26/03/2018 | 10:00
Για τη διάκριση εμπορικού σήματος - διακριτικών γνωρισμάτων
  • Για τη διάκριση εμπορικού σήματος - διακριτικών γνωρισμάτων
  • Για τη διάκριση εμπορικού σήματος - διακριτικών γνωρισμάτων

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

 


ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΩΝ (ΕΠΩΝΥΜΙΑΣ, ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΤΙΤΛΟΥ, DOMAIN NAME) .
 
Με αφορμή συχνές ερωτήσεις μελών μας, αναφορικά με τη διάκριση των εννοιών του εμπορικού σήματος, του διακριτικού γνωρίσματος, της επωνυμίας επιχείρησης και του διακριτικού τίτλου αυτής, καθώς και του domain name (όνομα περιοχής στο διαδίκτυο) και τον εκ του νόμου καθορισμό των όρων για την επάλληλη προστασία αυτών, παραθέτουμε τις πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις, της παλαιότερης υπ. αριθμ. 2923/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απηχεί και τις απόψεις της κρατούσας νομολογίας. 
 
Την εν λόγω απόφαση απασχόλησε η αντιδικία μεταξύ δύο εταιρειών (Κυπριακής και Ελληνικής), οι οποίες μετά την λήξη της μακροχρόνιας συνεργασίας τους διεκδίκησαν την αποκλειστική χρήση των σημάτων, των διακριτικών γνωρισμάτων και των domain name, που ουσιαστικά χρησιμοποιούσαν από κοινού, κατά την διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, για την διάκριση των υπηρεσιών και των προϊόντων τους, ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις. 
 
Ειδικότερα η ως άνω απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της τα εξής:
 
Το κοινοτικό σήμα, το οποίο καθιερώθηκε και στην Ελλάδα για πρώτη φορά με τον Ν.2943/2001 (άρθρα 6 έως 11) είναι το πρώτο αμιγώς κοινοτικού δικαίου δικαίωμα, που έχει υπερεθνικό χαρακτήρα και ισχύ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, συνυπάρχει δε με τα εθνικά δικαιώματα στο σήμα, τα οποία διατηρούν καθ’ όλα την ισχύ τους και υπόκεινται στους εθνικούς κανόνες δικαίου (αρχή της συνύπαρξης). Βασικά  χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαιώματος στο σήμα είναι ότι, αυτό γεννάται από και με την καταχώριση του (τυπικό σύστημα κτήσης), ενώ η χρήση του σήματος έχει σημασία μόνο για την διακριτική δύναμη αυτού και την διατήρηση του δικαιώματος.
 
Ταυτότητα σήματος αποτελεί η πιστή, κατά τα κύρια σημεία, αντιγραφή του, ενώ ομοιότητα σήματος αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση του προς  άλλο προγενέστερο σήμα, η οποία σε συνάρτηση με την όλη οπτική και ηχητική εντύπωση, που προκαλεί και ασχέτως από επιμέρους ομοιότητες ή διαφορές των δύο σημάτων, μπορεί να προκαλέσει στον κοινό καταναλωτή  σύγχυση, ως προς τη προέλευση των διακρινομένων από αυτά προϊόντων, από ορισμένη επιχείρηση .Ομοιότητα δε προϊόντων συντρέχει, όταν αυτά προορίζονται για σκοπούς, ή χρήσεις παρεμφερείς και απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών.
 
Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα .Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση, στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, που επίσης ταυτίζονται με εκείνα, για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία, είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες όμοιες με εκείνες που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, που ταυτίζονται με εκείνες που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή υπηρεσιών / ταυτότητα προϊόντων ή υπηρεσιών και ομοιότητα σημάτων).
 
Στην πρώτη περίπτωση ταυτότητας σημάτων και προϊόντων ή υπηρεσιών η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει. αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει την λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος, ή της υπηρεσίας από ορισμένη επιχείρηση.  
 
Στην δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, ο κίνδυνος σύγχυσης, ή συσχέτισης των σημάτων. Κίνδυνος δε σύγχυσης, υπό στενή έννοια, συντρέχει όταν, τα συναλλακτικό κοινό, λόγω ομοιότητας των σημάτων και των προϊόντων υπολαμβάνει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα προϊόντα, ή οι υπηρεσίες .Και αν η εντύπωση αυτή (ταυτότητα της επιχείρησης) δημιουργείται από την ομοιότητα των σημάτων γίνεται λόγος για άμεσο κίνδυνο σύγχυσης, ενώ για έμμεσο κίνδυνο σύγχυσης γίνεται λόγος όταν, η παραπάνω εντύπωση  οφείλεται όχι στην ομοιότητα των σημάτων, αλλά στην διαπίστωση ότι το ένα σήμα αποτελεί μεταβολή, ή εξέλιξη του άλλου. Κίνδυνος δε σύγχυσης, υπό ευρεία έννοια, γίνεται δεκτό ότι συντρέχει και όταν, λόγω της ομοιότητας των σημάτων δύο διαφορετικών επιχειρήσεων δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι, ανάμεσα στις επιχειρήσεις υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός.     
 
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν.146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, πάσα προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενόμενη πράξη, αντικείμενη στα χρηστά ήθη . Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας. Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου …όστις κατά τις συναλλαγές ποιείται χρήσιν ονόματος τινός εμπορικής επωνυμίας, ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος, ή βιομηχανικής επιχείρησης, ή εντύπου τινός, κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορική επωνυμία, ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός, ή η ιδιαίτερη διακόσμιση των εμπορευμάτων της συσκευής, ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά στους εμπορικούς κύκλους των συναλλαγών, ως διακριτικό σημείο των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός.     
 
Σε αντίθεση με την γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν.146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914ΑΚ και 919ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό .Χρήση δε, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μερικές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση .
 
Περαιτέρω, προς διάκριση της προέλευσης εμπορεύματος από συγκεκριμένο φορέα δύναται είτε: α) να κατατεθεί και να καταχωρισθεί σήμα, β) να χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές ένδειξη, η οποία δεν καταχωρίσθηκε ως σήμα. Στην δεύτερη περίπτωση, η ένδειξη προστατεύεται ως διασχηματισμός, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του Ν.146/1914. Ως προς τον χρόνο έναρξης της προστασίας το σήμα διαφέρει από τον διασχηματισμό. Ειδικότερα δε, αναφορικά με το κοινοτικό σήμα αυτό ισχύει, κατά τα παραπάνω, από και δια της καταχώρισης του, ο δε διασχηματισμός, από το ουσιαστικό γεγονός της καθιέρωσης του στις συναλλαγές.
 
Παράλληλα, με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων, για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν.213/1975 ορίζεται ότι …..η εμπορική επωνυμία θα προστατεύεται εν πάση χώρα της ενώσεως άνευ υποχρεώσεως καταθέσεως ή καταχωρίσεως, είτε αποτελεί, ή μη, μέρος του βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος …… Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, οι αλλοδαπές επωνυμίες προστατεύονται στα κράτη μέλη, κατά τον ίδιο τρόπο, που προστατεύονται και οι εσωτερικές επωνυμίες  Έτσι και εμπορική επωνυμία προερχόμενη από κράτος μέλος της Σύμβασης προστατεύεται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν.146/1914 και του άρθρου 58 ΑΚ, περί προστασίας της προσωπικότητας.    
 
Σε περίπτωση δε, που υφίσταται σύγκρουση μεταξύ σήματος αφενός και διακριτικού γνωρίσματος αφετέρου, τότε ισχύει ο κανόνας PRIOR IN TEMPORE POTIOR IN JURE, ισχύει δηλαδή η αρχή της χρονικής προτεραιότητας, υπό την προφανή έννοια ότι, το παλαιότερο κτηθέν διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του νεοτέρου, έστω και σήματος. Επομένως, αν προηγήθηκε η χρησιμοποίηση στις συναλλαγές διακριτικού γνωρίσματος, που έχει τα στοιχεία της ονοματικής λειτουργίας  και της διακριτικής δύναμης και στην συνέχεια ακολούθησε η καταχώριση σήματος, τότε σύμφωνα με την προεκτεθείσα αρχή υπερισχύει το διακριτικό γνώρισμα, οπότε ο δικαιούχος του τελευταίου, επικαλούμενος, κατ’ ένσταση, την προτεραιότητα του, δικαιούται να αποκρούσει  την επί παραλείψει αγωγή του δικαιούχου του σήματος, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος ( βλεπ. ΑΠ 371/2012 κ.α.).     
 
Εξάλλου, βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση συναλλαγών. Μέσο για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το domain name ( όνομα περιοχής), το οποίο κατ’ ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης,  επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Όταν δικαιούχος του ονόματος περιοχής είναι επιχείρηση, ορθότερο είναι να λεχθεί ότι, πρόκειται για διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. 1 του Ν.146/1914, δηλαδή για διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, ή του καταστήματος, ή όταν συνιστά ¨ψηφιακό τόπο¨ παροχής υπηρεσιών από εικονικό κατάστημα, που παρέχει υπηρεσίες, μπορεί να αποτελεί και διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν.146/1914. Μπορεί ακόμα να αποτελεί και επωνυμία μία επιχείρησης, αν αυτή δραστηριοποιήθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο. Ωστόσο, η καταχώριση στο διαδίκτυο δεν παράγει οποιοδήποτε προβάδισμα, έναντι των μη καταχωρημένων σε αυτό διακριτικών γνωρισμάτων και το αντίστροφο. Δηλαδή, η διαδικτυακή προτεραιότητα δεν υπερισχύει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, όπως αυτή ισχύει στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας.        
 
Τέλος επισημαίνεται ότι, η χρήση διακριτικού γνωρίσματος από αδειούχο δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα αντιτάξιμο κατά του αληθούς δικαιούχου αυτού.
Tags: ΕΕΑ Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 1268 φορές

Σχετικές Ειδήσεις