Απάτη κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου σε περίπτωση πρόσληψης με πλαστό πτυχίο

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπ. αριθμ. 3/2019 απόφαση της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία εξεδόθη κατόπιν παραπομπής από το Ζ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και αφορά την υπόθεση που απασχόλησε έντονα και την κοινή γνώμη και αφορούσε στην αίτηση αναίρεσης της καταδικασθείσας σε δεκαετή κάθειρξη κατηγορουμένης, που προσλήφθηκε, ως καθαρίστρια, σε παιδικό σταθμό, έχοντας πλαστογραφήσει τον τίτλο σπουδών της (απολυτήριο δημοτικού), ώστε σε αυτόν να φαίνεται ότι δήθεν ήταν απόφοιτη της ΣΤ τάξης, ενώ η πραγματικότητα ήταν ότι, είχε φοιτήσει μέχρι και την Ε τάξη του Δημοτικού.

Η μεγάλη σημασία της ως άνω απόφασης έγκειται στο ότι, επιλύει σημαντικές αμφισβητήσεις, που είχαν κατά το παρελθόν προκύψει σε ανάλογες ποινικές υποθέσεις πρόσληψης δημοσίων υπαλλήλων με πλαστά πτυχία, αφενός μεν, αναφορικά με το ζήτημα της κατ’ εξακολούθηση τέλεσης του αδικήματος της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ( με τις επιβαρυντικές μάλιστα περιστάσεις του Ν. 1608/1950, περί καταχραστών του Ελληνικού Δημοσίου), αφετέρου δε, αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης πραγματικής ζημίας του Δημοσίου, ενόψει της προσφερόμενης σε αυτό εργασίας έναντι του καταβαλλόμενου μισθού και αν από την παροχή της εργασίας αντισταθμίζεται πλήρως η βλάβη, που υφίσταται το Δημόσιο από το μισθό που κατάβαλε.

Ειδικότερα, η παραπομπή από το ΣΤ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έγινε για τα ζητήματα, σε περίπτωση που κάποιος εξαπατώντας του αρμοδίους υπαλλήλους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ με πλαστό τίτλο σπουδών, προσληφθεί και παρέχει εργασία, λαμβάνοντας κάθε μήνα, ή δεκαπενθήμερο το μισθό του : α) αν αυτός διαπράττει άπαξ απάτη με τη χρήση του πλαστού τίτλου σπουδών και την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων, με την ψευδή παράσταση ότι, έχει το τυπικό προσόν των σπουδών να τον προσλάβουν και να τον μισθοδοτούν, ή αν διαπράττει περισσότερες κατ’ εξακολούθηση πράξεις απάτης, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, με παρασιώπηση του γεγονότος ότι/ προσλήφθηκε χωρίς να διαθέτει το τυπικό προσόν των σπουδών, κατόπιν εξαπάτησης με τη χρήση πλαστού τίτλου σπουδών, λόγω της έκδοσης διαφορετικών επί του ζητήματος αυτού αποφάσεων και β) όταν αυτός έχει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και δύναται να προσφέρει την εργασία του, για την οποία προσλήφθηκε, αν υπάρχει η απαιτούμενη ζημία του Δημοσίου, ή του ΝΠΔΔ, ενόψει της προσφερόμενης σε αυτό εργασίας, έναντι του καταβαλλόμενου μισθού και αν από την παροχή της εργασίας αντισταθμίζεται πλήρως η βλάβη που υφίσταται το Δημόσιο από το μισθό που κατάβαλε.

Επί των ζητημάτων αυτών η Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου/ κατά πλειοψηφία ( με μειοψηφία 12 μελών της ) έκρινε τα εξής:

Προκειμένου περί απάτης, για την οποία ορίζει η διάταξη του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεση τους, θα αποτελούν κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις . Έτσι/ επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στην χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος/ ή μισθού δεν συντρέχει περίπτωση κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μία νέα αυτοτελής απάτη.

Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι τι αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξη της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμα τα τελικά αποτελέσματα τους . Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της πλάνης και της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος, για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου, με τι ίδιο υλικό αντικείμενο, που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλαδή στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης, ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτή βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκληθείσα πλάνη, αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης, που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε, με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του.

Συνακόλουθα, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδού γεγονότος, ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με την μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου, της παρασίωπησης, ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέας πλάνης;, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, που όμως αυτή έχει ήδη επέλθει, με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του και να αποτελεί έτσι κατ’ εξακολούθηση έγκλήμα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος.

Κατά συνέπεια, με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο και η αναιρεσιβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98ΠΚ και 386ΠΚ αφού δέχτηκε ότι, η πράξη της απάτης τελέσθηκε από την κατηγορουμένη αρχικά με την παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, ήτοι με την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία το έτος 1996 του επίδικου πλαστού τίτλου σπουδών, οπότε και η υπηρεσία παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε και έγινε η πρόσληψη αυτής στην θέση της καθαρίστριας , η πράξη δε την απάτης τελέστηκε με την άπαξ ως άνω προκληθείσας πλάνη με θετική ενέργεια. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, όπως ακολούθως έγινε δεκτό και καταδικάστηκε, ότι η πράξη της απάτης συνεχίστηκε και τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, που τέλεσε η κατηγορούμενη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 μέχρι το έτος 2015, με παρασιώπηση της αλήθειας, ήτοι με παράλειψη ανακοίνωσης, κάθε μήνα που εισέπραττε το μισθό της, περί της πλαστότητας του τίτλου και έλλειψης του απαιτούμενου τυπικού προσόντος, δηλαδή με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου, διότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης, προκληθείσας από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης.

Περαιτέρω, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων, βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος. Όπως γίνεται δεκτό, δεν υπάρχει βλάβη, όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείστηκε να διαπράξει . Έτσι στην περίπτωση που κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο επιτύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα για να καταλάβει την θέση αυτή, η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή σε αυτόν αποδοχών της θέσης που παράνομα κατέλαβε, ισοσταθμίζεται από την παροχή της εργασίας του, με συνέπεια να μην υφίσταται βλάβη, εκτός, αν το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανομένου, όπως αυτές τεκμηριώνονταν με βάση το τυπικό προσόν, που έθεσε ως τυπική προϋπόθεση και το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση, ή δεξιότητα και η παροχή εργασίας, ενόψει της φύσης της, απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση, ή δεξιότητα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για ισάξια αντιπαροχή. Αντίθετη άποψη, ότι προϋπόθεση για να ισοσταθμιστεί η παροχή εργασίας του εξαπατήσαντος, με τις παροχές (μισθός), που αυτός έλαβε, αποτελεί απαραιτήτως η νομιμότητα της αντιπαροχής, ήτοι η νομιμότητα της εργασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει και του άρθρου 904ΑΚ, που παρέχει δυνατότητα στον εργαζόμενο για την αναζήτηση μη καταβληθέντων μισθών, για παρασχεθείσα εργασία και επί άκυρης σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα μη νόμιμης εργασίας, με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση ομοίως έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς, ενώ δέχεται την παροχή εργασίας από την κατηγορουμένη, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα στο εξαπατηθέν ΝΠΔΔ, ως καθαρίστριας, ακολούθως δέχεται ότι, η ζημία του εξαπατηθέντος, ανερχόμενη στο ύψος των μισθών που της καταβλήθηκαν δεν μπορεί να ισοσταθμιστεί, λόγω του μη σύννομου της εργασίας της, χωρίς όμως να διευκρινίζει και υπάρχει ασάφεια, ως προς το εάν το ΝΠΔΔ απέβλεψε σε ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα της κατηγορουμένης, με βάση το τυπικό προσόν του απολυτηρίου δημοτικού, που έθεσε ως τυπική προϋπόθεση, ούτε εάν το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ούτε εάν η παροχή εργασίας, ενόψει της φύσης της απαιτούσε κάποια ιδιαίτερη γνώση και δεξιότητα, ώστε μόνο στις περιπτώσεις αυτές η ζημία του εξαπατηθέντος να μην μπορεί να ισοσταθμιστεί με την παροχή εργασίας.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, δώδεκα από τα μέλη του Δικαστηρίου μειοψήφησαν και είχαν την άποψη ότι, η θέση ότι δεν υπάρχει βλάβη και άρα δεν στοιχειοθετείται απάτη, όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται πλήρως από μία ισάξια αντιπαροχή, που περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείσθηκε να διαπράξει, είναι κατ’ αρχήν ορθή. Ωστόσο, η απάτη δεν αποκλείεται άνευ ετέρου σε κάθε περίπτωση ισοστάθμισης. Επιβάλλεται να πληρούται η διττή προϋπόθεση ότι : α) το περιουσιακό αντιστάθμισμα είναι όχι μόνοι ισάξιο, αλλά και νόμιμο και β) μπορεί να συμψηφισθεί με τη ζημία, κατά την έννοια των άρθρων 440επ ΑΚ. Κατά τον υπολογισμό της περιουσιακής ζημίας του εξαπατηθέντος συμψηφίζεται μεν κάθε όφελος αυτού, εφόσον όμως συνδέεται άμεσα με την περιουσιακή διάθεση, στην οποία, λόγω της απάτης, αυτός προέβη. Επομένως δεν συμψηφίζεται με την περιουσιακή βλάβη η μεταγενέστερη αξίωση του εξαπατήσαντος κατά του εξαπατηθέντος από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η ζημία του τελευταίου έχει ήδη επέλθει και η μεταγενέστερη άρση της ζημίας μέσω του συμψηφισμού δεν αναιρεί την ύπαρξη της ήδη επλεθούσας βλάβης .Με άλλα λόγια το όφελος του παθόντος, που αντιστοιχεί στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του, δεν συνδέεται άμεσα με την περιουσιακή του ζημία.