08/11/2018 | 14:52
Πρόστιμο σε τράπεζα για προσωπικά δεδομένα
Πρόστιμο σε τράπεζα για προσωπικά δεδομένα

Του Κωνσταντίνου Λάιου, Νομικού Συνεργάτη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.


ΘΕΜΑ: Πρόστιμο σε τράπεζα για μη εκπλήρωση της υποχρέωσής της να τηρεί και να επεξεργάζεται ακριβή στοιχεία για τους οφειλέτες της.

ΑΠΔ 57/2018

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Αθήνα, 21-08-2018

( Τμήμα )

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στις………………………………………………

Παρέστησαν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος                    κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής                        και τα αναπληρωµατικά µέλη                 ως εισηγητής και                                         σε αναπλήρωση των τακτικών µελών                              αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Παρούσες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν οι                                                δικηγόροι-ειδικοί επιστήµονες, ως βοηθοί εισηγητή και η                                     υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών υποθέσεων, ως γραµµατέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω:

Έχει υποβληθεί στην Αρχή µεγάλος αριθµός καταγγελιών σχετικά µε τηλεφωνικές οχλήσεις που  πραγµατοποιούνται στο πλαίσιο ενηµέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσµες απαιτήσεις (είτε αυτές γίνονται, για λογαριασµό των δανειστών, από εταιρείες ενηµέρωσης οφειλετών (στο εξής ΕΕΟ) – που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση - είτε γίνονται από τους ίδιους τους δανειστές).

Οι σχετικές καταγγελίες έχουν οµαδοποιηθεί για τον αποτελεσµατικότερο χειρισµό τους (πρβλ. Απόφαση 98/2017 και Ετήσιες Εκθέσεις 2012, 2013, 2015 και 2017 της Αρχής).

Η πλειονότητα των καταγγελιών αυτών αφορούν στο ζήτηµα της νοµιµότητας της διάθεσης των δεδοµένων σε ΕΕΟ χωρίς την προηγούµενη συγκατάθεση ή την προηγούµενη (γενική ή ειδική ενηµέρωση) των οφειλετών, ζήτηµα για το οποίο η Αρχή έχει ήδη αποφανθεί (βλ. Απόφαση 98/2017 και συστάσεις υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/4744/12-07-2013).

Στις υποθέσεις που εξετάζονται µε την παρούσα καταγγέλλεται από πολίτες όχληση σε λάθος πρόσωπο και πρέπει να εξεταστεί το ζήτηµα της ακρίβειας των δεδοµένων και της διόρθωσης αυτών. Πρόκειται, κατά το χρονικό διάστηµα 2015 έως 2017, για έντεκα (11) συνολικά καταγγελίες κατά της Alpha Bank, τέσσερις (4) κατά της Εθνικής Τράπεζας και τρεις (3) κατά της Eurobank.

Συγκεκριµένα, όλοι οι καταγγέλλοντες παραπονούνται για τηλεφωνικές οχλήσεις που δέχονται χωρίς να έχουν σχέση µε τους οφειλέτες που αναζητούνται στο πλαίσιο της ενηµέρωσης οφειλετών.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο τηλεφωνικός αριθµός ανήκε στο παρελθόν σε οφειλέτη ή δόθηκε, όπως ισχυρίζονται οι τράπεζες, από τους ίδιους τους οφειλέτες κατά την κατάρτιση της σύµβασης.

Από την άλλη, οι καταγγέλλοντες είναι οµολογουµένως σε δυσχερή θέση διότι, συνήθως, δεν γνωρίζουν εκ µέρους ποιου δανειστή γίνονται οι τηλεφωνικές οχλήσεις, ώστε να ασκήσουν το δικαίωµα αντίρρησης [βλ. και Απόφαση 53/2016, σύµφωνα µε την οποία η τηλεφωνική επικοινωνία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στην αναζήτηση του οφειλέτη και µέχρι να επιτευχθεί συνοµιλία µε οφειλέτη, να µην αποκαλύπτονται σε τρίτους περισσότερα στοιχεία που θίγουν τον οφειλέτη, σε περίπτωση δε που δεν βρίσκεται ο οφειλέτης αλλά τρίτα πρόσωπα θα πρέπει να διακόπτεται µε εύσχηµο τρόπο η συνοµιλία, χωρίς να αποκαλύπτεται ο σκοπός της κλήσης και η ταυτότητα του καλούντος (καθώς η κλήση γίνεται για προσωπική υπόθεση του οφειλέτη)].

Σηµειώνεται ότι οι καταγγέλλοντες συνήθως δεν ασκούν το δικαίωµα αντίρρησης στους δανειστές, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την διόρθωση των στοιχείων των οφειλετών και την µη όχλησή τους στο µέλλον (αφού δεν σχετίζονται µε τους οφειλέτες και την οφειλή). Οι καταγγέλλοντες, όπως και εν προκειµένω, υποβάλλουν απευθείας καταγγελίες στη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή (στο εξής ΓΓΕΠΚ) που έχει τη γενική κατά κανόνα αρµοδιότητα εποπτείας της δραστηριότητας της ενηµέρωσης οφειλετών, σύµφωνα µε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3758/2009 ή και στην Αρχή που έχει ειδική κατ’ εξαίρεση αρµοδιότητα για συγκεκριµένες µόνο παραβάσεις του ν. 3758/2009. Οπότε, οι τράπεζες ενηµερώνονται για τα σχετικά παράπονα από τη ΓΓΕΠΚ ή και από την ΑΠ∆ΠΧ, δηλ. από τις εποπτικές Αρχές που ζητούν διευκρινίσεις επί των καταγγελλοµένων. Σε κάποιες δε περιπτώσεις οι καταγγέλλοντες προσφεύγουν απευθείας (ή και παράλληλα µε τις καταγγελίες τους στην ΓΓΕΠΚ ή και στην ΑΠ∆ΠΧ) στα αρµόδια δικαστήρια, µε αγωγές αποζηµίωσης.

Στο πλαίσιο εξέτασης των ανωτέρω καταγγελιών, η Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις από την τράπεζα Alpha Bank (υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2351/20-03-2017, Γ/ΕΞ/2810/03-04-2017 και Γ/ΕΞ/7046/02-10-2017), οι οποίες υποβλήθηκαν εγγράφως (υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2956/06-04-2017, Γ/ΕΙΣ/3686/08-05-2017 και Γ/ΕΙΣ/7946/06-11-2017 αντίστοιχα). Ακολούθως, η τράπεζα Alpha Bank κλήθηκε νοµίµως σε ακρόαση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Αρχής στις 14-02-2018 µε την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1003/05-02-2018 κλήση και προσήλθε, ενηµερώθηκε δε για την αναβολή της συζήτησης και προσήλθε εκ νέου στη συνεδρίαση της 21-03-2018. Κατά τη συνεδρίαση, η τράπεζα Alpha Bank εξέθεσε προφορικά τις απόψεις της, τις οποίες ανέπτυξε κατόπιν διεξοδικώς µε σχετικό έγγραφο υπόµνηµά της (υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2642/04-04-2018).

Ειδικότερα, κατά τις διευκρινίσεις της Alpha Bank (στο εξής Τράπεζα):

Η Τράπεζα επισηµαίνει ότι τηρεί τις εκ του νόµου και του κανονιστικού πλαισίου υποχρεώσεις της για ταυτοποίηση των συναλλασσοµένων µε αυτήν σε τακτά χρονικά διαστήµατα (ιδίως σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην Απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεµάτων 281/5/17.3.2009). Επιπλέον, στους όρους διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών µε αυτήν, περιέχεται όρος, βάσει του οποίου ο πελάτης αναλαµβάνει την υποχρέωση να γνωστοποιεί άµεσα στην τράπεζα οποιαδήποτε µεταβολή στα στοιχεία που τον αφορούν. Τούτων δοθέντων, η τράπεζα, ανά πάσα στιγµή και συνεπώς, πριν την ενέργεια κάθε ενηµέρωσης γνωρίζει τον οφειλέτη της, εκπληρουµένης ούτω της σχετικής υποχρεώσεως ταυτοποιήσεώς του και της επιβεβαιώσεως των στοιχείων επικοινωνίας αυτού.

Στις υπό κρίση υποθέσεις (πλην µίας περίπτωσης αναγνώρισης, εκ µέρους της τράπεζας, λάθους κατά την διασταύρωση των στοιχείων του οφειλέτη από δηµόσια προσβάσιµες πηγές και συγκεκριµένα από τον δηµόσιο τηλεφωνικό κατάλογο 11888), οι κληθέντες αριθµοί τηλεφωνικών συνδέσεων, κατά τους ισχυρισµούς της τράπεζας, είχαν δοθεί ως τηλέφωνα επικοινωνίας συναλλασσοµένων µε αυτήν στο πλαίσιο των δανειακών τους συµβάσεων. Το γεγονός ότι από τις απόπειρες επικοινωνιών µε τους εν λόγω δανειολήπτες προς τον σκοπό ενηµερώσεώς τους σχετικά µε ληξιπρόθεσµες οφειλές τους, αποδείχθηκε ότι οι κληθέντες αριθµοί δεν ανήκαν στους ίδιους αλλά σε τρίτα πρόσωπα, δεν σηµαίνει, κατά την τράπεζα, ότι δεν συµµορφώνεται στην υποχρέωση ταυτοποιήσεως των οφειλετών της, την οποία εκπληρώνει όπως αναφέρει. Σε κάθε περίπτωση, η τράπεζα, όπως ισχυρίζεται, προέβη σε όλες τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες (σηµατοδότηση του αριθµού ώστε να µην χρησιµοποιηθεί στο µέλλον για σκοπό ενηµερώσεως ή οχλήσεως για οφειλές τρίτου προσώπου). Αναγνωρίζει δε ότι υπήρξαν τρία µόνο λάθη στην όλη διαδικασία (συστηµατικά λάθη), καθώς σε τρείς περιπτώσεις, ενώ είχε ήδη προβεί σε σηµατοδότηση του συγκεκριµένου τηλεφωνικού αριθµού, λόγω τεχνικού προβλήµατος δεν µεταφέρθηκε και ως εκ τούτου παραβλέφθηκε η σηµατοδότηση που είχε τεθεί.

Περαιτέρω, τα ανωτέρω, κατά την Τράπεζα, πρέπει να συνεκτιµηθούν στο πλαίσιο των οικονοµικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα την τελευταία δεκαετία, του θεσµικού πλαισίου και των εντεύθεν προβληµάτων που αντιµετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύµατα και η τράπεζα Alpha Βank. Συγκεκριµένα, η µακρά οικονοµική κρίση και η κατόπιν αυτής συρρίκνωση των εισοδηµάτων των πολιτών είχε ως αποτέλεσµα µία µερίδα του πληθυσµού να δυσκολεύεται ή και να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονοµικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Το Κράτος, για την προστασία των αδύναµων στρωµάτων ήδη από το 2009, απαγόρευσε τους πλειστηριασµούς ακινήτων όταν επισπεύδονται από πιστωτικά ιδρύµατα, αρχικά για ένα περιορισµένο διάστηµα µέχρι 31-12-2009, που όµως στη συνέχεια παρατάθηκε, µέχρι τουλάχιστον το τέλος του 2013, και µε τις απεργίες και αποχές δικηγόρων και συµβολαιογράφων έφτασε µέχρι το τέλος του 2017.

Έτσι, για µία περίοδο οκτώ ετών οι αποφάσεις των ∆ικαστηρίων για την εξόφληση οφειλών από δάνεια και πιστώσεις προς τα πιστωτικά ιδρύµατα δεν µπορούσαν να εκτελεσθούν. Οι τράπεζες λοιπόν αναγκαστικά περιορίστηκαν σε επικοινωνιακού χαρακτήρα προσπάθειες για την είσπραξη των οφειλόµενων. Ανέπτυξαν διαδικασίες επικοινωνίας µε τους οφειλέτες και άρχισαν να χρησιµοποιούν ΕΕΟ, που τότε εµφανίστηκαν, για να καλύψουν το προαναφερόµενο κενό. Αυτή όµως η πραγµατικότητα µε τη σειρά της, δηµιούργησε, κατά την Τράπεζα, αίσθηµα ακαταδίωκτου και ατιµωρησίας, εµπέδωσε σε αρκετά µεγάλο αριθµό οφειλετών την αδιαφορία έναντι των οικονοµικών τους υποχρεώσεων, και τελικά δηµιούργησε την τάξη των στρατηγικών κακοπληρωτών, των οφειλετών δηλαδή εκείνων που ενώ έχουν την οικονοµική δυνατότητα να ανταποκριθούν στις οικονοµικές υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει, έστω και µερικώς, προσπαθούν να το αποφύγουν δηλώνοντας ψευδή προσωπικά στοιχεία, αλλάζοντας διευθύνσεις και τηλεφωνικούς αριθµούς, χωρίς να ενηµερώσουν τις τράπεζες προς τις οποίες οφείλουν αν και υποχρεούνται, συµβατικά και κανονιστικά, ή/και καταφεύγοντας σε απάτες και συµπαιγνίες. Αυτοί οι στρατηγικοί κακοπληρωτές, κατά την Τράπεζα, υπολογίζεται ότι αποτελούν το 18% του συνόλου των υπερήµερων οφειλετών.

Τέλος, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι έχει αποτελεσµατικές διαδικασίες για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων των πελατών της, τη διερεύνηση των τυχόν λαθών και τη διόρθωσή τους.

Επίσης, δηλώνει ότι προχώρησε ήδη σε βελτίωση των σχετικών διαδικασιών κυρίως όσον αφορά στο χρόνο αντίδρασης σε τέτοιες περιπτώσεις. Πλέον, όταν στέλεχος της Τραπέζης ή τρίτος που ενεργεί για λογαριασµό της ενηµερωθεί ότι ο τηλεφωνικός αριθµός που χρησιµοποιήθηκε δεν ανήκει στον οφειλέτη σταµατά αµέσως τη χρήση του και ενηµερώνει την αρµόδια υπηρεσία της Τράπεζας για να ακολουθήσει τη διαδικασία τεκµηρίωσης του ως άνω ισχυρισµού του τρίτου.

Επικοινωνία µε τον τρίτο υπάρχει πάλι µόνο εάν από δηµόσια προσβάσιµες πηγές προκύψει ότι ο τηλεφωνικός αριθµός που χρησιµοποιήθηκε πιθανώς ανήκει στον οφειλέτη, οπότε θα πρέπει ο τρίτος να προσκοµίσει στην Τράπεζα αποδεικτικά των ως άνω ισχυρισµών του.

Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις βοηθούς εισηγήτριες, οι οποίες αποχώρησαν µετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,

 

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/1997, τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόµιµης επεξεργασίας πρέπει να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενηµέρωση, σύµφωνα δε µε το άρθρο 4 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 3758/2009: « 4. Πριν από κάθε ενέργεια Ενηµέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών µε κάθε διαθέσιµο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενηµέρωση του για τη διαβίβαση των δεδοµένων του στην Εταιρεία συµφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει ».

Τέλος, σύµφωνα µε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3758/2009, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει:

« 1. Με την επιφύλαξη των κειµένων διατάξεων για την προστασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως των νόµων 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α`) και 3471/2006 (ΦΕΚ 133 Α`) και άλλων ειδικότερων διατάξεων, µε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης επιβάλλεται σε βάρος των Εταιρειών «και των δανειστών» που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόµου πρόστιµο από πέντε χιλιάδες (5.000) έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το ανώτατο όριο προστίµου διπλασιάζεται και ο Υπουργός Ανάπτυξης µπορεί να διατάξει και την προσωρινή διαγραφή της Εταιρείας από το Μητρώο για χρονικό διάστηµα από ένα (1) έως έξι (6) µήνες και, σε περίπτωση περαιτέρω υποτροπής, µπορεί να διατάξει την οριστική διαγραφή της Εταιρείας. Ειδικά για τις παραβιάσεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 4, της παραγράφου 7 του άρθρου 6 και της παραγράφου 2 του άρθρου 8 από τις οποίες θίγεται το δικαίωµα στην προστασία προσωπικών δεδοµένων φυσικών προσώπων αρµόδια είναι η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Για το ύψος του προστίµου εφαρµόζεται η παρούσα παράγραφος ».

2. Ειδικότερα, η Αρχή στο πλαίσιο της ειδικής αρµοδιότητάς της έχει αποφανθεί (βλ. Συστάσεις Γ/ΕΞ/4744/12-07-2013) ότι:                 « 1. Εκπλήρωση υποχρέωσης ελέγχου της ακρίβειας των δεδοµένων (άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε άρθρο 4 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 3758/2009). Ο δανειστής οφείλει να επεξεργάζεται ακριβή στοιχεία για τον οφειλέτη. Τούτο σηµαίνει ότι ο δανειστής πρέπει να επιβεβαιώνει τις οφειλές και να έχει προβεί σε ταυτοποίηση του οφειλέτη πριν από οποιαδήποτε ενέργεια ενηµέρωσης οφειλετών από τον ίδιο ή πριν από την ανακοίνωση των στοιχείων σε εταιρία ενηµέρωσης οφειλετών. Η επικαιροποίηση του σχετικού αρχείου µπορεί να γίνει µε κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως για παράδειγµα µε διασταύρωση των στοιχείων από δηµόσια προσβάσιµες πηγές (π.χ. τηλεφωνικοί κατάλογοι διαθέσιµοι στο ευρύ κοινό), µε τηλεφωνική επικοινωνία µε τον οφειλέτη ή µε αποστολή σχετικής επιστολής για την επιβεβαίωση των στοιχείων.

Σε περίπτωση δε που διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που είχαν δηλωθεί στο δανειστή είναι λανθασµένα ή ψευδή (για παράδειγµα, όταν ο καλούµενος πολίτης δηλώνει στο δανειστή ότι ουδεµία σχέση έχει µε τον οφειλέτη ή την οφειλή ή ότι ο οφειλέτης δεν διαµένει πια στην συγκεκριµένη οικία), το βάρος για την εύρεση των αληθών στοιχείων του οφειλέτη φέρει ο δανειστής. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται να ζητείται από τους πολίτες να προσκοµίζουν έγγραφα για να αποδείξουν ότι πράγµατι δεν έχουν καµία σχέση µε τον οφειλέτη ή την οφειλή (ως απόδειξη για την ανακρίβεια των στοιχείων και µέχρι την εύρεση των αληθών µπορεί να τηρείται από το δανειστή η συνοµιλία µε το πρόσωπο που δήλωσε π.χ. ότι δεν είναι ο ίδιος οφειλέτης ή ότι ο συγκεκριµένος αριθµός τηλεφώνου δεν ανήκει πια στον οφειλέτη επειδή διαµένει αλλού) ».

3. Εν προκειµένω, από τα στοιχεία των φακέλων των σχετικών υποθέσεων, προέκυψαν τα ακόλουθα:

3.1. Για την υπόθεση του Α (Γ/ΕΙΣ/3674/10-06-2014, όπως συµπληρώθηκε µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/200/13-01-2017 και Γ/ΕΙΣ/989/08-02-2017 στοιχεία που υπέβαλε ο προσφεύγων). Ο προσφεύγων καταγγέλλει ότι επί χρόνια δεχόταν επανειληµµένες τηλεφωνικές κλήσεις σε αριθµό που του ανήκε από το έτος 2007 για οφειλές άλλου προσώπου (Β). Το γεγονός αυτό, κατά την Τράπεζα, ήταν αποτέλεσµα της ενυπόγραφης δήλωσης, στην από 20-7-2005 αίτηση της Β για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, ότι ο συγκεκριµένος τηλεφωνικός αριθµός της ανήκει. Κατόπιν παρέµβασης της Αρχής (Γ/ΕΞ/138-2/24-10-2014), η Τράπεζα επαλήθευσε τους ισχυρισµούς του προσφεύγοντος, αποσύνδεσε τον αριθµό του από τα στοιχεία της Β και τον ενηµέρωσε για τις ενέργειές της µε επιστολή, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αρχή (Γ/ΕΙΣ/7808/11-12-2014). Ωστόσο, και παρά τις ως άνω έγγραφες διαβεβαιώσεις της Τράπεζας προς τον προσφεύγοντα ότι διενεργήθηκαν οι σχετικές διορθώσεις στο αρχείο της και στα αρχεία των συνεργαζόµενων εταιρειών ενηµέρωσης οφειλετών, ο προσφεύγων κατήγγειλε εκ νέου ότι εξακολουθεί να δέχεται τηλεφωνικές οχλήσεις κατ’ εντολή της Τράπεζας µε σκοπό την αναζήτηση και ενηµέρωση του ίδιου τρίτου προσώπου (Β). Κατόπιν δεύτερης σχετικής παρέµβασης της Αρχής (Γ/ΕΞ/2351/20-03-2017), η Τράπεζα παραδέχθηκε ότι η δεύτερη αυτή επικοινωνία µε τον Α για τις οφειλές της Β ήταν αποτέλεσµα συστηµικού προβλήµατος. Πιο συγκεκριµένα, κατά την αναβάθµιση του λογισµικού παρακολούθησης οφειλών προς την Τράπεζα χάθηκε η ηλεκτρονική σήµανση για τον αριθµό του Α και λόγω αυτού µεταβιβάστηκε ο αριθµός αυτός στην εταιρεία ενηµέρωσης οφειλετών, η οποία προσπαθώντας να επικοινωνήσει µε την Β κάλεσε τέσσερις (4) φορές τον Α, από τις οποίες απάντησε µόνο σε µία (1) δηλώνοντας ότι δεν έχει σχέση µε την οφειλέτρια. Μετά από αυτό, η Τράπεζα προχώρησε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να διαγραφεί ο αριθµός του Α από τα συστήµατά της, ενώ η τελευταία όχληση που κατήγγειλε ο Α (Γ/ΕΙΣ/4507/09-06-2017) προέρχεται από αριθµό που δεν σχετίζεται µε την Τράπεζα (πρόκειται για την εταιρεία Bo Frost).

3.2. Για την υπόθεση του Γ (Γ/ΕΙΣ/1594/28-02-2017), η οποία διαβιβάστηκε στην Αρχή από τη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή µε το υπ’ αρ. πρωτ. … έγγραφο. Ο προσφεύγων καταγγέλλει ότι για τρεις (3) µήνες δεχόταν τηλεφωνικές κλήσεις για οφειλές άλλου προσώπου (∆) και, ενώ προσήλθε αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και έλαβε προφορική επιβεβαίωση ότι θα διορθωθεί το λάθος, οχλήθηκε εκ νέου για το ίδιο θέµα. Η Τράπεζα παραδέχεται τα ανωτέρω και διευκρινίζει ότι η όχληση του Γ προκλήθηκε από το γεγονός ότι ο υπερήµερος οφειλέτης ∆ δήλωσε το τηλέφωνό του Γ σαν δικό του στο πλαίσιο των δανειακών του σχέσεων. Περαιτέρω, η Τράπεζα διευκρινίζει ότι στις 01-02-2017 ο Γ κατήγγειλε εγγράφως στην Τράπεζα τις οχλήσεις και έκτοτε ο αριθµός δεν χρησιµοποιήθηκε εκ νέου για τους σκοπούς της ενηµέρωσης οφειλετών, αλλά ότι οι νέες προσπάθειες επικοινωνίας µε τον Γ έγιναν µόνο για να ενηµερωθεί για τη διαγραφή του τηλεφώνου του από τα στοιχεία του οφειλέτη ∆.

3.3. Για την υπόθεση του Ε (Γ/ΕΙΣ/1191/14-02-2017), ο οποίος καταγγέλλει ότι οχλήθηκε για µια οφειλή του πατέρα του και ότι, ενώ προσήλθε αυτοπροσώπως στην Τράπεζα µε αντίγραφο λογαριασµού τηλεφώνου ως αποδεικτικό στοιχείο ότι ο αριθµός ανήκει στον ίδιο και όχι στον πατέρα του, η Τράπεζα επανέλαβε τις οχλήσεις, η Τράπεζα αναφέρει ότι ανέθεσε τον Ιανουάριο του 2017 σε εταιρεία ενηµέρωσης οφειλετών την επικοινωνία µε τον ληξιπρόθεσµο οφειλέτη Ζ σε αριθµό που δήλωσε στα πλαίσια των υποχρεώσεών του. Ωστόσο, στις 17-01-2017 ο Ζ γνωστοποιεί στην Τράπεζα ότι το τηλέφωνο που δήλωσε αρχικά δεν του ανήκει πλέον χωρίς να γνωστοποιήσει νέο τηλεφωνικό αριθµό ή διεύθυνση κατοικίας. Στις 20-01-2017 ο γιος του οφειλέτη Ε ζήτησε από την Τράπεζα να µη γίνονται κλήσεις στον ως άνω αριθµό προσκοµίζοντας παράλληλα αντίγραφο λογαριασµού του παρόχου τηλεφωνικών υπηρεσιών στον οποίο φαίνεται το ονοµατεπώνυµό του αλλά όχι ο εν λόγω τηλεφωνικός αριθµός. Μεταξύ 18-01-2017 και 30-01-2017 η Τράπεζα επιχείρησε επικοινωνία µε τον εν λόγω αριθµό ώστε να εξακριβώσει την αλήθεια και να βρει τρόπο επικοινωνίας µε τον οφειλέτη και, κατόπιν αυτού, ο Ε υποβάλει καταγγελία στην Αρχή. Η Τράπεζα δηλώνει ότι σε κάθε περίπτωση έχει ήδη προβεί στη σηµατοδότηση του εν λόγω αριθµού στην εφαρµογή της, η οποία εξυπηρετεί τον σκοπό ενηµερώσεως οφειλετών, κατά τρόπον ώστε να µην χρησιµοποιείται εφεξής. Τέλος, στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα επισηµαίνει την αντισυµβατική συµπεριφορά του οφειλέτη που απέκρυψε το νέο τηλεφωνικό του αριθµό και τη διεύθυνσή του και την παράλειψη του υιού του και καταγγέλλοντος να γνωστοποιήσει το νέο τηλέφωνο του πατέρα του, αποκαθιστώντας την παράλειψη του τελευταίου, ωσάν συνεργός του πατέρα του στην κατ’ ελάχιστον αντισυµβατική συµπεριφορά του, δηµιουργώντας στην Τράπεζα την πεποίθηση συµπαιγνίας µεταξύ οφειλέτη-πατέρα και υιού για την αποφυγή εξοφλήσεως της οφειλής, µέρος της οποίας, κατά την Τράπεζα, είναι και η καταγγελία στην Αρχή.

3.4. Για την υπόθεση της Η (Γ/ΕΙΣ/4807/27-07-2016), η οποία κατήγγειλε επανειληµµένες οχλήσεις για τρεις (3) µήνες στο τηλέφωνο της εργασίας της για οφειλές άλλου προσώπου (Θ), η Τράπεζα διευκρινίζει ότι η Θ δήλωσε τον τηλεφωνικό αριθµό της εργασίας της και συγκεκριµένα τηλεφωνικό κέντρο νοσοκοµείου, στο οποίο επίσης εργαζόταν η προσφεύγουσα Η. Μόλις κατέστη ληξιπρόθεσµη η οφειλή της Θ έγινε προσπάθεια επικοινωνίας µαζί της τον Απρίλιο του 2016.

Ωστόσο, ο χειριστής του τηλεφωνικού κέντρου, προφανώς λόγω της ηχητικά µεγάλης οµοιότητας των δύο ονοµατεπωνύµων, συνέδεσε τον καλούντα εκπρόσωπο της Τράπεζας µε την καταγγέλλουσα Η, αντί µε την οφειλέτρια Θ. Η Τράπεζα αναφέρει ότι ουδέποτε επεδίωξε επικοινωνία µε την καταγγέλλουσα που ήταν άγνωστη για αυτήν ούτε χρησιµοποιήθηκε λάθος τηλεφωνικός αριθµός, αφού αυτός δηλώθηκε από την οφειλέτρια και ήταν πράγµατι ο τηλεφωνικός αριθµός εργασίας της. Η Τράπεζα απορρίπτει οποιαδήποτε ευθύνη και θεωρεί υπεύθυνο για το λάθος τον χειριστή του τηλεφωνικού κέντρου του νοσοκοµείου όπου δούλευαν η καταγγέλλουσα και η οφειλέτρια, µιας και δεν διευκρίνισε ποια από τις δύο αφορούσαν οι τηλεφωνικές κλήσεις ενηµέρωσης γνωρίζοντας το οµόηχο των ονοµάτων τους.

3.5. Για την υπόθεση του Ι (Γ/ΕΙΣ/3/02-01-2015), η οποία διαβιβάστηκε στην Αρχή από τη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή µε το υπ’ αρ. πρωτ. … έγγραφο. Ο προσφεύγων καταγγέλλει επανειληµµένες τηλεφωνικές οχλήσεις για οφειλές άλλου προσώπου (Κ), ενώ δηλώνει στους καλούντες ότι ο  συγκεκριµένος τηλεφωνικός αριθµός ανήκει στον ίδιο. Η Τράπεζα διευκρινίζει ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει µε τον οφειλέτη Κ χρησιµοποιώντας τον τηλεφωνικό αριθµό που είχε δηλώσει σε σύµβαση ρύθµισης οφειλής του. Ο τηλεφωνικός αυτός αριθµός ανήκε όµως στον Ι, ο οποίος υπέβαλε στην Τράπεζα στις 17-12-2014 σχετικό παράπονο.

Κατόπιν τούτου, η Τράπεζα προχώρησε σε σηµατοδότηση του συγκεκριµένου αριθµού. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2017, λόγω συστηµικού προβλήµατος, ο τηλεφωνικός αριθµός ξαναχρησιµοποιήθηκε από την Τράπεζα για οφειλές του Κ. Κατόπιν της προσφυγής του Ι προς την Αρχή, στο πλαίσιο της οποίας διαβιβάστηκε και το από 17-12-2014 αρχικό παράπονό του προς την Τράπεζα, η τελευταία διαβεβαιώνει ότι προχώρησε σε οριστική διαγραφή του συγκεκριµένου τηλεφωνικού αριθµού και δηλώνει ότι πρόκειται για αθέλητο λάθος που διορθώθηκε.

3.6. Για την υπόθεση της Λ (Γ/ΕΙΣ/6637/21-12-2015), η οποία διαβιβάστηκε στην Αρχή από τη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή µε το υπ’ αρ. πρωτ. … έγγραφο. Η Τράπεζα δηλώνει ότι στα τέλη του 2014 και τις αρχές του 2015 εκπρόσωποί της προσπάθησαν να επικοινωνήσουν µε τον οφειλέτη της Μ στο κινητό τηλέφωνο που είχε ο ίδιος δηλώσει. Όµως κατά τη µεταφορά του αριθµού επικοινωνίας του οφειλέτη Μ είχε γίνει λάθος σε ένα από τα δέκα ψηφία (αντί 69…625 ανεγράφη 69….695). Αποτέλεσµα αυτού του ανθρώπινου λάθους, ήταν η επικοινωνία να γίνει µε την καταγγέλλουσα Λ, αντί µε τον Μ. Η Λ υπέβαλε τον Μάρτιο του 2015 καταγγελία στη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, από την οποία έλαβε γνώση η Τράπεζα µε το υπ’ αριθµόν … έγγραφο της ΓΓΕΠΚ. Η Τράπεζα, την 03-04-2015, έξι µέρες αφότου έλαβε για πρώτη φορά γνώση του συµβάντος, προχώρησε σε σήµανση του συγκεκριµένου αριθµού, ο οποίος έκτοτε δεν χρησιµοποιήθηκε για τον σκοπό ενηµερώσεως οφειλετών. Κατά την Τράπεζα, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ένα ανθρώπινο λάθος κατά την µεταφορά του τηλεφωνικού αριθµού, που όµως διορθώθηκε άµεσα, µόλις περιήλθε σε γνώση της (βλ. και την από 30-11-2015 επιστολή της Τράπεζας προς την ΓΓΕΠΚ).

3.7. Για την υπόθεση του Ν (Γ/ΕΙΣ/3211/21-05-2016), η Τράπεζα διευκρινίζει ότι ο οφειλέτης της Τράπεζας Ξ δεν µπορούσε να βρεθεί στα στοιχεία που δήλωσε στα πλαίσια των δανειακών του υποχρεώσεων. Συνεργάτης της Τράπεζας απευθύνθηκε σε δηµόσια προσβάσιµη πηγή και συγκεκριµένα στο 11888 όπου δόθηκε τηλεφωνικός αριθµός, ο οποίος χρησιµοποιήθηκε και, όπως στη συνέχεια αποδείχθηκε, δεν ανήκε στον οφειλέτη Ξ, αλλά στον υιό του Ν. Ο τελευταίος υπέβαλε στις 19-05-2016 παράπονο στην Τράπεζα και κατόπιν δύο ηµερών (21-05-2016) υπέβαλε σχετική καταγγελία στην Αρχή. Η Τράπεζα απάντησε στον προσφεύγοντα προφορικά στις 03-06-2016 εξηγώντας τι ακριβώς συνέβη, σηµατοδοτώντας παράλληλα τον εν λόγω αριθµό ώστε να µην χρησιµοποιηθεί στο µέλλον. Ωστόσο, ο Ξ συνέχισε να µην εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις και στην προσπάθεια ανεύρεσής του και επικοινωνίας µαζί του χρησιµοποιήθηκε εκ νέου το τηλέφωνο του υιού του, ο οποίος υπέβαλε νέο παράπονο στην Τράπεζα. Κατόπιν τούτου, δηλώνεται ότι διεγράφη ο συγκεκριµένος τηλεφωνικός αριθµός από τα αρχεία της Τράπεζας και των συνεργατών της.

3.8. Για την υπόθεση του Ο (Γ/ΕΙΣ/3243/23-05-2016), διευκρινίζεται ότι ο προσφεύγων υπέβαλε στην Αρχή καταγγελία για τηλεφωνικές οχλήσεις που δεχόταν από το 2007 από την Εµπορική Τράπεζα για οφειλές τρίτου µε όνοµα Π. Η υπόθεση των οχλήσεων του Ο τέθηκε υπόψη της τράπεζας µε την κοινοποίηση σε αυτήν αγωγής του κατά της ίδιας στις 25-05-2017, µε την οποία ζητούσε χρηµατική ικανοποίηση για αποκατάσταση ηθικής βλάβης, την οποία κατά τους ισχυρισµούς του υπέστη λόγω των ως άνω κλήσεων που δεχόταν. Η Τράπεζα, αφού ερεύνησε τους ισχυρισµούς του Ο διέγραψε τον αριθµό του από τα αρχεία της. Σηµειώνει δε ότι οι οχλήσεις, όπως και ο όλος χειρισµός της υπόθεσης του πραγµατικού οφειλέτη µε το όνοµα Π, έγιναν κατ’ εντολή της πρώην Εµπορικής Τράπεζας, για αυτό και απορρίφθηκε η προαναφερόµενη αγωγή του προσφεύγοντος (βλ. απόφαση 1312/2017 Ειρηνοδικείου Αθηνών).

3.9. Για την υπόθεση του Ρ (Γ/ΕΙΣ/8283/15-12-2016), η οποία διαβιβάστηκε στην Αρχή από τη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή µε το υπ’ αρ. πρωτ. … έγγραφο, η Τράπεζα διευκρινίζει ότι ο τηλεφωνικός αριθµός που στην περίπτωση αυτή χρησιµοποιήθηκε περιλαµβάνεται στα στοιχεία του οφειλέτη της Εµπορικής Τράπεζας Σ, ο οποίος είχε λάβει απ’ αυτήν καταναλωτικό δάνειο και είχε πλέον καταστεί ληξιπρόθεσµος. Αυτός ο τηλεφωνικός αριθµός χρησιµοποιήθηκε για να ενηµερωθεί ο ως άνω ληξιπρόθεσµος οφειλέτης, για την σε καθυστέρηση οφειλή του και να προσκληθεί να συνεννοηθεί σχετικά µε την Τράπεζα. Αντί όµως του οφειλέτη, προφανώς οχλήθηκε ο Ρ, ο οποίος υπέβαλε στη ΓΓΕΠΚ καταγγελία την 18-07-2016, η οποία περιήλθε σε γνώση της Τράπεζας την 08-11-2016. Κατόπιν αυτού, την 11-11-2016, ο ως άνω τηλεφωνικός αριθµός σηµατοδοτήθηκε, ώστε να µην χρησιµοποιηθεί για σκοπούς ενηµέρωσης οφειλετών (βλ. και την από 28-11-2016 επιστολή Τράπεζας προς την ΓΓΕΠΚ).

3.10. Για την υπόθεση του Τ (Γ/ΕΙΣ/2586/28-03-2017), η οποία διαβιβάστηκε στην Αρχή από τη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή µε το υπ’ αρ. πρωτ. … έγγραφο (βλ. και Γ/ΕΙΣ/2058/13-03-2017), η Τράπεζα διευκρινίζει ότι ο τηλεφωνικός αριθµός που χρησιµοποιήθηκε ήταν σηµειωµένος ως αριθµός επικοινωνίας µε τον Υ, εγγυητή υπέρ Εµπορικής Τραπέζης δύο στεγαστικών δανείων που αυτή είχε χορηγήσει στον Φ. Η Alpha Bank έλαβε γνώση των οχλήσεων του Τ για τις οφειλές του Φ την 13-03-2017, ηµεροµηνία κατά την οποία ο καταγγέλλων απευθύνθηκε ταυτόχρονα τόσο στην ίδια όσο και στην Αρχή και στη ΓΓΕΠΚ. Την εποµένη, 14-03-2017, η Τράπεζα επικοινώνησε µε τον καταγγέλλοντα και, µετά από τη σχετική διαδικασία επαλήθευσης των ισχυρισµών του, την 27-03-2017, σηµατοδοτήθηκε ο τηλεφωνικός του αριθµός και ο καταγγέλλων δεν οχλήθηκε ξανά.

3.11. Για την υπόθεση της Χ (Γ/ΕΙΣ/6593/13-09-2017), η οποία καταγγέλλει ότι από το 2013 δεχόταν 1 φορά/µήνα (τουλάχιστον) στον προσωπικό της αριθµό, τον οποίο ωστόσο δεν προσδιορίζει, τηλεφωνήµατα από διάφορους αριθµούς για την υπόθεση κάποιου Ψ, άγνωστου σε εκείνη, αναζήτησε δε στο διαδίκτυο τους αριθµούς που την καλούσαν και διαπίστωσε ότι προέρχονται από διάφορα δικηγορικά γραφεία και εταιρείες ενηµέρωσης οφειλετών. Στη συνέχεια, κάποιο από τα γραφεία αυτά της είπε ότι, αν όντως δεν έχει σχέση µε τον οφειλέτη, να προσέλθει σε ένα οποιοδήποτε κατάστηµα της τράπεζας Alpha Βank και να τους ενηµερώσει, κάτι το οποίο, όπως δηλώνει η ίδια, έπραξε στις 16/10/2014 προσκοµίζοντας µία βεβαίωση από τον ΟΤΕ ότι ο αριθµός της ανήκει. Κατά την ακρόαση της Τράπεζας ενώπιον της Αρχής διευκρινίστηκε ότι η συγκεκριµένη προσφυγή, αν και ελλιπής, όπως ορθά επισηµαίνει η καταγγελλόµενη τράπεζα, συνεξετάζεται προκειµένου να διευκρινιστεί αν πράγµατι η Τράπεζα (και σε καταφατική περίπτωση σε ποιες περιπτώσεις) ζητά από τους πολίτες να προσκοµίζουν έγγραφα για να αποδείξουν ότι πράγµατι δεν έχουν καµία σχέση µε τον οφειλέτη ή την οφειλή. Σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα διευκρινίζει ότι λόγω των ελλιπών στοιχείων, καθώς δεν υπήρχε αναφορά του τηλεφωνικού αριθµού στον οποίο γίνονταν οι κλήσεις, δεν κατέστη δυνατή η ασφαλής ταυτοποίηση ούτε της καταγγέλλουσας που ισχυρίζεται ότι οχλήθηκε ούτε του φερόµενου ως οφειλέτη Ψ, δήλωσε ωστόσο ότι αν πράγµατι κάποιο πρόσωπο προσκοµίσει αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. αντίγραφα λογαριασµών και στοιχεία ταυτότητας), τότε δεν γίνεται απλώς σηµατοδότηση αλλά οριστική διαγραφή του εν λόγω τηλεφωνικού αριθµού..

Συµπερασµατικά, η Τράπεζα δηλώνει ρητά ότι σε τρεις από τις ένδεκα ανωτέρω υποθέσεις (3.1.Α, 3.5. Ι και 3.7. Ν) σηµειώθηκε λάθος στη διαδικασία, µε αποτέλεσµα, παρά τη σηµατοδότηση του επίµαχου τηλεφωνικού αριθµού, αυτός να χρησιµοποιηθεί και πάλι. Για την υπόθεση της Λ υπήρξε ανθρώπινο λάθος κατά τη µεταφορά του τηλεφωνικού αριθµού, που όµως διορθώθηκε άµεσα, µόλις περιήλθε σε γνώση της Τράπεζας. Στην υπόθεση Γ οι οχλήσεις προκλήθηκαν λόγω του ότι ο αριθµός του καταγγέλλοντος είχε δηλωθεί από τον πραγµατικό οφειλέτη, αλλά η Τράπεζα ανταποκρίθηκε άµεσα στο παράπονο του καταγγέλλοντος και η όχληση δεν επαναλήφθηκε. Στην περίπτωση της Η ο αριθµός της οφειλέτριας ήταν σωστός, αλλά η κλήση διοχετεύτηκε σε λάθος πρόσωπο από υπεύθυνο επεξεργασίας διάφορο της Τράπεζας, τον χειριστή του τηλεφωνικού κέντρου του χώρου εργασίας καταγγέλλουσας και οφειλέτριας. Οι κλήσεις προς τους Ο, Ρ, Τ έγιναν γιατί οι τηλεφωνικοί τους αριθµοί ήταν καταχωρηµένοι σε οφειλέτες της πρώην Εµπορικής Τράπεζας και η τράπεζα Alpha Βank όταν πληροφορήθηκε ότι οι εν λόγω τηλεφωνικοί αριθµοί δεν ανήκουν στους οφειλέτες προέβη στις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες. Τέλος, για την υπόθεση Ε η Τράπεζα δηλώνει προφανή συµπαιγνία πατέρα-υιού, ώστε ο πρώτος να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, ενώ η καταγγελία της Χ είναι ελλιπής και δεν µπορεί να διερευνηθεί.

4. Αναφορικά µε την εκπλήρωση υποχρέωσης ελέγχου της ακρίβειας των δεδοµένων (άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε άρθρο 4 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 3758/2009), πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο δανειστής πρέπει να επεξεργάζεται ακριβή στοιχεία για τον οφειλέτη. Τούτο σηµαίνει ότι ο δανειστής πρέπει να επιβεβαιώνει τις οφειλές και να έχει προβεί σε ταυτοποίηση του οφειλέτη πριν από οποιαδήποτε ενέργεια ενηµέρωσης οφειλετών ή πριν από την ανακοίνωση των στοιχείων σε εταιρία ενηµέρωσης οφειλετών. Η επικαιροποίηση του σχετικού αρχείου µπορεί να γίνει µε κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως για παράδειγµα µε διασταύρωση των στοιχείων από δηµόσια προσβάσιµες πηγές (π.χ. τηλεφωνικοί κατάλογοι διαθέσιµοι στο ευρύ κοινό), µε τηλεφωνική επικοινωνία µε τον οφειλέτη ή µε αποστολή σχετικής επιστολής για την επιβεβαίωση των στοιχείων. Εξάλλου, οι τράπεζες κατά κανόνα µεριµνούν για την ενηµέρωση των πελατών τους σχετικά µε την ανάγκη επικαιροποίησης των στοιχείων τους σε τακτά χρονικά διαστήµατα, µέσω διάθεσης ειδικού εντύπου «Συστηθήκατε» της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών στους χώρους υποδοχής των καταστηµάτων της, µέσω ηχογραφηµένου µηνύµατος σε συναλλαγές µε Phone Banking, µέσω ηλεκτρονικών µηνυµάτων σε συναλλαγές µε E-Banking, και µε εξατοµικευµένη ενηµέρωση στα καταστήµατα όταν διαπιστώνεται επ’ ευκαιρία της διενεργούµενης συναλλαγής ότι τα στοιχεία τους είναι ελλιπή. Σηµειώνεται ότι στις συµβάσεις δανειακών προϊόντων ή/και υπηρεσιών περιλαµβάνεται κατά κανόνα όρος, σύµφωνα µε τον οποίο ο αντισυµβαλλόµενος, καταθέτης ή οφειλέτης, υποχρεούται να γνωστοποιήσει στην τράπεζα άµεσα κάθε αλλαγή των στοιχείων επικοινωνίας του (συµβατική υποχρέωση). Θεσµική δε υποχρέωση προκύπτει τόσο από τον ορισµό του συνεργάσιµου δανειολήπτη, όσο και από τον Κώδικα ∆εοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε περίπτωση δε που διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που είχαν δηλωθεί στο δανειστή είναι λανθασµένα ή ψευδή (για παράδειγµα, όταν ο καλούµενος πολίτης δηλώνει στο δανειστή ότι ουδεµία σχέση έχει µε τον οφειλέτη ή την οφειλή ή ότι ο οφειλέτης δεν διαµένει πια στην συγκεκριµένη οικία), πρέπει να καταχωρείται το αίτηµα αντίρρησης/διόρθωσης από τις ΕΕΟ, να διαβιβάζεται άµεσα στον δανειστή για λογαριασµό του οποίου γίνεται η επικοινωνία και να γίνονται άµεσα όλες οι απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες. Πρέπει να γίνεται άµεσα σηµατοδότηση του συγκεκριµένου τηλεφωνικού αριθµού, ώστε να µην χρησιµοποιηθεί στο µέλλον για σκοπό ενηµερώσεως ή οχλήσεως για οφειλές τρίτου προσώπου (ως απόδειξη για την ανακρίβεια των στοιχείων και µέχρι την εύρεση των αληθών µπορεί να τηρείται από το δανειστή η συνοµιλία µε το πρόσωπο που δήλωσε π.χ. ότι δεν είναι ο ίδιος οφειλέτης ή ότι ο συγκεκριµένος αριθµός τηλεφώνου δεν ανήκει πια στον οφειλέτη επειδή διαµένει αλλού). Εάν διαπιστώνεται από δηµόσια προσβάσιµες πηγές ή από στοιχεία που προσκοµίζει στον δανειστή ο καλούµενος τρίτος-µη οφειλέτης (π.χ. αντίγραφο λογαριασµού ή έγγραφο παρόχου για τον τηλεφωνικό του αριθµό), τότε πρέπει να διαγράφεται άµεσα και οριστικά ο συγκεκριµένος τηλεφωνικός αριθµός που δόθηκε από τον οφειλέτη και να ενηµερώνεται µε κάθε πρόσφορο τρόπο, ει δυνατόν εγγράφως, ο ως άνω καλούµενος τρίτος-µη οφειλέτης που ζητεί να διορθωθούν τα τηρούµενα στοιχεία και να σταµατήσουν οι οχλήσεις στον δικό του αριθµό.

Η Αρχή, λαµβάνοντας υπόψη το πλήθος των καταγγελιών, τη διαδικασία που εφαρµόζει η Τράπεζα για τον έλεγχο και τη διόρθωση των σχετικών στοιχείων, τα οµολογηµένα συστηµατικά σφάλµατα που εµφιλοχώρησαν στις συγκεκριµένες περιπτώσεις, τη βαρύτητα της παράβασης του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε το άρθρο 4 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 3758/2009 που αποδείχθηκε και της προσβολής που επήλθε από αυτή στα υποκείµενα των δεδοµένων, όπως αυτή εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στην τράπεζα Alpha Bank, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, η προβλεπόµενη στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3758/2009 κύρωση που αναφέρεται στο διατακτικό και η οποία τυγχάνει ανάλογη µε τη βαρύτητα της παράβασης και της προσβολής των προσφευγόντων εξ’ αυτής, καθώς και να της απευθυνθεί σύµφωνα µε το άρθρο 19 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/1997 η σύσταση που αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή

1. Επιβάλει στην τράπεζα Alpha Bank πρόστιµο ύψους δέκα χιλιά

Tags: Δικαιοσύνη, Τράπεζες Το άρθρο έχει αναγνωσθεί 672 φορές

Σχετικές Ειδήσεις