01/08/2017 | 10:57
Ιστορία. Η μεσαία τάξη και οι συντεχνίες στην Τουρκοκρατία
Ιστορία. Η  μεσαία τάξη και οι  συντεχνίες στην Τουρκοκρατία

Η συλλογική οργάνωση των παραγωγικών τάξεων χάνεται στα χρόνια της αρχαιότητας και του μεσαίωνα.

 

Στη Βυζαντινή περίοδο οι αδελφότητες και οι συντεχνίες της μεσαίας τάξης, στην παραγωγή και στο εμπόριο, γνώρισαν μεγάλη άνθηση και αποτέλεσαν την αστική οικονομική δύναμη της αυτοκρατορίας.

 

Οι μορφές σωματειακής οργάνωσης των εμπόρων, τεχνιτών και βιοτεχνών της Κωνσταντινούπολης, αλλά και των άλλων μεγάλων πόλεων του Βυζαντίου, οι οποίες ως ένα βαθμό αποτέλεσαν τη συνέχεια των ρωμαϊκών collegia, ήταν γνωστές με διάφορα ονόματα, όπως «σύλλογοι», «τάξεις», «τάγματα», «συστήματα» και «σωματεία». Εξυπηρετούσαν τη διαδικασία εφοδιασμού του πληθυσμού με κανόνες που όριζε το κράτος.

 

Για παράδειγμα, πρωτεύοντα ρόλο στην τροφοδοσία της Βασιλεύουσας είχαν οι «μακελλάριοι» (κρεοπώλες), οι «ιχθυοπράται», οι αρτοποιοί και οι «κάπηλοι» (πανδοχείς).

 

Η συντεχνιακή οργάνωση χαρακτηρίζονταν από αυστηρούς κανόνες, τόσο ως προς την εκπαίδευση των μελών, όσο και ως προς τον έλεγχο των τιμών και τη λειτουργία των εμπορικών δραστηριοτήτων. Τα μέλη τους διακρίνονταν για την αλληλεγγύη τους, ενώ χαρακτηριστική υπήρξε η γεωγραφική οριοθέτηση των επαγγελματιών και των βιοτεχνών στις πόλεις.

 

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η συντεχνιακή οργάνωση, με κριτήρια αυστηρά επαγγελματικά και όχι εισοδηματικά, διατηρείται στα πλαίσια αφενός ευρύτερων πολιτισμικών παραδόσεων και αφετέρου στη βάση της εξυπηρέτησης ορισμένων διοικητικών αναγκών της οθωμανικής εξουσίας. Ο θεσμός της συντεχνίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλάζει ονομασία. Πλέον ονομάζεται «ισνάφ» ή «εσνάφ» (ισνάφι-συνάφι) από την τουρκική λέξη esnaf, καθώς και «ρουφέτ» (ρουφέτι), από την αραβική λέξη rufet∙ αμφότερες σημαίνουν συνένωση ανθρώπων που ασκούν κάποια τέχνη με σκοπό το κέρδος. Ο μάστορας πλαισιώνεται από τον «παραγιό» ή «κάλφα», τον κατ’ εξοχήν βοηθό του και διάδοχό του στους κόλπους της συντεχνιακής οργάνωσης, καθώς και από τον μαθητευόμενο τεχνίτη, το «τσιράκι».

 

Στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα οι συντεχνίες ονομάζονταν «σκόλες» ή «λόζες». Ως περίοδος μεγαλύτερης ακμής των ισναφιών θεωρείται ο 18ος αιώνας. Μάλιστα, την εποχή εκείνη έγινε υποχρεωτική η συμμετοχή των επαγγελματιών σε συντεχνίες χάρη σε σουλτανικό φιρμάνι του 1773.

 

Οι οθωμανικές συντεχνίες ήταν επιφορτισμένες με την ευθύνη για την τήρηση των φορολογικών μέτρων, τη σωστή λειτουργία του επισιτισμού, την διακίνηση των πρώτων υλών, τον προσδιορισμό των τιμών και την κατασκευή έργων. Οι «πρωτομαΐστορες», οι πρόεδροι δηλαδή των συντεχνιών, εκλέγονταν από τους μάστορες των «ισναφιών», λογοδοτούσαν μόνο σ’ αυτούς και αντιπροσώπευαν τις συντεχνίες ενώπιον των ανώτερων πολιτικών και εκκλησιαστικών αρχών.[1] Πρωταρχικό μέλημα των πρωτομαστόρων ήταν η διασφάλιση των επαγγελματικών συμφερόντων και η τήρηση ορισμένων κανονιστικών κανόνων στη λειτουργία των συντεχνιών. Οι συντεχνίες ήταν γενικές και ειδικές, με τις τελευταίες να ικανοποιούν τις τοπικές κυρίως ανάγκες.

 

Ιδιαίτερα πολυμελείς ήταν οι συντεχνίες της Κωνσταντινούπολης. Την εποχή της άνθησης του συντεχνιακού συστήματος, το 18ο αιώνα, υπολογίζεται ότι στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας υπήρχαν 150 συντεχνίες που με τις υποδιαιρέσεις τους έφταναν τις 600.[2] Αν και σε ορισμένες πόλεις υπήρξαν συντεχνίες που χαρακτηρίζονταν από το ιδιαίτερο του επαγγέλματός τους, συνήθως ήταν πολυσυλλεκτικές∙ στο εσωτερικό τους διακρίνονταν από μεγάλη εξειδίκευση, καθώς απαρτίζονταν από μια σειρά συναφών μεν, αλλά διαφορετικών δε επαγγελμάτων. Επιπλέον, φαίνεται ότι η οργάνωση των συντεχνιών καθοριζόταν από το ομόθρησκο των μελών, μολονότι συναντάμε και μικτές συντεχνίες. Στη Θεσσαλονίκη αρκετές μικτές συντεχνίες θα επιζήσουν μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

 

Παράλληλα με τον οικονομικό τους προσανατολισμό, τα «ισνάφια» ανέπτυξαν ευρεία φιλανθρωπική και κοινωνική δραστηριότητα σε όλη τη γεωγραφική επικράτεια του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Σημαντική ήταν η παρουσία των συντεχνιών, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη, το Βουκουρέστι, την Ανδριανούπολη και τα Ιωάννινα.

 

 

Οι συντεχνίες διέθεταν καταστατικά και κανονισμούς λειτουργίας, μητρώο μελών καθώς και αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Στόχευαν στην περιφρούρηση των κοινών συμφερόντων, την είσπραξη εισφορών, την διάθεση των παραγόμενων προϊόντων, την φροντίδα για τους φτωχούς και τους ανάπηρους και την εφαρμογή πειθαρχικής εξουσίας επί των μελών.

 

Το καταστατικό των «αμπατζήδων» (ραφτάδων και εμπόρων ρούχων) της Φιλιππούπολης (1685), εταξύ άλλων αναφέρει: «Όλοι κοινώς οι μαΐστορες και οι νυν ευρισκόμενοι και οι μεταγενέστεροι να έχουν ομόνοιαν ανάμεσά τους και αγάπην και να μη κατατρέχη ποτέ ο ένας τον άλλον […] αλλά οι μικρότεροι πάντοτε να τιμούν τους μεγαλυτέρους τους και να μη ημπορή ποτέ κανείς να υβρίση και να ατιμάση ή να ασχημολογήση τον άλλον. […] Όταν γίνεται σύναξις, […] να μη ομιλή ποτέ τινας δια χατήρι και φιλοπροσωπίαν […], αλλά το δίκαιον να ομιλή ο καθείς και εκείνο όπου θεόψυχα κριθή εύλογον από τους γεροντότερους, να στέργουν και να πείθωνται εις αυτό και οι νεώτεροι […].»

 

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι εξαρτημένες από το κράτος συντεχνίες δεν εξελίχθηκαν σε μοχλούς ισχυρής κοινωνικής οργάνωσης για την προάσπιση των συμφερόντων του αστικού πληθυσμού όπως στην Δύση. Ωστόσο, η παρουσία τους λειτούργησε ευεργετικά για την αυτοδιοίκηση των ελληνικών κοινοτήτων. Κομιστές έντονων θρησκευτικών συμβολισμών - η σημαία και η σφραγίδα κάθε συντεχνίας έφεραν την εικόνα κάποιου προστάτη αγίου[3] - οι συντεχνίες συμμετείχαν σε κάθε τύπου πολιτικοκοινωνικές διεργασίες των χριστιανικών κοινοτήτων και αποτελούσαν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους υπόδουλους πληθυσμούς, την κεντρική διοίκηση και τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Έτσι είχαν ενεργό ρόλο στην εκλογή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (τουλάχιστον ως το 1859), όπως και στην διαχείριση των εσόδων και των εξόδων του Πατριαρχείου. Μετείχαν στην διοίκηση των πόλεων και από κοινού με τα φιλανθρωπικά και φιλεκπαιδευτικά σωματεία («Αδελφάτα» ή «Αδελφότητες») ασκούσαν πολυσχιδές προνοιακό έργο. Κατά μία έννοια οι συντεχνίες αποτέλεσαν μια μορφή αντιεξουσίας, μια αυτοδύναμη πολιτική και κοινωνική δύναμη στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (και των ελληνικών πληθυσμών), καθώς προάσπιζαν τα οικονομικά και κοινωνικά κεκτημένα τόσο των μελών τους, όσο και ευρύτερων κοινοτήτων. Η εξάπλωση του Ελληνισμού στη Βαλκανική, με το σχηματισμό μιας ισχυρής τάξης εμπόρων και βιοτεχνών, υπήρξε καθοριστική στην διαμόρφωση μιας διαβαλκανικής αστικής τάξης, η οποία και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εθνική αφύπνιση.

 

 

Πηγή: Ιστορία της ΓΣΕΒΕΕ

 

 

 

ΣΒ

 

 

 

 

Tags: Επαγγελματικά, Κοινωνία Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 1083 φορές

Σχετικές Ειδήσεις