ΑΠ 487/2019 – Έννοια «τρίτου» στο αδίκημα της δυσφήμησης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 362 του Ποινικού Κώδικα …..Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του  τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με  χρηματική ποινή …..

Από την διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει σαφώς ότι, για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος θα πρέπει ο ισχυρισμός, ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος να γίνεται ενώπιον τρίτου προσώπου. Σε πολλές λοιπόν περιπτώσεις κατά το παρελθόν είχε ανακύψει το ερώτημα αν ¨τρίτος¨ πρέπει να θεωρείται και ο αρμόδιος Εισαγγελέας ο οποίος επιλαμβάνεται της μήνυσης που διαλαμβάνει το δυσφημιστικό γεγονός, ή ο αρμόδιος Πταισματοδίκης που διεξάγει την σχετική προανάκριση ή την προκαταρκτική εξέταση, ή τέλος και ο δικαστικός γραμματέας που παραλαμβάνει και καταχωρεί το δικόγραφο της μήνυσης. Επί του σχετικού ζητήματος είχαν κατά το πρόσφατο παρελθόν εκδοθεί αρκετές αντικρουόμενες αποφάσεις των ποινικών, αλλά και των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας μας με αποτέλεσμα να υπάρχει ανασφάλεια δικαίου.

Το επίμαχο ζήτημα φαίνεται να επιλύει η υπ. αριθμ. 487/2019 απόφαση του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε καταδικαστική απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, με την οποία είχε καταδικαστεί ο αναιρεσείων για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, που αφορούσε αναληθή κατά το περιεχόμενο και βλαπτική της τιμής και της υπόληψης του μηνυόμενου, μήνυση, που αυτός είχε αρμοδίως υποβάλλει, ενώπιον του οικείου Εισαγγελικού λειτουργού.

Ειδικότερα η ως άνω απόφαση έκρινε σχετικά τα εξής:

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν, ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς τα αντικειμενικά του στοιχεία, θα πρέπει η διάδοση, ή ο ισχυρισμός του ψευδούς γεγονότος, αφενός μεν να επισυμβεί ενώπιον τρίτου προσώπου, αφετέρου δε, να είναι πρόσφορος να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις (τρίτος και δυνατότητα βλάβης της τιμής και υπόληψης) μπορεί να συνδέονται από την έννοια ότι, ένα γεγονός, που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του παθόντος, να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει τη βλαπτική του ενέργεια, όταν  ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων, που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα, ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις . Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο και το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο, ή τους τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις.

Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, Εισαγγελείς), που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για την προσβολή της τιμής . Τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνο τη δικανική τους κρίση, ως προς τη βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης, είτε της πολιτικής, είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους  είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντος τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μία έννομη σχέση, ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα της πολιτείας και στο όνομα του Ελληνικού λαού και η οποία κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις, ή εκτιμήσεις για την τιμή και την υπόληψη κάποιου προσώπου.

Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν στην ποινική δίκη, όπως ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στην διαδικασία καταχώρισης της μήνυσης, ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι, τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των δικογράφων, πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το λόγο αναίρεσης προβάλλεται  η από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, επειδή δεν εντάσσονται στην έννοια του τρίτου τα δικαστικά πρόσωπα (Εισαγγελέας, Πταισματοδίκης, και δικαστικοί υπάλληλοι – γραμματείς) και τα φερόμενα ως ψευδή περιστατικά που ανακοινώθηκαν με την υποβολή της αναφοράς και την ένορκη εξέταση του  αναιρεσείοντος ενώπιον τους , δεν ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατ’ εξακολούθηση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης διότι : α) κοινοποίησε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου αναφορά, με την οποία εν γνώσει του παρουσίαζε ψευδώς τον εγκαλούντα να διαπράττει παράβαση καθήκοντος, τα αναφερόμενα δε σε αυτήν ψευδή περιστατικά περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου και των δικαστικών υπαλλήλων – γραμματέων, που την παρέλαβαν και την καταχώρησαν στα αρχεία της Εισαγγελίας και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος  και β) εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκου Ρόδου κατέθεσε τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειας τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη της Πταισματοδίκου Ρόδου και της γραμματέως.

Με αυτά όμως που δέχθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Ποινικού Κώδικα, καθόσον ο Εισαγγελέας, ο Πταισματοδίκης και ο δικαστικός γραμματέας είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα όργανα να λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των αναφερομένων – καταγγελλομένων σε αυτά, ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς να προβαίνουν σε ιδία κατά την προσωπική τους άποψη (αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο.

Έτσι τα δικαστικά αυτά πρόσωπα χωρίς την συνδρομή ιδιαίτερων άλλων περιστάσεων, που δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και υπόληψης του εγκαλούντος, δεν είναι τρίτοι με τη έννοια που προαναφέρθηκε και κατά συνέπεια  δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω   η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, όπως βάσιμα υποστηρίζει και ο αναιρεσείων.

Κατόπιν αυτών ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση , όσο δε αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης αφού για αυτήν δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αξιόποινο, θα πρέπει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠΔ να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος.