ΑΠ 1466/2019 – Έννοια του όρου «σύννομα» στη νέα διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α για την αναγνώριση του ελαφρυντικού

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Μετά την τροποποίηση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και την έναρξη ισχύος του Νέου Ποινικού Κώδικα, από την 1/7/2019, επήλθε τροποποίηση και ως προς την διατύπωση της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του ΠΚ, που αφορά την αναγνώριση της γνωστής σε όλους ελαφρυντικής περίστασης του ¨προτέρου εντίμου βίου¨, όπως ήταν μέχρι πρόσφατα γνωστή.

Η νέα διατύπωση της σχετικής διάταξης, η οποία είναι σαφώς επιεικέστερη της προηγούμενης διατύπωσης προβλημάτισε τα ποινικά Δικαστήρια της ουσίας, τα οποία εξακολουθούσαν ουσιαστικά να ερμηνεύουν την νέα διάταξη με όρους που είχε διαμορφώσει η πάγια μέχρι σήμερα νομολογία, σχετικά με την ελαφρυντική περίσταση του ¨προτέρου εντίμου βίου¨. Τη νέα διατύπωση της σχετικής διάταξης και τους όρους για την αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού για τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ερμήνευσε για πρώτη φορά ο ‘Αρειος Πάγος με την υπ. αριθμ. 1466/2019 απόφαση του, με την οποία ομοίως προσεγγίστηκαν ερμηνευτικά και οι λοιπές ελαφρυντικές περιστάσεις, που προβλέπονται στην διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 μετά την τροποποίηση της.

Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος έκρινε σχετικά τα εξής:

Η επιβαλλόμενη για όλες τις καταδικαστικές αποφάσεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο, ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον αναιρετικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1/7/2019 νέου Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων και : α) ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα. Κριτήριο επομένως για την συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας απαγορευτικούς ή επιτακτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού του μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού, γα την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυναμένου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλαδή στα πλαίσια της υποχρέωσης του δικαστή στην αυτεπάγγελτη αναζήτηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που θεμελιώνουν την ενοχή, ή καταδεικνύουν την αθωότητα του κατηγορουμένου και επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής.

Εν όψει των ανωτέρω η διάταξη αυτή (84παρ. 2α) του ισχύοντος από την 1/7/2019 Ποινικού Κώδικα είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προγενέστερης διάταξης που όριζε ότι, η υπό στοιχείο α ) ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι, ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού με την νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της ¨νόμιμης¨ ζωής, ‘έναντι του απροσδιορίστου κριτηρίου της ¨έντιμης ζωής¨, που απαιτούνταν από την προϊσχύουσα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα ¨απαραβίαστη¨ προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.

Επίσης, η υπό στοιχείο ε) της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι, ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτηση του. Η σχετική νέα διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι επίσης ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύουσας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλάκισης.

Τέλος και η υπό στοιχεία δ) της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντική περίσταση η οποία δεν τροποποιήθηκε από τον νέο Ποινικό Κώδικα συνίσταται στο ότι, ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει, ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει, ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1165/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό, χωρίς αναφορά στα επικληθέντα περιστατικά, με την εξής γενική αιτιολογία για όλα τα προταθέντα ελαφρυντικά …….πλην όμως και υπό τα εκτεθέντα νομικά δεδομένα, συνδυαζόμενα με τα ως άνω επικαλούμενα από την κατηγορουμένη. Το δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις και ως εκ τούτου τα σχετικά της αιτήματα πρέπει να απορριφθούν, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε όμως ότι, έτσι που έκρινε το δικάσαν δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και θώρησε βάσιμο τον σχετικό λόγο της αναίρεσης, αναίρεσε εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση παρέπεμψε δε την υπόθεση και ως προς το στοιχείο της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και ε του ΠΚ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.