Αντισυνταγματικός και ενάντιος στην ΕΣΔΑ ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού για αποζημίωση σε τροχαία

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Μία πολύ σημαντική απόφαση εξέδωσε ο Άρειος Πάγος, η οποία έρχεται να αποκαταστήσει μία μεγάλη αδικία, που υφίστατο σε βάρος θυμάτων ατυχημάτων, που είχαν την ατυχία να εμπλακούν σε τροχαίο ατύχημα με οχήματα, τα οποία, είτε ήταν ανασφάλιστα, είτε ήταν ασφαλισμένα σε ασφαλιστικές εταιρείες, των οποίων οι άδειες ανακλήθηκαν και κατά συνέπεια ασκούσαν αγωγές σε βάρος του ΝΠΙΔ με την επωνυμία, Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα, καθώς στην περίπτωση αυτή, η ισχύουσα νομοθεσία για το Επικουρικό Κεφάλαιο προβλέπει περιορισμό της ευθύνης του σε ποσοστό επί της επιδικαζόμενης αποζημίωσης, και κατ’ ανώτατο όριο το ποσό των 100.000 Ευρώ, καθώς και μειωμένη υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή τόκων υπερημερίας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς το συγκεκριμένο ζήτημα, δηλαδή, αν η ρύθμιση του άρθρου 4 περ. γ του Ν.4092/2012, με την οποία περιορίζεται  το όριο της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου να καταβάλλει αποζημίωση, για την ζημία που προκλήθηκε από αυτοκίνητο καλυπτόμενο από ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια  λειτουργίας, σε ορισμένο ποσοστό της αποζημίωσης του παθόντος, κυμαινόμενο από 90% έως 70% αυτής, και με ανώτατο όριο τις 100.000 Ευρώ είναι ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και πρέπει να ερευνηθεί αν η διάταξη αυτή είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου  25 παρ. 1 εδ. δ του Συντάγματος και τις διατάξεις του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και γενικότερα ενάντια στις διατάξεις του Ενωσιακού Δικαίου. Είναι δε χαρακτηριστικό του μεγάλου ενδιαφέροντος που εμφάνιζε το συγκεκριμένο ζήτημα το γεγονός ότι και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος θύματος του τροχαίου ατυχήματος.

Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της άνω απόφασης:

Στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24/4/1972 περί εναρμόνισης των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκίνητων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρέωσης τους προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής προβλέπεται ότι, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε η σχετική ευθύνη, αναφορικά με την κυκλοφορία των οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του, να καλύπτεται από ασφάλιση. Με την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30/12/1983 για την προσέγγιση των νομοθεσιών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των οχημάτων (84/5/ΕΟΚ) προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 1 ,2 και 4 αυτής ότι, η ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει υποχρεωτικά τις υλικές ζημιές και τις σωματικές βλάβες. Με την επιφύλαξη των μεγαλύτερων ποσών εγγύησης, που ενδεχομένως απαιτούνται από τα κράτη μέλη, κάθε κράτος μέλος απαιτεί το ποσό υποχρεωτικής ασφάλισης να ανέρχεται τουλάχιστον : α) σε περίπτωση σωματικής βλάβης ελάχιστο ποσό κάλυψης 1.000.000 Ευρώ για κάθε θύμα, ενώ κάθε κράτος μέλος ιδρύει και εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οπίου είναι να αποκαθιστά τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες, ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων, ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1.

Στα πλαίσια του Ελληνικού δικαίου  η συμμόρφωση της Ελλάδας προς τις ανωτέρω Οδηγίες έλαβε χώρα με τις σχετικές ρυθμίσεις του Ν.489/1976, περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986 . Η εναρμόνιση της εθνικής μας νομοθεσίας γίνεται  και με την πρόβλεψη ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου σε περίπτωση  πτώχευσης του ασφαλιστή, ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή, ή τέλος σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης. Στο Ελληνικό δίκαιο η ίδρυση του προβλεπόμενου από την δεύτερη Οδηγία Οργανισμού είχε ήδη εισαχθεί με το Ν.489/1976 που ήδη κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986 με την  ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από τροχαία ατυχήματα. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή διαμορφώθηκε, ως λόγος ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, για πρώτη φορά με το άρθρο 50 παρ. 7 του Ν.1568/1985. Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά και αυτοδικαίως  οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν την ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που ασκούν στην Ελλάδα την ασφάλιση  με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπέρ αυτού υπολογιζόμενη σε ποσοστό 5% κατ’ ανώτατο όριο   του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις .και κατά 30% τους ασφαλισμένους. Από η νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, από τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική του μορφή το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ΠΔ 237/1986 το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν, την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση, λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών, ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα  μεταξύ άλλων και όταν : α) αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος, β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση (ανασφάλιστο αυτοκίνητο ) ,……. δ) ο ασφαλιστής πτώχευσε, ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη, ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, ένεκα παράβασης νόμου. Κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 4 του Ν.4092/2012 η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το κατά το άρθρο 6 παρ.5 ανώτατο όριο ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος.. Όμως, με το άρθρο 4 του Ν.4092/2012 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΠΔ 237/1986 και προβλέφθηκε η συμμετοχή του Επικουρικού Κεφαλαίου στην αποζημίωση κατά ποσοστά που ανέρχονται από 70% έως 90% με ανώτατο όμως όριο το ποσό των 100.000 ευρώ.

Όμως η ανωτέρω εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά το μέρος με το οποίο περιορίζεται το συνολικό ποσό αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρείας, σε ορισμένο μόνο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης και με ανώτατο ποσό τις 100.000 Ευρώ δεν σκοπεί στον καθορισμό του δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος στο πλαίσιο της αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου, ή του περιεχομένου του δικαιώματος αυτού που εμπίπτει κατ’ αρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, αλλά αντίθετα, περιορίζει τη σύμφωνη με τις ανωτέρω Οδηγίες κάλυψη που παρέχει η υποχρέωση  ασφάλισης αστικής ευθύνης από ασφαλιστική εταιρεία, ή από άλλο φερέγγυο πρόσωπο και καταλύει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ανωτέρω Οδηγιών. Συνεπώς, αυτή η ρύθμιση  είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω αναφερόμενες Οδηγίες και την σκοπούμενη από αυτές μεταχείριση των παθόντων.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1του Συντάγματος οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.. Η αρχή αυτή υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφορά και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 του Ν.4092/2012 με την θέσπιση περιορισμού σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης και κατά ανώτατο όριο ποσού 100.000 ευρώ, είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι μόνη η παρέμβαση αυτή το νομοθέτη, δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή, την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό χωρίς κόστος για τους παθόντες από τροχαία ατυχήματα, όπως με την υποχρέωση αυτού να εξυγιάνει τα οικονομικά του, μέσω αύξησης των εσόδων του, του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών, με την προληπτική επιτήρηση και τον αποτελεσματικό έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, καθώς και την μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των οχημάτων, που κυκλοφορούν χωρίς να καλύπτεται η έναντι τρίτων αστική ευθύνη  με σύμβαση ασφάλισης.

Παράλληλα, με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με του ΝΔ 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη τυπική ισχύ, έναντι των κοινών νόμων, παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη μόνον δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου  και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους . Οι προαναφερόμενες διατάξεις  δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους μέλους, όπως θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα προς το δημόσιο συμφέρον, ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.

Με την διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας . Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 του Ν.4092/2012 με το να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης στο αναφερόμενο σε αυτήν ποσοστό και κατ’ ανώτατο όριο στο ποσό των 100.000 Ευρώ καταργεί δραστικά την αστική αυτή απαίτηση των παθόντων, για αποκατάσταση της ζημίας τους και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε για σωματικές βλάβες σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλά συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο ουσιαστικά επιχειρείται να διασφαλιστεί με την ως άνω διάταξη, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του Ν.4092/2012 , κατά την οποία με τις διατάξεις αυτές σκοπείται να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την στάθμιση των υποχρεώσεων του, χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση. λόγω του ιδιαίτερου επικουρικού σκοπού αυτού.

Κατά συνέπεια η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου που αναγνώρισε ότι, το Επικουρικό Κεφάλαιο πρέπει να καταβάλλει στον παθόντα ποσοστό 70% της συνολικής αποζημίωσης (αποθετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 περ. γ του Ν.4092/2012 παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι οι διατάξεις του νόμου αυτού είναι ανίσχυρες, λόγω της αντίθεσης τους στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 του Συντάγματος, του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο Ενωσιακό Δίκαιο και για τους λόγους αυτούς ο Άρειος πάγος αναίρεσε την σχετική απόφαση του Εφετείου.