Ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς λόγω πλάνης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Τα τελευταία χρόνια, λόγω της οικονομικής κρίσης και των υψηλών φόρων κληρονομίας και των λοιπών φέρων για τα ακίνητα, αλλά και λόγω της υπερχρέωσης των κληρονομουμένων έχουν αυξηθεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό οι αποποιήσεις κληρονομιών από τους κληρονόμους.

Δυστυχώς όμως, πολλοί από τους κληρονόμους έρχονται αντιμέτωποι με την λεγόμενη πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, η οποία επέρχεται  αυτόματα, μετά την παρέλευση τετραμήνου από τον θάνατο του κληρονομουμένου και την επαγωγή της κληρονομίας, χωρίς ο κληρονόμος να έχει υποβάλλει αρμοδίως, δήλωση αποποίησης της κληρονομίας, ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της κληρονομίας, με αποτέλεσμα να καθίστανται κληρονόμοι κατάχρεων κληρονομιών, – χωρίς τις περισσότερες φορές να το γνωρίζουν – και να κινδυνεύουν έτσι να χάσουν και την δική τους περιουσία, καθώς οι δανειστές της κληρονομίας δύνανται να στραφούν πλέον σε βάρος τους, ως καθολικών διαδόχων για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους σε βάρος του κληρονομουμένου.

Για τον λόγο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε στο κρίσιμο ζήτημα του δικαιώματος του κληρονόμου, που απέκτησε με πλασματική αποδοχή την κληρονομία, να ζητήσει την δικαστική ακύρωση της, επικαλούμενος πλάνη περί του γεγονότος της επαγωγής, αλλά και λόγω της άγνοιας του, περί των νομικών διατάξεων και των προθεσμιών, που ορίζουν σχετικά με την πλασματική αποδοχή της κληρονομίας.

Τα σημαντικά αυτά ζητήματα απασχόλησαν και την υπ. αριθμ. 106/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία έκρινε επί αγωγής των ετεροθαλών αδερφών κληρονομουμένου, σε βάρος των δανειστών της κληρονομίας, οι οποίοι ζήτησαν την ακύρωση της αποδοχής, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε, ως προς αυτούς, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της τετράμηνης προθεσμίας  αποποίησης, επικαλούμενοι ουσιώδη πλάνη τους, η οποία οφείλονταν στην εσφαλμένη γνώση τους περί των νομικών ρυθμίσεων της αποδοχής κληρονομίας.

Ειδικότερα η ως άνω απόφαση έκρινε τα εξής:

Κατά τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ και 1850 εδ. β ΑΚ ο κληρονόμος  μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Αν περάσει άπρακτη η ως άνω προθεσμία η κληρονομία θεωρείται έχει γίνει αποδεκτή. Γνώση της επαγωγής, ως γεγονός της έναρξής της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομουμένου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά, η εκ διαθήκης ή η εξ αδιαθέτου διαδοχή και κλήση του κληρονόμου στην κληρονομία .Με την έννοα αυτή, όταν πρόκειται για εξ αδιαθέτου διαδοχή, οπότε ο δικαιολογητικός αυτής λόγος, της συγγενικής σχέσης, μεταξύ κληρονομουμένου και κληρονόμου είναι από την αρχή δεδομένος και γνωστός στον κληρονόμο, η τετράμηνη προθεσμία προς αποποίηση αρχίζει από τη γνώση του κληρονόμου του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου συγγενούς του, εκτός συνδρομής μεταγενέστερων της επαγωγής γεγονότων, με ενδεικτική αναφορά εκείνου της αποποίησης της κληρονομίας από προηγούμενο στην τάξη κληρονόμο.

Στην περίπτωση αυτή, της νομότυπης και εμπρόθεσμης αποποίησης της επαχθείσας στον κληρονόμο, κληρονομίας, η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή της κληρονομίας αναιρείται, ως μη γενόμενη και κατά συνέπεια       επάγεται σε εκείνον, ο οποίος θα εκαλείτο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αν ο αποποιηθείς δεν ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας, ήτοι κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, στον οποίο ανατρέχει η επαγωγή (1856ΑΚ). Παρά ταύτα, η προθεσμία της αποποίησης της κληρονομίας δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά από τη γνώση της αποποίησης, μεταγενέστερο αυτού γεγονός, με το οποίο συνδέεται η επαγωγή της κληρονομίας (ΑΠ 1041/2015, ΑΠ 1534/2011, ΑΠ 1087/2011).

Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο, και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης, ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (1851 εδ. β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, (με την διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου της (ΑΠ 725/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1857 εδ. β περ. α, γ και δ του ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομίας που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες .Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή, που συνάγεται από την παρέλευση της προθεσμίας για αποποίηση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1901 εδ. α του ΑΚ, ο κληρονόμος ευθύνεται και με την δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας. Κατά τα άρθρα δε 140 και 141ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωση του δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με την βούληση του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο, λόγω πλάνης, όταν η με αυτόν τον τρόπο, συναγόμενη κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούληση του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο, τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρνομίας, ώστε ο κληρονόμος αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης . Η εσφαλμένη δε γνώση, ή άγνοια που δημιουργεί τη μεταξύ δήλωσης και βούλησης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης, λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια, ή εσφαλμένη γνώση  των προαναφερομένων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας ( ΟλΑΠ 3/1989, ΑΠ 189/2017 ).

Υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται : α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας, κατά τον Αστικό Κώδικα, που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί ή άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) σε άγνοια της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847ΑΚ, προς αποποίηση, ή της κατ’ άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης. Έτσι, ο κληρονόμος, κατά την διάταξη του άρθρου 1847 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της (ΑΠ 1087/2011) . Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της προθεσμίας αποποίησης δεν υπάρχει δήλωση βούλησης του κληρονόμου για την αποδοχή της κληρονομίας, ο νόμος όμως, (1850 εδ. β του ΑΚ), προς άρση της αβεβαιότητας, ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, αμαχήτως τεκμαίρειτην αποδοχή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαττώματος της (μη ρητώς ή σιωπηρώς δηλωθείσας) βούλησης και συνακόλουθα, ούτε ακύρωση είναι νοητή. Για την παράκαμψη των δογματικών αυτών αντιρρήσεων, ο νόμος (άρθρο 1857 παρ. 4 του ΑΚ) ορίζει ευθέως ότι, η ακύρωση λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής χωρεί και επί πλασματικής αποδοχής.

Εξάλλου, απαιτουμένης θετικής γνώσης της επαγωγής και του λόγου της και μη αρκούσης της υπαίτιας άγνοιας αυτής, η κίνηση της πιο πάνω προθεσμίας δεν άρχεται σε περίπτωση πλάνης του κληρονόμου, ως προς την επαγωγή και το λόγο της, ως γεγονότων που αφετηριάζουν την εν λόγω προθεσμία. Ειδικότερα, η από τον κληρονόμο μη γνώση της προς αυτόν επαγωγής, και του λόγου της, εξ αιτίας άγνοιας ή εσφαλμένης γνώσης  των νομικών ρυθμίσεων περί αποδοχής της κληρονομίας, αποτρέπει την έναρξη της κρίσιμης προθεσμίας.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1857 παρ. 2 του ΑΚ, η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής κληρονομίας, λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, παραγράφεται μετά από ένα εξάμηνο. Με βάση την διάταξη του ανωτέρω άρθρου, κατ’ απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες το δικαίωμα ακύρωσης δικαιοπραξίας αποσβένυται μετά την πάροδο διετίας από της δικαιοπραξίας, ή από την παρέλευση της πλάνης, απάτης ή απειλής και σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο εικοσαετίας από της δικαιοπραξίας (157ΑΚ), το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομίας, καίτοι κατά την φύση του διαπλαστικό, υποβάλλεται σε εξάμηνη παραγραφή. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής, από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης. Αν όμως η πλάνη, απάτη ή απειλή εξακολουθήσουν και μετά την αποδοχή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της; διάταξης του άρθρου 157 εδ. β και γ του ΑΚ, το εξάμηνο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή και σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν είκοσι χρόνια από την αποδοχή (ΕφΛαρ 549/2011).

Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, οι ενάγοντες, οι οποίοι, μετά από διαδοχικές αποποιήσεις προηγούμενων εγγύτερων κληρονόμων του κληρονομουμένου κλήθηκαν ως επόμενοι στην τάξη εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τελούσαν σε νομική πλάνη, ως προς το αφετήριο γεγονός της προθεσμίας αποποίησης, καθ’ όσον θεωρούσαν εσφαλμένα ότι, η επαγωγή της κληρονομίας του κληρονομουμένου, ως προς τους ίδιους  θα γινόταν μετά και την αποποίηση της μητέρας τους, η οποία και αποκλείει αυτούς στην ίδια τάξη της κληρονομικής διαδοχής και ότι, η αποποίηση της κληρνομίας θα έπρεπε να γίνει από τους ίδιους, μετά την αποποίηση της μητέρας τους και για τον λόγο αυτό δέχτηκε την αγωγή τους και ακύρωσε την εκ μέρους τους πλασματική αποδοχή, που έλαβε χώρα, λόγω άπρακτης παρέλευσης της τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίηση.

Τέλος το Δικαστήριο δέχτηκε ότι,  η πλάνη τους αυτή, που αφορά το πλέγμα των νομικών διατάξεων, που καθορίζουν τα αφετήρια χρονικά σημεία των προθεσμιών δεν αφορά σε πλάνη περί του ύψους του παθητικού και των χρεών της κληρονομίας, η οποία είναι νομικά αδιάφορη.