20/03/2017 | 07:42
Οι παρατάσεις παραγραφής φορ. υποθέσεων στην ολομέλεια του Σ.τ.Ε.
Οι παρατάσεις παραγραφής φορ. υποθέσεων στην ολομέλεια του Σ.τ.Ε.

Το θέμα της συνταγματικότητας της επιμήκυνσης της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς κοινοποίηση σχετικών φύλλων/πράξεων και καταλογισμό πρόσθετων  φόρων και τελών όπως αυτό προβλέπεται (και ερμηνεύεται εμπράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο) στις διατάξεις των άρθρων 11 του ν. 3513/2006, 29 του ν. 3697/2008, 10 του ν. 3790/2009, 82 του ν. 3842/2010, 12 παρ. 7 του ν. 3888/2010, 18 παρ. 2 του ν. 4002/2011 και ν. 4098/2012 θα κριθεί (επιτέλους) από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.



Σε αυτό το άρθρο δε θα σταθούμε στα πραγματικά περιστατικά και στους προφορικούς κι έγγραφους ισχυρισμούς των διαδίκων που αναλυτικά αναφέρονται στην με αριθμό ΣτΕ 675/2017 απόφαση του ΣτΕ που δημοσιεύεται σήμερα στον κόμβο.



Θα επισημάνουμε μόνο πως λόγω σπουδαιότητας του θέματος η αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου τελικά εισήχθη στην επταμελή σύνθεση η οποία με τη σειρά της παραπέμπει - κατ’  εφαρμογή των όσων ορίζονται στον  άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος - στην Ολομέλεια το ζήτημα της συνταγματικότητας των παραπάνω αναφερόμενων διατάξεων που προέβλεψαν την επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής.



Σήμερα θα εστιάσουμε στο άκρως ενδιαφέρον αν όχι ρηξικέλευθο σκεπτικό της αποφάσεως 675/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας (όπως αναλυτικά διατυπώνεται στο σκεπτικό 6 και επόμενα) : η επιμήκυνση της παραγραφής είναι επιτρεπτή εφόσον συνάδει με όσα ρητά αναφέρονται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.



Η ερμηνεία της αρχής τη ασφάλειας του δικαίου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευμένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου – όπως πλέον έχει αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά από το ΣτΕ τα τελευταία χρόνια – επιβάλει την αυστηρή ερμηνεία των υπό κρίση διατάξεων η οποία εκφράζεται μέσω της προβλέψιμης εφαρμογής των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων, εν προκειμένω της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί πράξεις και να καταλογίζει πρόσθετους φόρους και τέλη. 


Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται :


α) η άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου για την εξακρίβωση της εκ μέρους των φορολογουμένων τηρήσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων, χωρίς όμως να ενθαρρύνεται απραξία των φορολογικών αρχών (την οποία ενθαρρύνει η μεγάλη διάρκεια του χρόνου της παραγραφής ή η δυνατότητα της εκ των υστέρων, και ιδίως πλησίον του χρόνου λήξεώς της, παρατάσεώς της),


β) η μη έκθεση των φορολογούμενων αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου  και αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη φορολογική υποχρέωση και την κτήση του διαφυγόντος τη φορολογία περιουσιακού οφέλους, να αμυνθούν προσηκόντως έναντι σχετικού ελέγχου, αλλά και να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες από τον έλεγχο αυτό οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος της παραγραφής είναι μεγάλος), τις φορολογικές υποχρεώσεις τους,
και γ) να μην αφήνεται το Δημόσιο έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών φορολογικών υποχρεώσεων.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν μας εκπλήσσει. Δεν διστάζει - για ακόμα μία φορά - ν΄ ασκήσει κριτική και μάλιστα σφοδρή στον τρόπο με τον οποίο διενεργούνται οι έλεγχοι:
α) Οι περιορισμένοι ανθρώπινοι και υλικοί  πόροι στον τομέα του ελέγχου είναι κοινό μυστικό.

β) Οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της φορολογικής νομοθεσίας κρίνονται επίσης ως αρνητικός παράγοντας.


γ) Το τραγικότερο όλων, παρατηρείται το φαινόμενο οι διενεργούμενοι έλεγχοι  να εστιάζουν κυρίως σε παρελθοντικές χρήσεις, στα όρια της παραγραφής.


δ) Το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι σε θέση να ασκήσει επικαίρως ελέγχους για την εξακρίβωση τηρήσεως της ήδη ισχυούσης φορολογικής νομοθεσίας, οι οποίοι (έλεγχοι) θα ήταν ενδεχομένως και περισσότερο αποτελεσματικοί και λυσιτελείς και θα συνέβαλαν στην εμπέδωση στους φορολογουμένους της συνειδήσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων, που απορρέουν από ισχύουσες διατάξεις, σε χρόνο που θα έχουν και τη δυνατότητα να συμμορφωθούν και να αποφύγουν την επανάληψη ενδεχομένων παραβάσεων και, επομένως, και την επιβολή κυρώσεων.


Αναφερόμενο στην εύλογη διάρκεια της παραγραφής, το Συμβούλιο της Επικρατείας επισημαίνει πως η παραγραφή πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το επόμενο της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως έτος (όπως δηλαδή συμβαίνει και με το σύνολο των φορολογικών Νόμων).


Κατά συνέπεια,  διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, των οποίων η έναρξη του χρόνου παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου, για τον λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτό ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο γενέσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων. Καταλήγει δε, (μετά από μία απαρίθμηση των Νόμων που πρόσφατα παρέτειναν την παραγραφή κι εστιάζοντας εμφατικά στις συνοδευτικές κατά την ψήφισή τους αιτιολογικές εκθέσεις) πως η συνεχιζόμενη αυτή πρακτική των διαδοχικών παρατάσεων καθιστά το άρθρο 84 παρ. 1 του Κώδικά Φορολογίας Εισοδήματος κενό περιεχομένου .
Σε περίπτωση που η Ολομέλεια συνταχθεί με το σκεπτικό αυτό φρονούμε πως το σύνολο των νεότερων διατάξεων που με τον ένα ή άλλο τρόπο επιμήκυναν τον χρόνο παραγραφής - με τρόπο μη σύμφωνο με τις επιταγές του Συντάγματος – θα τεθούν εν αμφιβολία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και οι μεταβατικές διατάξεις του Ν 4174/2013. Το ζητούμενο τότε θα είναι η εκτέλεση των φορολογικών Νόμων, όπως καθ΄ ύλιν ΜΟΝΟ αρμόδιο να ερμηνεύσει είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ίσως τελικά  είναι καιρός να πάμε παρακάτω και να εστιάσουμε στους ελέγχους των τρεχουσών χρήσεων. Ο γέγονε, γέγονε .
Κλείνοντας θα θέλαμε να τονίσουμε προκαταβολικά πως δεν πρόκειται να συμμεριστούμε τους παχυλούς και προς χάριν εντυπωσιασμού τίτλους των ΜΜΕ που θα συνοδεύσουν τόσο την 675/2017 ΣτΕ, όσο και την τελική απόφαση της Ολομέλειας περί της (μη) συνταγματικότητας της επαναλαμβανόμενης επιμήκυνσης της παραγραφής οι οποίοι θα εστιάσουν κατά το σύνηθες στο πώς γλύτωσαν τελικά τον καταλογισμό οι μεγάλοι φοροφυγάδες ή όπως αλλιώς τους αποκαλούν. 


Ο Νόμος είναι ένας και ισχύει έναντι όλων, Ελληνικού Δημοσίου και φορολογούμενων.

 

 

Της ΝΕΝΑσ Π. ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ


 Δείτε όλη την απόφαση στο φορολογικό αρχείο του κόμβου



Πηγή: Taxheaven

 

 

 

 

ΣΒ

Tags: Νομοθεσία, Φορολογία Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 921 φορές

Σχετικές Ειδήσεις