Ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου από ασφαλιστικό οργανισμό λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Σημαντικό βήμα για την αποτελεσματική προστασία του οφειλέτη του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών αποτελεί η έκδοση της υπ. αριθμ. 3208/2020 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (29ο τμήμα), με την οποία, το Δικαστήριο προέβη στην αποδοχή της ανακοπής του οφειλέτη, κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας του και εντεύθεν στην ακύρωση αυτής, καθώς δέχτηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος οφειλέτη ότι, η εν λόγω αναγκαστική κατάσχεση, ως μέτρο για την διασφάλιση των απαιτήσεων του δανειστή και καθ’ ού η ανακοπή ασφαλιστικού φορέα, παραβιάζει ευθέως την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, καθώς για πολύ μικρή οφειλή του ανακόπτοντος επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στην πολύ μεγαλύτερης αξίας πρώτη κατοικία του, χωρίς προηγουμένως το επισπεύδον ασφαλιστικό ταμείο να εξαντλήσει την αναζήτηση για την εξεύρεση κάποιου άλλου μικρότερης αξίας κινητού, ή ακίνητου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, του οποίου η αξία να καλύπτει πλήρως την οφειλή του ανακόπτοντος οφειλέτη.

Ειδικότερα, όπως έκρινε το ως άνω Δικαστήριο, καταρχήν η ένδικη κατάσχεση επιβλήθηκε για την αναγκαστική είσπραξη απαίτησης του καθ’ ού, σε βάρος του ανακόπτοντος, ποσού 57.335,45 ευρώ, και μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης, για το μέρος που αφορά την αναγκαστική είσπραξη ποσού 53.252,70 ευρώ από την ανωτέρω απαίτηση, και εν τέλει για την αναγκαστική είσπραξη ποσού 4.082,75 ευρώ.

Παράλληλα το Δικαστήριο έκρινε ότι, η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου, το οποίο αποτελείται από δύο ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες, ωστόσο, συνιστούν ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο, εκτιμήθηκε, κατά την κρίση της επιμελήτριας, που ενήργησε την κατάσχεση και του μάρτυρα που συνέπραξε σε αυτή, στο ποσό των 250.000,00 ευρώ (160.000,00 ευρώ + 90.000,00 ευρώ), δηλαδή σε ποσό υπερπολλαπλάσιο της ένδικης οφειλής του ανακόπτοντος, η οποία τελικά ανέρχονταν, κατά τα άνω, στο ποσό των 4.082,75 ευρώ.

Προσέτι δε το Δικαστήριο έκρινε ότι, η επιλογή του είδους του αναγκαστικού μέτρου προς είσπραξη δημόσιων εσόδων και του αντικειμένου του μέτρου αυτού ανήκει μεν στον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου και εν προκειμένω, στην Διευθύντρια του Β΄ Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. Αθήνας, η σχετική όμως διακριτική ευχέρεια της τελευταίας έχει ως όριο, τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι, δεν πρέπει να υφίσταται προφανής δυσαναλογία, μεταξύ του εν λόγω αναγκαστικού μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, που εν προκειμένω συνίσταται στην είσπραξη δημόσιων εσόδων, αναγκαίων για την εκπλήρωση των σκοπών του κράτους.

Με την ένδικη ανακοπή του ο ανακόπτων οφειλέτης επικαλέστηκε το γεγονός ότι, το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από το καθ’ ου ασφαλιστικό ταμείο, ενώ παράλληλα, το καθ’ ου δεν προέβαλε, ούτε απέδειξε ότι, πριν προχωρήσει στην κατάσχεση της κατοικίας του ανακόπτοντος εξέτασε, αν η είσπραξη της απαίτησής του θα μπορούσε να επιδιωχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως με την κατάσχεση άλλου περιουσιακού (κινητού ή ακινήτου) στοιχείου, που έχει στην κυριότητά του ο ανακόπτων, και για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο κάνοντας δεκτό τον σχετικό ισχυρισμό του ανακόπτοντος έκρινε ότι, η επιβληθείσα κατάσχεση είναι μη νόμιμη, καθόσον παραβιάζει την αρχή συνταγματικά κατοχυρωμένη της αναλογικότητας.

Ειδικότερα το Δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό του ότι, η σχετική συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας παραβιάστηκε στην κρινόμενη περίπτωση διότι, η επιλογή του ένδικου κατασχεμένου ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία του ανακόπτοντος, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετασθεί η περίπτωση της λήψης λιγότερο επαχθών μέτρων, αποτελεί υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, σχετικά με την επιλογή του μέτρου εκτέλεσης, δεδομένου ότι, υπερακοντίζει τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος και υπερβαίνει το εύλογο, απολύτως αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο, για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η είσπραξη οφειλόμενου ποσού ασφαλιστικών εισφορών, λαμβανομένων υπόψη και των συνεπειών που επέρχονται στον ανακόπτοντα, εξαιτίας της επιβληθείσας κατάσχεσης, καθώς, μετά την επιβολή αυτής ο ανακόπτων στερείται την δυνατότητα της ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου του, ενώ επίκειται και η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού επί της πρώτης κατοικίας του, ώστε αυτό να εκπλειστηριαστεί .

Τέλος το Δικαστήριο έκρινε ότι, ο σχετικός λόγος της ένδικης ανακοπής τυγχάνει νόμω και ουσία βάσιμος, ενώ παράλληλα, συνοδεύεται και από την επίκληση βλάβης του ανακόπτοντος, μη δυνάμενης να θεραπευτεί, παρά μόνο με την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης – δεδομένου ότι, οι κατασχεμένες ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες αποτελούν ενιαίο λειτουργικό σύνολο -, σύμφωνα με το άρθρο 75Α του Κ.Ε.Δ.Ε., το οποίο προβλέπει ότι, παραλείψεις, ή ακυρότητες, ή πλημμέλειες, κατά την διαδικασία απόκτησης οποιουδήποτε νόμιμου τίτλου, καθώς και κατά την διαδικασία εκτέλέσης, μπορούν να προταθούν από τον οφειλέτη, ως λόγος ακύρωσης, μόνο αν αυτός επικαλείται και αποδεικνύει ότι, εξ αιτίας τους υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί παρά μόνο, με την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και η οποία διάταξη, ως διάταξη δικονομικής ισχύος τυγχάνει άμεσης εφαρμογής, καθώς η παράγραφος 1 του άρθρου 75 του ίδιου Κώδικα έχει ήδη καταργηθεί από την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ. (βλ. άρθρο 225 του Κ.Δ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 285 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Με την ως άνω απόφαση ελπίζουμε ότι, θα ανακοπεί η συνήθης πρακτική του Δημοσίου και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών να προβαίνουν στην άκριτη και χωρίς άλλη αναζήτηση, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας του οφειλέτη, για την εξασφάλιση δυσανάλογα μικρότερων απαιτήσεων τους, σε βάρος του, ασκώντας με τον τρόπο αυτό πίεση στους οφειλέτες, οι οποίοι κινδυνεύουν έτσι να απωλέσουν ένα μεγάλης αξίας περιουσιακό τους στοιχείο για μικρές οφειλές τους.