους περιλαμβάνει τις περιπτώσεις, όπου υφίσταται πρόδηλη εκμετάλλευση και παρασιτισμός σε βάρος του φημισμένου σήματος, ή προσπάθεια άντλησης οφέλους από το καλό του όνομα. Αυτό συμβαίνει οσάκις, τρίτος επιχειρεί να εκμεταλλευθεί σήμα φήμης χρησιμοποιώντας σημείο πανομοιότυπο, ή παρόμοιο του σήματος, προκειμένου  να επωφεληθεί από την έλξη που αυτό ασκεί, την φήμη και το κύρος του, καθώς και να εκμεταλλευθεί χωρίς να καταβάλλει κανένα χρηματικό αντίτιμο και χωρίς ο ίδιος να μοχθήσει προς τούτο, την εμπορική προσπάθεια που καταβάλλει ο δικαιούχος του σήματος., για να οικοδομήσει και να εδραιώσει την φήμη του σήματος αυτού .Ο καταναλωτής προσελκύεται από τα ίδιο το μεταγενέστερο σήμα, διότι είναι πανομοιότυπο, ή παρόμοιο με φημισμένο προγενέστερο σήμα και αγοράζει το προϊόν, ή την υπηρεσία, που αυτό αντιπροσωπεύει, χωρίς πάντως να συγχέει αναγκαστικά την εμπορική τους προέλευση. 
Η άντληση αθέμιτου οφέλους συνιστά ανεξάρτητη μορφή προβολής του φημισμένου σήματος και συνεπώς είναι νοητή ακόμα και όταν υπό την συγκεκριμένη χρήση δεν θίγεται παράλληλα και ο διακριτικός χαρακτήρας, ή η φήμη του σήματος .Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του φημισμένου σήματος, η οποία καλείται επίσης εξασθένιση ή απίσχνανση επέρχεται όταν, η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος συνεπάγεται τον διασκεδασμό, τόσο της ταυτότητας του, όσο και της επιρροής (αντικτύπου) του στο κοινό, ώστε να εξασθενεί η ικανότητα του να προσδιορίζει τα προϊόντα, ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί και χρησιμοποιείται .     
Για την στοιχειοθέτηση δε της συγκεκριμένης προσβολής πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι, η οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή των προϊόντων, ή του αποδέκτη των υπηρεσιών, για τα οποία έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα έχει μεταβληθεί λόγω της χρησιμοποίησης του μεταγενέστερου σήματος, είτε ότι, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να επέλθει τέτοια μεταβολή στο μέλλον.
Ο δικαιούχος του νομίμως κατατεθειμένου και αναγνωρισμένου σήματος έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της χρήσης αυτού, επιθέτοντας αυτό στα εμπορεύματα, συσκευασίες, χαρτί αλληλογραφίας, στις κάθε είδους διαφημίσεις κ.λ.π. Στους τρίτους, κατά γενικό κανόνα, απαγορεύεται η χρήση του ξένου σήματος πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, η δε χρήση από τον τρίτο πρέπει να γίνεται  σύμφωνα με τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, που ισχύουν στην βιομηχανία ή το εμπόριο και πάντως όχι εν είδη σήματος, ιδίως επί σημάτων φήμης, για την δημιουργία των οποίων ο παραγωγός, ή οι εντεταγμένοι στο αποκλειστικό, ή επιλεκτικά οργανωμένο δίκτυο διανομής του παραγωγού υποβλήθηκαν σε μεγάλες οικονομικές θυσίες για τον σκοπό αυτό, καθώς ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα του παραγωγού κατά την διαφημιστική του λειτουργία, ιδίως εν είδη επωνυμίας, ή διακριτικού γνωρίσματος της δικής του επιχείρησης.
Επίσης επισημαίνεται ότι, τα άρθρα 5 ως 7 της πρώτης Οδηγίας εμποδίζουν τον δικαιούχο του σήματος να απαγορεύει στον τρίτο να χρησιμοποιεί το σήμα του, προκειμένου να γνωστοποιήσει στο κοινό ότι εκτελεί εργασίες επισκευής και συντήρησης προϊόντων που φέρουν το σήμα του και τα οποία έχουν διατεθεί στο εμπόριο υπό το σήμα, από τον δικαιούχο, ή με την συγκατάθεση του, ή ότι είναι ειδικευμένος, ή ειδικός στην πώληση, επισκευή, ή την συντήρηση των προϊόντων αυτών, όχι όμως  όταν το σήμα χρησιμοποιείται, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του δικαιούχου και του τρίτου.    
Τέλος, κρίθηκε ότι, αθέμιτος ανταγωνισμός υπάρχει και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως ξένης επωνυμίας, ή σήματος, όταν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η πράξη αυτή εμφανίζεται ως αντίθετη στο αίσθημα και τις ιδέες κάθε ορθώς, δικαίως και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο συντελείται η πράξη, ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντίθετων στην ηθικότητα των συναλλαγών. Η παραπάνω αθέμιτη χρήση της διαφημιστικής λειτουργίας του ξένου σήματος φήμης συνιστά επίσης αθέμιτο ανταγωνισμό, διότι στοιχειοθετεί αφενός αθέμιτη εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης και αφετέρου παραπλανητική διαφήμιση. 
Tags: Επαγγελματικά, Επιχειρηματικότητα Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 1254 φορές

Σχετικές Ειδήσεις