11/04/2017 | 11:39
Κανόνες διαφάνειας - σύγκρισης τελών για λογαριασμούς Ελλάδας - Ε.Ε.
  • Κανόνες διαφάνειας - σύγκρισης τελών για λογαριασμούς Ελλάδας - Ε.Ε.
  • Κανόνες διαφάνειας - σύγκρισης τελών για λογαριασμούς Ελλάδας - Ε.Ε.
  • Κανόνες διαφάνειας - σύγκρισης τελών για λογαριασμούς Ελλάδας - Ε.Ε.

Του Κωνσταντίνου Λάιου, Νομικού συνεργάτη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών


ΝΟΜΟΣ 4465 ΦΕΚ Α 47/4.4.2017

 Ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά και άλλες διατάξεις

 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/92/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 23ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2014

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΣΚΟΠΟΣ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

 Άρθρο 1

Σκοπός, αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής (Άρθρο 1 της Οδηγίας)

 1. Σκοπός του Πρώτου Μέρους του παρόντος νόμου είναι η εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 σχετικά με τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά (ΕΕ L 275 της 28.8.2014).

 2. Με το Πρώτο Μέρος του παρόντος νόμου θεσπίζονται κανόνες σχετικά με τη διαφάνεια και τη συγκρισιμότητα των τελών που χρεώνονται στους καταναλωτές για τους λογαριασμούς πληρωμών τους, καθώς και κανόνες αναφορικά με την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών εντός Ελλάδος, και για τη διευκόλυνση του διασυνοριακού ανοίγματος λογαριασμού πληρωμών για τους καταναλωτές εντός Ε.Ε..

 Θεσπίζεται επίσης πλαίσιο κανόνων και όρων σύμφωνα με τους οποίους διασφαλίζεται το δικαίωμα των καταναλωτών για το άνοιγμα και τη χρήση λογαριασμών πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά.

 3. Τα Κεφάλαια B' και Γ εφαρμόζονται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

 4. Το Κεφάλαιο Δ' εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα.

 5. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται στις οντότητες που αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (Α' 107).

6. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στους λογαριασμούς πληρωμών μέσω των οποίων οι καταναλωτές είναι τουλάχιστον σε θέση:

α) να τοποθετούν χρηματικά ποσά σε λογαριασμό πληρωμών,

β) να αναλαμβάνουν μετρητά από λογαριασμό πληρωμών,

γ) να εκτελούν και να λαμβάνουν πράξεις πληρωμής, περιλαμβανομένων των μεταφορών πιστώσεων, προς και από τρίτο μέρος.

7. Το άνοιγμα και η χρήση λογαριασμού πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά σύμφωνα με το παρόν Μέρος διενεργείται με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3691/2008 (Α'166).

Άρθρο 2

Ορισμοί (Αρθρο 2 της Οδηγίας)

 Για τους σκοπούς του Πρώτου Μέρους του παρόντος νόμου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

 1) «καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα,

 2) «νομίμως διαμένων στην Ένωση»: η κατάσταση κατά την οποία φυσικό πρόσωπο δικαιούται να διαμένει σε κράτος-μέλος δυνάμει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου, περιλαμβανομένων των καταναλωτών που δεν έχουν σταθερή διεύθυνση κατοικίας και των προσώπων που ζητούν άσυλο σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, το πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 της εν λόγω σύμβασης και άλλων σχετικών διεθνών συνθηκών,

 3) «λογαριασμός πληρωμών»: ο λογαριασμός που τηρείται στο όνομα ενός ή περισσότερων καταναλωτών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής,

4) «υπηρεσίες πληρωμών»: υπηρεσίες πληρωμών κατά την έννοια του στοιχείου 3 του άρθρου 4 του ν. 3862/2010 (Α' 113),

5) «πράξη πληρωμής»: ενέργεια στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή ο δικαιούχος και η οποία συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου,

6) «υπηρεσίες που συνδέονται με το λογαριασμό πληρωμών»: όλες οι υπηρεσίες που συνδέονται με το άνοιγμα, την τήρηση και το κλείσιμο λογαριασμού πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληρωμών και των πράξεων πληρωμών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του στοιχείου ζ' του άρθρου 3 του ν. 3862/2010 και των δυνατοτήτων υπερανάληψης και υπέρβασης,

7) «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών»: πάροχος υπηρεσιών πληρωμών κατά την έννοια του στοιχείου 9 του άρθρου 4 του ν. 3862/2010,

8) «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 176 της 27.6.2013),

9) «μέσο πληρωμών»: μέσο πληρωμών κατά την έννοια του στοιχείου 23 του άρθρου 4 του ν. 3862/2010,

10) «αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών από τον οποίο αποστέλλεται η πληροφόρηση που απαιτείται για την εκτέλεση της αλλαγής λογαριασμού,

11) «λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προς τον οποίο αποστέλλεται η πληροφόρηση που απαιτείται για την εκτέλεση της αλλαγής λογαριασμού,

12) «εντολή πληρωμής»: κάθε οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής,

13) «πληρωτής»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατέχει λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτόν το λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου,

14) «δικαιούχος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών που έχουν αποτελέσει αντικείμενο της πράξης πληρωμής,

15) «τέλη»: όλες οι χρεώσεις και οι επιβαρύνσεις με χαρακτήρα κυρώσεων, εάν υπάρχουν, τις οποίες οφείλει ο καταναλωτής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για υπηρεσίες που συνδέονται με λογαριασμό πληρωμών ή σε σχέση με αυτές,

16) «πιστωτικό επιτόκιο»: οποιοδήποτε επιτόκιο πληρώνεται στον καταναλωτή σε σχέση με χρηματικά ποσά που τηρούνται σε λογαριασμό πληρωμών,

17) «σταθερό μέσο»: κάθε μέσο το οποίο επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά, ώστε να μπορεί να ανατρέξει σε αυτές μελλοντικά, για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς των πληροφοριών, και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών,

18) «αλλαγή» ή «αλλαγή λογαριασμού»: μεταφορά, κατόπιν αίτησης του καταναλωτή, από έναν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σε άλλον, είτε των πληροφοριών σχετικά με το σύνολο ή μέρος των πάγιων εντολών για μεταφορές πιστώσεων, των επαναλαμβανόμενων άμεσων χρεώσεων και των επαναλαμβανόμενων εισερχόμενων μεταφορών πιστώσεων που διενεργούνται σε λογαριασμό πληρωμών, είτε οποιουδήποτε θετικού υπολοίπου λογαριασμού πληρωμών από τον ένα λογαριασμό πληρωμών σε άλλον ή και τα δύο, με ή χωρίς κλείσιμο του προηγούμενου λογαριασμού πληρωμών,

19) «άμεση χρέωση»: η εθνική ή διασυνοριακή υπηρεσία πληρωμής για τη χρέωση λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή, όταν η πράξη πληρωμής πραγματοποιείται με πρωτοβουλία του δικαιούχου κατόπιν συναίνεσης του πληρωτή,

20) «μεταφορά πίστωσης»: η εθνική ή διασυνοριακή υπηρεσία πληρωμών για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου με πράξη πληρωμής ή μια σειρά πράξεων πληρωμής από λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί το λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, βάσει εντολής του πληρωτή,

21) «πάγια εντολή»: οδηγία του πληρωτή προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί το λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή να εκτελεί μεταφορές πιστώσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες,

22) «χρηματικά ποσά»: τραπεζογραμμάτια και κέρματα, λογιστικό χρήμα και ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια του στοιχείου 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α' 218),

23) «σύμβαση-πλαίσιο»: σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντική εκτέλεση επιμέρους και διαδοχικών πράξεων πληρωμής και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους σύστασης λογαριασμού πληρωμών,

24) «εργάσιμη ημέρα»: η ημέρα κατά την οποία ο σχετικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εργάζεται, όπως απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής,

25) «δυνατότητα υπερανάληψης»: ρητή σύμβαση πίστωσης με την οποία πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει σε καταναλωτή χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού πληρωμών του καταναλωτή,

26) «υπέρβαση»: σιωπηρή αποδοχή υπερανάληψης στο πλαίσιο της οποίας ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει σε καταναλωτή χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού πληρωμών του καταναλωτή ή τη συμφωνημένη δυνατότητα υπερανάληψης,

27) «αρμόδια αρχή»: η αρχή που ορίζεται αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 21,

28) «κατάλογος»: ο κατάλογος των πλέον αντιπροσωπευτικών υπηρεσιών που συνδέονται με λογαριασμό πληρωμών και υπόκεινται στην καταβολή τέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3,

29) όπου αναφέρεται «διαδικασίες» ή/και «φορείς» εναλλακτικής επίλυσης διαφορών νοούνται οι διαδικασίες και οι φορείς κατά την έννοια της 70330οικ/30.6.2015 υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β'1421).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΣΥΓΚΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Άρθρο 3

Κατάλογος των πλέον αντιπροσωπευτικών υπηρεσιών που συνδέονται με λογαριασμό πληρωμών και υπόκεινται στην καταβολή τέλους και τυποποιημένη ορολογία (Αρθρο 3 της Οδηγίας)

 1. Χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός τριών μηνών αφού τεθούν σε ισχύ τα σχετικά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/92/ ΕΕ, η αρμόδια αρχή καταρτίζει και δημοσιεύει κατάλογο των πλέον αντιπροσωπευτικών υπηρεσιών που συνδέονται με λογαριασμό πληρωμών και υπόκεινται στην καταβολή τέλους. Για την κατάρτιση του καταλόγου η αρμόδια αρχή λαμβάνει, σύμφωνα και με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 3, παρ. 2 της Οδηγίας 2014/92/ΕΕ κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (Ε.Α.Τ.), υπόψη τις υπηρεσίες, οι οποίες:

α) χρησιμοποιούνται συχνότερα από τους καταναλωτές σε σχέση με τους λογαριασμούς πληρωμών και

β) συνεπάγονται το υψηλότερο συνολικό κόστος για τους καταναλωτές, τόσο συνολικά όσο και σε μοναδιαία βάση.

2. Ο ως άνω κατάλογος περιλαμβάνει:

α) τουλάχιστον 10 και όχι άνω των 20 από τις πλέον αντιπροσωπευτικές υπηρεσίες οι οποίες συνδέονται με λογαριασμό πληρωμών, υπόκεινται στην καταβολή τέλους και προσφέρονται από έναν τουλάχιστον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στην Ελλάδα,

β) όρους και ορισμούς για κάθε μία από τις παραπάνω υπηρεσίες,

γ) όπου συντρέχει περίπτωση, την τυποποιημένη ορολογία της Ένωσης για τις υπηρεσίες που είναι κοινές τουλάχιστον στην πλειονότητα των κρατών-μελών.

3. Ανά τετραετία, από τη δημοσίευση του καταλόγου, η αρμόδια αρχή τον αξιολογεί και, εάν συντρέχει περίπτωση, τον επικαιροποιεί. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης αυτής και, εάν συντρέχει περίπτωση, ο επικαιροποιημένος κατάλογος κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή στην (Ε.Α.Τ.).

4. Χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη θέση σε ισχύ οποιασδήποτε τροποποίησης στα σχετικά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει και δημοσιεύει τον επικαιροποιημένο κατάλογο και διασφαλίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών χρησιμοποιούν τους επικαιροποιημένους όρους και ορισμούς.

Άρθρο 4

Δελτίο πληροφόρησης περί τελών και γλωσσάριο (Αρθρο 4 της Οδηγίας)

1. Με την επιφύλαξη του στοιχείου 3 του άρθρου 39 του ν. 3862/2010 και των άρθρων 4 έως 8 της Ζ1-699/23.6.2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 917), οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στον καταναλωτή, εγκαίρως πριν από την υπογραφή σύμβασης για λογαριασμό πληρωμών, δελτίο πληροφόρησης περί τελών σε έντυπη μορφή ή άλλο σταθερό μέσο, το οποίο περιλαμβάνει τους τυποποιημένους όρους του καταλόγου του άρθρου 3 και, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές προσφέρονται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, τα αντίστοιχα τέλη για κάθε υπηρεσία.

2. Το δελτίο πληροφόρησης περί τελών:

α) είναι σύντομο και χωριστό έγγραφο,

β) παρουσιάζεται και είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε να είναι σαφές και ευανάγνωστο, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους,

γ) παραμένει το ίδιο κατανοητό και στην περίπτωση που, ενώ αρχικά ήταν έγχρωμο, εκτυπώνεται ή αντιγράφεται σε φωτοτυπικό μηχάνημα σε ασπρόμαυρη μορφή,

δ) συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα ή, εάν συμφωνήσουν ο καταναλωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλη γλώσσα,

ε) είναι ακριβές, μη παραπλανητικό και εκφράζεται στο νόμισμα του λογαριασμού πληρωμών ή, εάν συμφωνήσουν ο καταναλωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλο νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

στ) περιέχει τον τίτλο «δελτίο πληροφόρησης περί τελών» στην αρχή της πρώτης σελίδας του, δίπλα σε ένα κοινό σύμβολο, που διακρίνει το συγκεκριμένο έγγραφο από άλλα έγγραφα, και

ζ) περιλαμβάνει δήλωση ότι περιέχει τα τέλη των πλέον αντιπροσωπευτικών υπηρεσιών που συνδέονται με το λογαριασμό πληρωμών και ότι πλήρεις προσυμβατικές και συμβατικές πληροφορίες για όλες τις υπηρεσίες παρέχονται σε άλλα έγγραφα.

Το δελτίο πληροφόρησης περί τελών μπορεί να παρέχεται από κοινού με τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3862/2010, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ανωτέρω απαιτήσεις.

3. Όταν μία ή περισσότερες υπηρεσίες προσφέρονται ως μέρος πακέτου υπηρεσιών που συνδέονται με κάποιο λογαριασμό πληρωμών, στο δελτίο πληροφόρησης περί τελών δηλώνονται:

α) το τέλος για το σύνολο του πακέτου,

β) οι υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο πακέτο και τα ποσοτικά όρια αυτών και

γ) το πρόσθετο τέλος για κάθε υπηρεσία που υπερβαίνει το όριο που καλύπτεται από το πακέτο αμοιβής.

4. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στους καταναλωτές γλωσσάριο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τους τυποποιημένους όρους που καθορίζονται στον κατάλογο του άρθρου 3 και τους σχετικούς ορισμούς.

Το γλωσσάριο που παρέχεται δυνάμει του πρώτου εδαφίου, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως άλλων ορισμών, συντάσσεται σε σαφή γλώσσα, χωρίς αμφισημίες και τεχνικούς όρους και δεν έχει παραπλανητικό χαρακτήρα.

5. Το δελτίο πληροφόρησης περί τελών και το γλωσσάριο καθίστανται διαθέσιμα στους καταναλωτές από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, ανά πάσα στιγμή. Παρέχονται με εύκολα προσβάσιμο τρόπο, μεταξύ άλλων και σε μη πελάτες, σε ηλεκτρονική μορφή στους διαδικτυακούς τόπους των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον υπάρχουν, και στο δίκτυο των καταστημάτων τους. Παρέχονται επίσης σε έντυπη μορφή ή άλλο σταθερό μέσο, δωρεάν μετά από αίτηση του καταναλωτή.

6. Το δελτίο πληροφόρησης περί τελών συντάσσεται με βάση τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την τυποποιημένη μορφή παρουσίασής του και το κοινό του σύμβολο, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/92/ΕΕ.

Άρθρο 5

Κατάσταση τελών (Αρθρο 5 της Οδηγίας)

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 44 και 45 του ν. 3862/2010 και του άρθρου 12 της Ζ1-699/23.6.2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στον καταναλωτή, σε τριμηνιαία, τουλάχιστον βάση και δωρεάν, κατάσταση όλων των τελών που καταβάλλουν, καθώς και, εάν συντρέχει περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τα επιτόκια που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ' και δ' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, για τις υπηρεσίες που συνδέονται με κάποιο λογαριασμό πληρωμών. Εάν συντρέχει περίπτωση, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών χρησιμοποιούν τους τυποποιημένους όρους που καθορίζονται στον κατάλογο του άρθρου 3. Το μέσο  επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για την παροχή της κατάστασης τελών συμφωνείται με τον καταναλωτή. Η κατάσταση τελών παρέχεται σε έντυπη μορφή, μετά από αίτηση του καταναλωτή.

2. Η κατάσταση τελών αναφέρει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α) το τέλος μονάδας που χρεώνεται για κάθε υπηρεσία και τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες χρησιμοποιήθηκε η υπηρεσία κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου. Όταν οι υπηρεσίες συνδυάζονται σε πακέτο, αναφέρεται το τέλος που χρεώνεται για το πακέτο συνολικά, ο αριθμός των περιπτώσεων στις οποίες χρεώθηκε το τέλος πακέτου κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου και το πρόσθετο τέλος που χρεώνεται για κάθε υπηρεσία που υπερβαίνει το ποσοτικό όριο που καλύπτεται από το τέλος του πακέτου,

β) το συνολικό ποσό των τελών που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου για κάθε υπηρεσία, για κάθε πακέτο παρεχόμενων υπηρεσιών και για τις υπηρεσίες που υπερβαίνουν το ποσοτικό όριο που καλύπτεται από το τέλος του πακέτου,

γ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, το επιτόκιο υπερανάληψης που ισχύει για το λογαριασμό πληρωμών και το συνολικό ποσό των τόκων υπερανάληψης που χρεώθηκαν κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου,

δ) το πιστωτικό επιτόκιο που ισχύει για το λογαριασμό πληρωμών και το συνολικό ποσό των τόκων που εισπράχθηκε κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, εφόσον συντρέχει περίπτωση,

ε) το συνολικό ποσό των τελών που χρεώθηκαν για όλες τις υπηρεσίες οι οποίες παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου.

3. Η κατάσταση τελών:

α) παρουσιάζεται και είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να είναι σαφής και ευανάγνωστη, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους,

β) είναι ακριβής, μη παραπλανητική και εκφράζεται στο νόμισμα του λογαριασμού πληρωμών ή, εάν συμφωνήσουν ο καταναλωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλο νόμισμα,

γ) περιέχει τον τίτλο «κατάσταση τελών» στην αρχή της πρώτης σελίδας της κατάστασης, δίπλα σε ένα κοινό σύμβολο, προκειμένου να διακρίνεται το συγκεκριμένο έγγραφο από άλλα έγγραφα, και

δ) συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα ή, εάν συμφωνήσουν ο καταναλωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλη γλώσσα.

Η κατάσταση τελών παρέχεται από κοινού με τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3862/2010 για λογαριασμούς πληρωμών και τις συναφείς υπηρεσίες, αρκεί να πληρούνται οι ανωτέρω απαιτήσεις.

4. Η κατάσταση τελών συντάσσεται με βάση τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την τυποποιημένη μορφή της και το κοινό σύμβολό της.

Άρθρο 6

Ενημέρωση των καταναλωτών (Αρθρο 6 της Οδηγίας)

1. Όπου απαιτείται, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών χρησιμοποιούν, στις συμβατικές και εμπορικές πληροφορίες και στις πληροφορίες προβολής, προώθησης και διάθεσης στην αγορά προς τους καταναλωτές, τους τυποποιημένους όρους που καθορίζονται στον κατάλογο του άρθρου 3. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να χρησιμοποιούν εμπορικές ονομασίες στο δελτίο πληροφόρησης περί τελών και στην κατάσταση τελών, υπό την προϋπόθεση ότι οι εμπορικές αυτές ονομασίες χρησιμοποιούνται επιπροσθέτως των τυποποιημένων όρων που καθορίζονται στον κατάλογο του άρθρου 3 ως δευτερεύοντα προσδιοριστικά στοιχεία των εν λόγω υπηρεσιών.

2. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να χρησιμοποιούν εμπορικές ονομασίες για το χαρακτηρισμό των υπηρεσιών τους, στις συμβατικές και εμπορικές πληροφορίες και στις πληροφορίες προβολής, προώθησης και διάθεσης στην αγορά προς τους καταναλωτές, υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζουν με σαφήνεια, όπου απαιτείται, τους αντίστοιχους τυποποιημένους όρους που καθορίζονται στον κατάλογο του άρθρου 3.

Άρθρο 7

Διαδικτυακός τόπος σύγκρισης και πίνακας σύγκρισης τελών (Αρθρο 7 της Οδηγίας)

 1. Η αρμόδια αρχή τηρεί, ενημερώνει και δημοσιεύει στο διαδικτυακό της τόπο πίνακα σύγκρισης τελών, τα οποία χρεώνονται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, τουλάχιστον για τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 3.

 Η πρόσβαση στον ως άνω διαδικτυακό τόπο είναι δωρεάν.

 Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στην αρμόδια αρχή τα απαραίτητα για την τήρηση και ενημέρωση του πίνακα σύγκρισης τελών, στοιχεία και πληροφορίες, σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής.

 2. Η αρμόδια αρχή, με απόφασή της μπορεί, να συμπεριλάβει στον πίνακα σύγκρισης τελών της παραγράφου 1 περαιτέρω συγκριτικούς παράγοντες σχετικά με το επίπεδο των υπηρεσιών που παρέχονται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, όπως ο αριθμός κι ο τόπος εγκατάστασης υποκαταστημάτων ή αυτόματων ταμειακών μηχανών.

 3. Ο διαδικτυακός τόπος σύγκρισης της παραγράφου 1:

 α) διασφαλίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών έχουν ίση μεταχείριση στα αποτελέσματα της αναζήτησης,

 β) εφαρμόζει σαφή και αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων διενεργείται η σύγκριση,

 γ) χρησιμοποιεί απλή και σαφή γλώσσα και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τους τυποποιημένους όρους που καθορίζονται στον κατάλογο του άρθρου 3,

 δ) παρέχει ακριβή και επικαιροποιημένη πληροφόρηση και αναφέρει την ώρα της τελευταίας ενημέρωσης του περιεχομένου του,

 ε) περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα προσφορών για λογαριασμούς πληρωμών το οποίο καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της αγοράς και, εάν οι προβαλλόμενες πληροφορίες δεν δημιουργούν πλήρη εικόνα της αγοράς, μια σαφή δήλωση αυτού του γεγονότος, πριν από την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, και

 στ) παρέχει μια αποτελεσματική διαδικασία για την αναφορά της εσφαλμένης πληροφόρησης ως προς τα δημοσιοποιούμενα τέλη.

 Άρθρο 8

Λογαριασμοί πληρωμών σε συνδυασμό με άλλο προϊόν ή υπηρεσία (Άρθρο 8 της Οδηγίας)

 Όταν προσφέρεται ένας λογαριασμός πληρωμών ως μέρος πακέτου μαζί με ένα άλλο προϊόν ή υπηρεσία που δεν συνδέεται με λογαριασμό πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον καταναλωτή αν υπάρχει η δυνατότητα να αγοράσει το λογαριασμό πληρωμών χωριστά και, στην περίπτωση αυτή, παρέχει ξεχωριστή πληροφόρηση σχετικά με τις δαπάνες και τα τέλη που συνδέονται με κάθε ένα από τα λοιπά προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρονται στο εν λόγω πακέτο και που μπορούν να αγοραστούν χωριστά.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΑΛΛΑΓΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ

 Άρθρο 9

Παροχή της υπηρεσίας αλλαγής λογαριασμού (Αρθρο 9 της Οδηγίας)

 Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν σε οποιονδήποτε καταναλωτή που ανοίγει ή τηρεί λογαριασμό σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που εδρεύει στην Ελλάδα υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού, όπως περιγράφεται στο άρθρο 10, μεταξύ λογαριασμών πληρωμών που τηρούνται στο ίδιο νόμισμα.

 Άρθρο 10

Η υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού (Αρθρο 10 της Οδηγίας)

 1. Η υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού κινείται από τον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μετά από αίτηση του καταναλωτή. Η υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού πληροί τουλάχιστον τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 6.2. Ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εκτελεί την υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού μόλις λάβει σχετική εξουσιοδότηση από τον καταναλωτή. Στην περίπτωση δύο ή περισσοτέρων δικαιούχων του λογαριασμού, η εξουσιοδότηση παρέχεται από καθέναν εξ αυτών.

 Η εξουσιοδότηση συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.

 Η εξουσιοδότηση επιτρέπει στον καταναλωτή να παρέχει ειδική συγκατάθεση για την εκτέλεση:

 α) των ενεργειών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 από τον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και

 β) των ενεργειών που αναφέρονται στην παράγραφο 5 από το λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

 Με την εξουσιοδότηση ο καταναλωτής προσδιορίζει ρητά τις εισερχόμενες μεταφορές πιστώσεων, τις πάγιες εντολές για μεταφορές πιστώσεων και τις εντολές άμεσης χρέωσης για τις οποίες επιθυμεί να του παρασχεθεί η υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού. Στην εξουσιοδότηση ορίζεται επίσης από τον καταναλωτή η ημερομηνία από την οποία οι πάγιες εντολές για μεταφορές πιστώσεων και οι εντολές άμεσης χρέωσης πρέπει να εκτελούνται μέσω του λογαριασμού πληρωμών που ανοίγεται ή τηρείται στο λαμβάνοντα πάροχουπηρεσιών πληρωμών. Η ημερομηνία αυτή τοποθετείται  τουλάχιστον έξι εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών λαμβάνει τα έγγραφα που αποστέλλονται από τον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η εν λόγω εξουσιοδότηση παρέχεται εγγράφως ή, μετά από σχετική συμφωνία των μερών και με άλλο σταθερό μέσο και ο καταναλωτής λαμβάνει αντίγραφο αυτής.

 3. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εξουσιοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ζητά από τον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να προβεί στις εξής ενέργειες, εφόσον προβλέπονται στην εξουσιοδότηση του καταναλωτή:

 α) να διαβιβάσει στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και, εφόσον ο καταναλωτής το έχει ζητήσει ειδικά, και στον ίδιο, κατάλογο των υφιστάμενων πάγιων εντολών για μεταφορές πιστώσεων και τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις εντολές άμεσης χρέωσης που αλλάζουν,

 β) να διαβιβάσει στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και, εφόσον το έχει ζητήσει ειδικά ο καταναλωτής, και στον ίδιο, τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επαναλαμβανόμενες εισερχόμενες μεταφορές πιστώσεων και τις άμεσες χρεώσεις που έχει εξουσιοδοτήσει ο πιστωτής και οι οποίες εκτελέστηκαν στο λογαριασμό πληρωμών του καταναλωτή κατά τους προηγούμενους δεκατρείς (13) μήνες,

 γ) αν ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν διαθέτει σύστημα αυτοματοποιημένης ανακατεύθυνσης των εισερχόμενων μεταφορών πιστώσεων και των άμεσων χρεώσεων προς το λογαριασμό πληρωμών που διατηρεί ο καταναλωτής στο λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, να διακόψει την αποδοχή άμεσων χρεώσεων και εισερχόμενων μεταφορών πιστώσεων από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

 δ) να ακυρώσει τις πάγιες εντολές από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

 ε) να μεταφέρει οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό πληρωμών που ανοίχθηκε ή τηρείται στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών κατά την ημερομηνία που ορίζεται από τον καταναλωτή και

 στ) να κλείσει το λογαριασμό πληρωμών που τηρείται στον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών κατά την ημερομηνία που ορίζεται από τον καταναλωτή.

 4. Ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, αφού λάβει σχετική αίτηση από τον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, εκτελεί τις ακόλουθες ενέργειες, εφόσον προβλέπονται στην εξουσιοδότηση του καταναλωτή:

 α) αποστέλλει στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 3, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης,

 β) σε περίπτωση που ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν διαθέτει σύστημα αυτοματοποιημένης ανακατεύθυνσης των εισερχόμενων μεταφορών πιστώσεων και των άμεσων χρεώσεων προς το λογαριασμό που τηρείται ή ανοίγεται από τον καταναλωτή στο λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, διακόπτει την αποδοχή εισερχόμενων μεταφορών πιστώσεων και άμεσων χρεώσεων στο λογαριασμό πληρωμών από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

 γ) ακυρώνει τις πάγιες εντολές από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

 δ) μεταφέρει οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο από το λογαριασμό πληρωμών στο λογαριασμό πληρωμών που ανοίχθηκε ή τηρείται στο λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών κατά την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

 ε) με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 3862/2010, κλείνει το λογαριασμό πληρωμών κατά την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση, εφόσον ο καταναλωτής δεν έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις όσον αφορά τον εν λόγω λογαριασμό και υπό την προϋπόθεση ότι οι ενέργειες που απαριθμούνται στις περιπτώσεις α', β' και δ' της παρούσας παραγράφου έχουν ολοκληρωθεί. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει αμέσως τον καταναλωτή σε περίπτωση που οι εν λόγω εκκρεμείς υποχρεώσεις δεν επιτρέπουν το κλείσιμο του λογαριασμού πληρωμών του καταναλωτή.

 5. Εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών που ζητήθηκαν από τον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με την παράγραφο 3, ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον αυτό προβλέπεται στην εξουσιοδότηση και στο βαθμό που οι πληροφορίες που έχει παράσχει ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή ο καταναλωτής του το επιτρέπουν, εκτελεί τις ακόλουθες ενέργειες:

α) προσδιορίζει τις πάγιες εντολές για τις μεταφορές πιστώσεων που ζητεί ο καταναλωτής και τις εκτελεί από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

β) προβαίνει στις απαραίτητες προετοιμασίες για να δέχεται άμεσες χρεώσεις από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση,

γ) κατά περίπτωση, ενημερώνει τους καταναλωτές για τα δικαιώματά τους δυνάμει του στοιχείου δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 260/2012,

δ) γνωστοποιεί στους πληρωτές που ορίζονται στην εξουσιοδότηση και οι οποίοι προβαίνουν σε επαναλαμβανόμενες εισερχόμενες μεταφορές πιστώσεων προς λογαριασμό πληρωμών του καταναλωτή τα στοιχεία του λογαριασμού πληρωμών του καταναλωτή που τηρείται στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και διαβιβάζει στους πληρωτές αντίγραφο της εξουσιοδότησης του καταναλωτή. Εάν ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν έχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται για να ενημερώσει τους πληρωτές, ζητεί από τον καταναλωτή ή από τον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παράσχει τις πληροφορίες που λείπουν,

ε) γνωστοποιεί στους δικαιούχους που ορίζονται στην εξουσιοδότηση και οι οποίοι λαμβάνουν χρηματικά ποσά από το λογαριασμό πληρωμών του καταναλωτή με άμεση χρέωση τα στοιχεία του λογαριασμού πληρωμών του καταναλωτή που τηρείται στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και την ημερομηνία από την οποία θα λαμβάνονται χρηματικά ποσά από το λογαριασμό πληρωμών με άμεση χρέωση και διαβιβάζει στους δικαιούχους αντίγραφο της εξουσιοδότησης του καταναλωτή. Εάν ο λαμβάνων πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών δεν έχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται για να ενημερώσει τους δικαιούχους, ζητεί από τον καταναλωτή ή  από τον αποστέλλοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παράσχει τις πληροφορίες που λείπουν.

Σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιλέξει να παράσχει προσωπικά τις πληροφορίες που αναφέρονται στις ανωτέρω περιπτώσεις δ' και ε' στους πληρωτές ή δικαιούχους, αντί να δώσει ρητή συγκατάθεση σύμφωνα με την παράγραφο 2 στον λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να το πράξει, ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον καταναλωτή τυποποιημένες επιστολές με τα στοιχεία του λογαριασμού πληρωμών και την ημερομηνία έναρξης που προσδιορίζεται στην εξουσιοδότηση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

6. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 3862/2010, ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν αναστέλλει τη χρήση των μέσων πληρωμών πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στην εξουσιοδότηση του καταναλωτή, έτσι ώστε η παροχή υπηρεσιών πληρωμών προς τον καταναλωτή να μη διακοπεί κατά τη διάρκεια της παροχής της υπηρεσίας αλλαγής λογαριασμού.

Άρθρο11

Διευκόλυνση του διασυνοριακού ανοίγματος λογαριασμού για καταναλωτές (Αρθρο 11 της Οδηγίας)

1. Σε περίπτωση που ο καταναλωτής αναφέρει στον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ότι επιθυμεί να ανοίξει λογαριασμό πληρωμών σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εγκατεστημένο σε άλλο κράτος-μέλος, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών στον οποίο ο καταναλωτής τηρεί ήδη λογαριασμό πληρωμών παρέχει, μετά την παραλαβή ενός τέτοιου αιτήματος, την ακόλουθη βοήθεια στον καταναλωτή:

α) παρέχει δωρεάν στον καταναλωτή κατάλογο με όλες τις ενεργές πάγιες εντολές για μεταφορές πιστώσεων και τις εντολές άμεσης χρέωσης τις οποίες έχει δώσει ο οφειλέτης, εφόσον διατίθενται, και πληροφορίες σχετικά με τις επαναλαμβανόμενες εισερχόμενες μεταφορές πιστώσεων και τις άμεσες χρεώσεις που έχει εξουσιοδοτήσει ο πιστωτής και οι οποίες εκτελέστηκαν στο λογαριασμό πληρωμών του καταναλωτή κατά τους προηγούμενους δεκατρείς (13) μήνες. Ο εν λόγω κατάλογος δεν επιφέρει καμία υποχρέωση για το νέο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να προσφέρει υπηρεσίες που δεν παρέχει ήδη,

β) μεταφέρει οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο παραμένει στο λογαριασμό πληρωμών που τηρεί ο καταναλωτής στο λογαριασμό που ανοίχτηκε ή τηρείται στο νέο πάροχουπηρεσιών πληρωμών, υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία για την  αναγνώριση του νέου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του σχετικού λογαριασμού πληρωμών του καταναλωτή,

γ) κλείνει τον λογαριασμό πληρωμών που τηρεί ο καταναλωτής.

2. Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 3862/2010 και εάν ο καταναλωτής δεν έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις επί λογαριασμού πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών στον οποίο ο καταναλωτής τηρεί τον εν λόγω λογαριασμό πληρωμών προβαίνει στις ενέργειες που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β' και γ' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κατά την ημερομηνία που ορίζεται από τον καταναλωτή, η οποία απέχει τουλάχιστον έξι (6) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή από τον εν λόγω πάροχου υπηρεσιών πληρωμών του αιτήματος του καταναλωτή,  εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των μερών. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει αμέσως τον καταναλωτή σε περίπτωση που οι εν λόγω εκκρεμείς υποχρεώσεις δεν επιτρέπουν το κλείσιμο του λογαριασμού πληρωμών του.

Άρθρο 12

Τέλη που συνδέονται με την υπηρεσία αλλαγής λογαριασμού (Αρθρο 12 της Οδηγίας)

1. Οι καταναλωτές έχουν δωρεάν πρόσβαση στις προσωπικές τους πληροφορίες όσον αφορά υφιστάμενες πάγιες εντολές και άμεσες χρεώσεις που τηρούνται είτε στον αποστέλλοντα είτε στο λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

2. Ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει τις πληροφορίες που έχει ζητήσει ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει της περίπτωσης α' της παραγράφου 4 του άρθρου 10 χωρίς να χρεώνει τον καταναλωτή ή το λαμβάνοντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

3. Τα τέλη, εάν υπάρχουν, που χρεώνει ο αποστέλλων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών στον καταναλωτή για το κλείσιμο του λογαριασμού πληρωμών που τηρείται σε αυτόν καθορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 42 του ν. 3862/2010.

 

4. Τα τέλη, εάν υπάρχουν, που χρεώνει ο αποστέλλων ή ο λαμβάνων πάροχος υπηρεσιών πληρωμών στον καταναλωτή για οποιαδήποτε υπηρεσία παρέχεται δυνάμει του άρθρου 10, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφοους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, είναι εύλογα και αντιστοιχούν στο πραγματικό κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 13

Οικονομική ζημία για τους καταναλωτ&

Tags: Νομοθεσία, Τράπεζες Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 16917 φορές

Σχετικές Ειδήσεις