tuv-iso-logo

Αποζημίωση από ασφαλιστικό φορέα για καθυστέρηση απάντησης σε αίτημα για επικουρική σύνταξη – ΔEφΠατρών 644/2018

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Πολλές φορές οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με μεγάλες και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις για απάντηση σε ερωτήματα που υποβάλλουν σε δημόσιες υπηρεσίες για την διεκπεραίωση υποθέσεων τους. Οι καθυστερήσεις αυτές συνήθως είναι μεγαλύτερες σε περιπτώσεις αιτημάτων, που υποβάλλονται σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης και αφορούν στην χορήγηση κύριας ή επικουρικής σύνταξης, ειδικότερα δε, όταν η υπόθεση αφορά σε διαδοχική ασφάλιση του ενδιαφερομένου. Στις περιπτώσεις αυτές είναι εύλογο και δίκαιο να αναγνωρίζεται το δικαίωμα του ενδιαφερομένου σε αποζημίωση του και εύλογη χρηματική ικανοποίηση του για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από την μακρόχρονη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση του ασφαλιστικού φορέα να απαντήσει επί του ερωτήματος του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, αναφορικά με την γενική υποχρέωση των φορέων και υπηρεσιών του Δημοσίου να απαντούν εγκαίρως στα αιτήματα και ερωτήματα των πολιτών υπάρχουν σχετικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, παράλληλα όμως υπάρχουν και εφαρμόζονται και ειδικότερες διατάξεις που θέτουν συγκεκριμένους χρονικούς περιορισμούς και χρονικά περιθώρια για απάντηση, όπως έκρινε στην συγκεκριμένη περίπτωση του Διοικητικό Εφετείο. Ειδικότερα δε και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 του Ν.2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας), όπως αυτό τροποποιήθηκε  με την διάταξη του άρθρου 6 του Ν.3242/2004, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών, εφόσον από ειδικές διατάξεις δεν προβλέπονται μικρότερες προθεσμίες.

Μία τέτοια υπόθεση έκρινε και το Διοικητικό Εφετείο Πατρών εκδίδοντας την υπ. αριθμ. 644/2018 απόφαση του, με την οποία συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις που άσκησαν, τόσο ο ασφαλιστικός φορέας, όσο και ο ενδιαφερόμενος πολίτης κατά της απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενδιαφερομένου και είχε καταδικαστεί ο ασφαλιστικός φορέας στην καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί ο πολίτης από την μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση της συνταξιοδοτικής του υπόθεσης.

Ειδικότερα, ο εκκαλών ασφαλισμένος με την ένδικη έφεση του ζητούσε να του αναγνωριστεί μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί – και το οποίο του επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του (ήτοι ποσό  8.000 Ευρώ) -, από το γεγονός ότι, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας, επί σχεδόν έντεκα χρόνια, μετά την υποβολή της πρώτης αίτησης του για την χορήγηση επικουρικής σύνταξης, δεν είχε απαντήσει στο σχετικό ερώτημα του, γεγονός που προξένησε σε αυτόν μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία, καθώς η συμπεριφορά αυτή του ασφαλιστικού φορέα δεν ήταν μόνο απαξιωτική για το πρόσωπο του, αλλά συνιστά και εμπαιγμό του ιδίου και των δικηγόρων του, ενώ η αγωνία του για την έκβαση της συνταξιοδοτικής του περίπτωσης, για την οποία ο ίδιος προσπάθησε να συνδράμει στην διεκπεραίωση της έχει διαρκέσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε αυτός έχει ήδη συμπληρώσει το 73ο έτος της ηλικίας του.

Αντίθετα, ο εναγόμενος – εφεσίβλητος και εκκαλών ασφαλιστικός φορέας ισχυρίζονταν ότι, η καθυστέρηση απάντησης στο αίτημα του ενδιαφερομένου ενάγοντος και εκκαλούντος οφείλονταν στα πολλαπλά λάθη των ΑΠΔ, που είχε  υποβάλλει το ΤΑΠ ΟΤΕ προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τα οποία έπρεπε να διορθωθούν και είχαν ως αποτέλεσμα την ασαφή εικόνα, περί της επικουρικής του ασφάλισης, παράλληλα δε, ζητούσε να μειωθεί το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, καθώς θεωρούσε ότι, δεν εκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς το είδος της προσβολής, οι συνθήκες τέλεσης της πράξης, ο βαθμός του πταίσματος του αντιδίκου πολίτη, αλλά και η οικονομική τους θέση, καθώς αυτή δεν υπολογίζεται για τον καθορισμό της αποζημίωσης, αφού η κρατική περιουσία, ενόψει του δημόσιου σκοπού της, δεν αποτελεί περιουσιακή κατάσταση, υπό την έννοια του ιδιωτικού δικαίου και δεν μπορεί να συσχετισθεί με την ιδιωτική περιουσία του ζημιωθέντος, κατά τρόπο που να μπορεί να προκύπτει κάποια μεταξύ τους στάθμιση.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης έγιναν δεκτά τα εξής :

Ο νομοθέτης έχει θεσπίσει κανόνες διοικητικής διαδικασίας που αποβλέπουν προεχόντως στην λειτουργική αποτελεσματικότητα της Διοίκησης, την ποιοτική αναβάθμιση των παρεχομένων προς τον πολίτη υπηρεσιών και στην ταχεία και αποτελεσματική εξυπηρέτηση των πολιτών (βλεπ. ΣτΕ 1499/2009). Ενόψει του ανωτέρω προέχοντος σκοπού των σχετικών διατάξεων τα όργανα των ασφαλιστικών φορέων, όταν εξετάζουν αιτήματα ασφαλισμένων για απονομή σύνταξης, οφείλουν να απαντούν το συντομότερο δυνατόν και πάντως, στην περίπτωση που, για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος εμπλέκονται περισσότεροι του ενός ασφαλιστικοί οργανισμοί (διαδοχική ασφάλιση), όχι πέραν των έξι μηνών, όπως αναφέρεται και στην υπ. αριθμ. Φ.17/29/26420/1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας και Υγείας, της οποίας οι ειδικότερες διατάξεις περί  διαφορετικών προθεσμιών εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Τυχόν καθυστέρηση απάντησης θεμελιώνει, κατά περίπτωση, δικαίωμα αποζημίωσης λόγω ζημίας και ηθικής βλάβης υπέρ του ασφαλισμένου. (εφαρμοζόμενες διατάξεις: άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, άρθρο 932 ΑΚ, άρθρο 5 του ν. 1943/1991, άρθρο 4 Κ.Δ. Διαδ.).

Επειδή, ανεξαρτήτως των ειδικότερων λόγων που συνέτρεχαν στην ασφαλιστική περίπτωση του εκκαλούντος και εφεσίβλητου και αφορούσαν στη διαπίστωση του χρόνου ασφάλισής του, η παράλειψη των εκκαλούντων και εφεσίβλητων ασφαλιστικών φορέων να απαντήσουν στο αίτημά του για απονομή επικουρικής σύνταξης, είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, περί της υποχρέωσης διεκπεραίωσης των ασφαλιστικών υποθέσεων εντός προθεσμίας 6 μηνών.

Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι, με προσωπικές ενέργειες του ο εκκαλών και εφεσίβλητος προσπάθησε να συνδράμει με κάθε τρόπο στην διεκπεραίωση της συνταξιοδοτικής του υπόθεσης, ότι εξαιτίας της παράλειψης των οργάνων των διάδικων ασφαλιστικών φορέων να του απαντήσουν υπέστη πολυετή ταλαιπωρία και λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη το ύψος της επιδικασθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες εν γένει οικονομικές συνθήκες, το Δικαστήριο έκρινε ότι, το ποσό των 8.000 Ευρώ, που αναγνώρισε η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση ότι δικαιούται να λάβει ο εκκαλών και εφεσίβλητος, παρίσταται εύλογο και προσήκον και για τον λόγο αυτό συνεκδίκασε τις εφέσεις και απέρριψε αυτές.