Αποζημίωση από τράπεζα σε πελάτη για εσφαλμένη καταχώριση του σε λίστα οφειλετών

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Μεγάλη αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε σε πελάτη της, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του υποχρεώθηκε να καταβάλλει τράπεζα, καθώς λόγω σφάλματος των υπαλλήλων της, το όνομα του πελάτη καταχωρήθηκε στα πληροφοριακά στοιχεία εταιρείας, που τηρεί στοιχεία οφειλετών, ενώ ο ίδιος είχε εξοφλήσει εμπρόθεσμα συναλλαγματική, με αποτέλεσμα να απωλέσει την δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό για την ανάληψη έργου.

Ειδικότερα, οι υπάλληλοι της τράπεζας από αμέλεια και μολονότι είχε εξοφληθεί η επίδικη συναλλαγματική δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, και απέστειλαν το όνομα του πελάτη στην εταιρεία για να καταχωρηθεί στα δυσμενή στοιχεία οφειλετών, με αποτέλεσμα και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, να ενταχθεί το όνομα του στη λίστα δυσμενών στοιχείων και στην συνέχεια ο οφειλέτης αντιμετώπισε την άρνηση άλλης τράπεζας, στην οποία απευθύνθηκε, για να εκδώσει εγγυητική επιστολή και να του χορηγηθεί δάνειο για την χρηματοδότηση και εκτέλεση έργου που είχε αναλάβει.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ. αριθμ. 1116/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου το ανώτατο Δικαστήριο δέχτηκε τα εξής:

Κατά την διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297,299,330 και 932 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι : α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλήφθηκε (ΑΠ 864/2014). Περαιτέρω, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαιτείται στα άρθρα 200, 281 και 288ΑΚ είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και άρα κανόνα δικαίου. Οι τράπεζες εκτός από ιδιωτικές επιχειρήσεις διαμεσολάβησης στην κυκλοφορία του χρήματος, ασκούν παράλληλα και δημόσια λειτουργία  (υπό την ευρύτερη έννοια του όρου), αφού η δραστηριότητα της αυτή αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία.

Εξάλλου, η τράπεζα κατά την εκπλήρωση των συναφών υποχρεώσεων της απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο της (πελάτη), όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτική ήθη (288ΑΚ) έχει τις αποκαλούμενες ¨υποχρεώσεις πρόνοιας¨ (εξειδικευόμενες σε μία σειρά παρεπόμενων υποχρεώσεων της και ειδικότερα στην υποχρέωση προστασίας των περιουσιακών αγαθών του πελάτη της, ιδίως όταν τα αγαθά αυτά είναι δυνατόν κατά την εκπλήρωση της παροχής, να τεθούν σε κίνδυνο), επειδή έχει αυξημένη δυνατότητα να επεμβαίνει στην περιουσιακή σφαίρα των πελατών της.

Περαιτέρω, κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα της σχετικότητας των ενοχών, οι συμβάσεις είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να αναπτύσσουν προστατευτική ενέργεια και υπέρ τρίτων προσώπων, τα οποία συνδέονται στενά με το αντικείμενο της παροχής, ή εμπλέκονται στο πεδίο της υφιστάμενης σχέσης εμπιστοσύνης. Τέλος, τα πρόσωπα που δεν βρίσκονται σε συναλλακτικό σύνδεσμο με τη τράπεζα και ούτε εντάσσονται στο προστατευτικό πεδίο του συνδέσμου αυτού, δικαιούνται   – σε περίπτωση κατά την οποία η τράπεζα, κατά την εκπλήρωση της παροχής της προς τον αντισυμβαλλόμενο της, βλάψει υπαιτίως και τα έννομα συμφέροντα και των προσώπων αυτών – να ζητήσουν αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του ΑΚ περί αδικοπραξιών (914ΑΚ).

Και τούτο επειδή στην περίπτωση αυτή η τράπεζα θα έχει παραβεί το γενικό καθήκον κάθε  κοινωνικού ανθρώπου (αλλά και οντότητας εξομοιούμενης κατά το νόμο με αυτόν), να μην ζημιώνει άλλον υπαιτίως, ( ΟλΑΠ 967/1973, ΝοΒ 22, 505), το οποίο – καθήκον – αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν αδικοπραγεί πιστωτικό ίδρυμα, ενόψει της δραστικής παρέμβασης του στο οικονομικό τοπίο και της εντεύθεν, κατά τα προλεχθέντα, ασκήσεως από μέρους της δημόσιας λειτουργίας, σε ευρεία έννοια.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 57,59. 914 και 932ΑΚ προκύπτει ότι, για την θεμελίωση αξίωσης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου απαιτείται προσβολή της προσωπικότητας, η οποία να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα, ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, ήσσονος σπουδαιότητας, ή ασκουμένου υπό περιστάσεις, που καθιστούν την ενάσκηση του καταχρηστική και υπαίτια, ήτοι οφειλόμενη σε δόλο ή σε αμέλεια και επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωση (σωματική, πνευματική, ηθική κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό, ή αμφισβήτηση της προσωπικής, ή επαγγελματικής εντιμότητας του πρόσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων, ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητας του (ΑΠ 726/2015).

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, ο ενάγων προσήλθε σε κατάστημα τράπεζας προκειμένου αφενός μεν, να αιτηθεί την έκδοση εγγυητικής επιστολής και αφετέρου να συνάψει δανειακή σύμβαση για να χρηματοδοτήσει το αναληφθέν από τον ίδιο έργο. Ενημερώθηκε ωστόσο από τους υπαλλήλους της τράπεζας ότι, αμφότερα τα αιτήματα του δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθούν, διότι εμφανίζονταν δυσμενής σε βάρος του καταχώριση στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ, καθώς φερόταν να μην έχει εξοφλήσει μία συναλλαγματική. Ωστόσο, όπως αποδείχτηκε ο ενάγων είχε εμπροθέσμως προβεί στην εξόφληση της συναλλαγματικής, όμως από αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας η συναλλαγματική εξακολουθούσε να φέρεται ανεξόφλητη. Για το γεγονός αυτό ο ενάγων είχε μάλιστα διαμαρτυρηθεί στους υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας.

Κατά συνέπεια, οι υπάλληλοι της τράπεζας δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού τραπεζικού υπαλλήλου και εκτέλεσαν πλημμελώς τα ανατεθέντα σε αυτούς καθήκοντα, αφενός παραλείποντας να ενημερώσουν για την εξόφληση του ενάγοντος την αρμόδια υπηρεσία της τράπεζας, ακολούθως δε απέστειλαν στην εταιρεία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ, το αναληθές γεγονός της ύπαρξης οφειλής του ενάγοντος, ενώ η οφειλή αυτή είχε εξοφληθεί και στην συνέχεια δεν μερίμνησαν, ώστε να ενημερωθεί το σύστημα της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ και να διαγραφεί η σε βάρος του ενάγοντα εσφαλμένη καταχώριση. Ο ενάγων συνεπεία της εσφαλμένης καταχώρισης του στο μητρώο οφειλετών αντιμετώπισε στη συνέχεια την άρνηση άλλης τράπεζας στη οποία απευθύνθηκε, για να εκδώσει εγγυητική επιστολή και να του χορηγήσει δάνειο για την χρηματοδότηση και εκτέλεση έργου    που είχε αναλάβει .Σημειώνεται δε ότι, ο ενάγων δεν θα μπορούσε μόνος του  και χωρίς την μεσολάβηση της τράπεζας να προκαλέσει τη διαγραφή της σε βάρος του δυσμενούς καταχώρισης, με μόνη την προσκόμιση του σώματος της εξοφλημένης συναλλαγματικής. Η δυσμενής δε καταχώριση του στο μητρώο οφειλετών υπήρξε η μόνη ενεργός αιτία για την οποία απορρίφθηκαν τα υποβληθέντα εκ μέρους του αιτήματα, διότι όπως είναι γνωστό από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα πιστωτικά ιδρύματα αρνούνται την παροχή πίστωσης σε περίπτωση ύπαρξης δυσμενούς στοιχείου σε βάρος του αιτούντος αυτήν, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι, υπήρχε άλλο αποτρεπτικό στοιχείο σε βάρος του ενάγοντος για τη έκδοση της εγγυητικής και την χορήγηση του δανείου.

Εξ αιτίας της από αμέλεια παράνομης συμπεριφοράς, καθώς και της από αμέλεια παράβασης των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας, ο ενάγων απώλεσε την υπεργολαβία, καθώς ο ανάδοχος του έργου δεν δέχτηκε τις υπηρεσίες του, αλλά χρησιμοποίησε άλλη εργοληπτική εταιρεία στη θέση του και υπέστη ζημία, αφού απώλεσε την αμοιβή, που θα λάμβανε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκτέλεση του έργου, που είχε αναλάβει. Υφίσταται  αιτιώδης σύνδεσμος καθόσον το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει βλάβη, πράγματι δε επέφερε τη βλάβη στην περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, ο ενάγων ένεκα της καταχώρισης του ονόματος του στα δυσμενή στοιχεία που τηρεί  η εταιρεία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ, που οφείλονταν στις παραλείψεις των οργάνων της τράπεζας, οι οποίες ήταν παράνομες και υπαίτιες, αφού η υποχρέωση για έγκαιρη ενημέρωση απορρέει, τόσο από την σχετική συμβατική υποχρέωση της εναγομένης τράπεζας, όσο και από την συναγόμενη από τα άρθρο 281ΑΚ και 288 ΑΚ, αρχή της καλής πίστης, που επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια αποτροπής της ζημίας, όσο και από την παράλειψη της εναγόμενης τράπεζας, να αιτηθεί την ως άνω διαγραφή υπέστη προσβολή της προσωπικότητας του, αφού εμφανίζονταν έναντι των τρίτων ως αφερέγγυος οφειλέτης, τίθετο σε κίνδυνο η οικονομική του πίστη ως εμπόρου, μειώθηκε η τιμή και υπόληψη του, δοκίμασε μεγάλη στεναχώρια και ψυχική ταλαιπωρία και για το λόγο αυτό πρέπει να του επιδικαστεί και εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

Για το λόγο αυτό ο ΄Αρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου, με την οποία επιδικάστηκε σε βάρος της εναγόμενης τράπεζας το συνολικό ποσό των 218.455 Ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο πελάτης της.