Α’ κατοικία: Νέα επιδείνωση στους όρους για επιχειρηματικά δάνεια!

Πριν καλά- καλά περάσει ένα 24ωρο από τη συζήτηση στην Επιτροπή της Βουλής, του σχεδίου προστασίας της α’ κατοικίας κι ενώ ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γ. Χατζηθεοδοσίου, με παρέμβαση του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» καυτηρίαζε την άνιση μεταχείριση των ελευθέρων επαγγελματιών, η κυβέρνηση ήρθε και επιβεβαίωσε ότι όντως αντιμετωπίζει τους μικρομεσαίες ως παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Από το βήμα της Βουλής, ο αρμόδιος υπουργός Οικονομίας ανακοίνωσε ότι το όριο του υπολοίπου δανείου ειδικά για τα επιχειρηματικά δάνεια «πέφτει» στις 100.000 ευρώ από 130.000 ευρώ, συμπληρώνοντας ότι αυτό έγινε από… ανάγκη κι όχι από επιθυμία, επιβεβαιώνοντας έτσι τις ασφυκτικές πιέσεις των Θεσμών.

Ο Ε. Τσακαλώτος παραδέχθηκε ότι μετά από αυτήν την υποχώρηση, το σχέδιο θα περάσει από την ΕΚΤ, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση ότι τα επιχειρηματικά δάνεια θυσιάστηκαν στο βωμό της συναίνεσης με τους δανειστές, παρά το ότι οι ίδιες οι τράπεζες είχαν διαμηνύσει ότι η διαχείριση αυτών των 2 δισ ευρώ «κόκκινων» δανείων, δεν συνιστά πρόβλημα γι΄αυτές.

Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη διαφοροποίηση των κριτηρίων για τους επιτηδευματίες, που πήραν δάνειο με υποθήκη της κατοικία τους, αφορούσε στο ύψος της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, που περιορίστηκε στις 175.000 ευρώ έναντι των 250.000 ευρώ για τους υπολοίπους.

«Πονηρή» μπορεί να χαρακτηριστεί, επίσης, η διόρθωση που έγινε στο άρθρο που αφορά στο δυνητικό «κούρεμα» της οφειλής. Σύμφωνα με την αρχική διάταξη, ο δανειολήπτης οφείλει να καταβάλλει το 120% της αξίας του ακινήτου του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν η οφειλή ξεπερνά το 120% της αξίας του ακινήτου, το υπόλοιπο διαγράφεται. Η διόρθωση/ συμπλήρωση στην επίμαχη διάταξη είναι ότι ως εμπορική αξία του ακινήτου λαμβάνεται αυτή που έχουν εγγράψει οι τράπεζες στα βιβλία τους, εκτός εάν ο δανειολήπτης μπορεί να αποδείξει ότι είναι διαφορετική.

Έτσι, αν η τράπεζα έχει εγγράψει ως εμπορική αξία του ακινήτου 100.000 ευρώ και η οφειλή είναι 120.000 ευρώ, τότε δεν προβλέπεται «κούρεμα». Μόνο αν ο δανειολήπτης μπορεί να αποδείξει ότι η εμπορική αξία είναι π.χ. 80.000 ευρώ τότε οφείλει να καταβάλλει σε δόσεις ως 96.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο «κουρεύεται».