tuv-iso-logo

ΑΠ: Ο κίνδυνος σύγχυσης στα εμπορικά σήματα

Γράφει η Μαρία Μπακάλη, Δικηγόρος-Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Με την υπ’ αριθμόν 249/2021 απόφασή του ο Άρειος Πάγος μνημονεύει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης των εμπορικών σημάτων από το καταναλωτικό κοινό, επικαλούμενος τη βασική λειτουργία ενός σήματος, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο σύγχυσης, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από αυτά, που έχουν άλλη προέλευση, ώστε να μπορεί με τον τρόπο αυτό το σήμα να επιτελεί τη λειτουργία του ως ουσιώδες στοιχείο συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού και να παρέχει την εγγύηση ότι όλα τα φέροντα αυτό προϊόντα ή υπηρεσίες έχουν κατασκευαστεί υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχείρησης, που φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους.

Περαιτέρω, αναφέρει ότι τα κριτήρια του κινδύνου σύγχυσης είναι συνάρτηση τριών παραγόντων, ήτοι πρώτον της ομοιότητας μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων, δεύτερον της ομοιότητας μεταξύ των φερόντων τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών και τέλος του κατά πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά.

Στα πλαίσια των ανωτέρω κρίσεων, ως κίνδυνος σύγχυσης, υπό της έννοια του άρθρου 8 παρ.1 στοιχ. β’ του κανονισμού 207/2009, πρέπει να νοηθεί το ενδεχόμενο να σχηματίσει το κοινό την πεποίθηση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, που προσδιορίζει μεταγενέστερο σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, προέρχονται στο σύνολό τους από την ίδια επιχείρηση ή από επιχειρήσεις, που συνδέονται οικονομικώς. Ο κίνδυνος σύγχυσης πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων παραγόντων της υπό κρίση περίπτωσης. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, όπως προεκτίθεται, το βαθμό ομοιότητας μεταξύ των αντιτιθέμενων σημείων και μεταξύ των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, που προσδιορίζονται μ’ αυτά, καθώς και το εύρος της φήμης και την ένταση του εγγενούς ή αποκτηθέντος με χρήση διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος. Όσον αφορά στην οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημάτων ή σήματος και διακριτικού γνωρίσματος, η εκτίμηση πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση, που προκαλούν στο ενδιαφερόμενο κοινό. Στην περίπτωση σύνθετου σήματος, αποτελούμενου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος είναι η συνολική εντύπωση, που το καθένα από τα παραβαλλόμενα προκαλούν στο μέσο, μη έμπειρο άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα, ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος τούτου, χωρίς όμως, να αποκλείεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαιτέρως, όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει συνδεθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα.

Για τη διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης δεν απαιτείται σχετική πρόθεση από την πλευρά του προσβολέα ούτε απαιτείται η σύγχυση πραγματικά να επέλθει ή να μπορεί να προκληθεί σε όλους ή στην πλειονότητα των καταναλωτών. Πρέπει, όμως, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση να συνεκτιμάται το στοιχείο ότι, σπανίως, ο μέσος καταναλωτής έχει τη δυνατότητα προβαίνει σε άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων και, συνήθως, είναι αναγκασμένος να ανατρέχει στην ατελή εικόνα που έχει συγκρατήσει στη μνήμη του, συγχέοντας έτσι πολλές φορές τα σήματα, αλλά και τα φέροντα τα σήματα προϊόντα, θεωρώντας ότι προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, όταν παρουσιάζεται σημαντική ομοιότητα μεταξύ των φερόντων τα σήματα προϊόντων, αλλά και των ίδιων των σημάτων και συνυπάρχουν βεβαίως τα ανωτέρω αναφερόμενα κριτήρια – παράγοντες, που θεμελιώνουν την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης των εμπορικών σημάτων.