Ψηφιακός Βοηθός Ε.Ε.Α.

Άρθρο. Γιατί να μη σχεδιάσουμε την ανάπτυξη;

Μοιράσου το στο

Άρθρο. Γιατί να μη σχεδιάσουμε την ανάπτυξη;

Η τελευταία προτροπή του Κέντρου Οικονομικού Προγραμματισμού και Ερευνών (ΚΕΠΕ), σε έκθεση που έδωσε στην δημοσιότητα, να επισπευτούν οι διαδικασίες για την «ολοκλήρωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» και κυρίως να προχωρήσει η ενεργοποίηση των ψηφισθέντων νόμων, με άλλα λόγια της πλήρους «απελευθέρωσης» της αγοράς και των επαγγελμάτων, φέρνει πολύ σκεπτικισμό. Η αδυναμία να αντιμετωπιστεί η κρίση με τις ως τώρα μεταρρυθμίσεις άραγε έχει αιτία τη μη ολοκλήρωση τους ή την ως τώρα εφαρμογή τους;  
 

Η φιλοσοφία του  ΚΕΠΕ είναι ότι, όσο πιο ελεύθερη είναι η αγορά, τόσο πιο ανεπτυγμένη θα είναι! Τα στοιχεία της παγκόσμιας κρίσης βέβαια διαψεύδουν αυτό το αξίωμα, γιατί η κρίση κτύπησε εξ ίσιου οικονομίες «ελεύθερες» και ελεγχόμενες. Η «απελευθέρωση» για παράδειγμα των τραπεζικών πρακτικών, ιδίως στις ΗΠΑ, ήταν η αιτία μιας ιλιγγιώδους συσσώρευσης κεφαλαίου στα χέρια λίγων πολυεθνικών του χρηματιστηρίου και των τραπεζών, που με μια διαδικασία «αυτοαύξησης» των απαιτήσεων, δια του εικονικού επαναδανεισμού των ιδίων κεφαλαίων, στα ίδια θύματα, εξακόντισαν τις απαιτήσεις απέναντι σε κράτη, ιδιωτικές επιχειρήσεις και πολίτες που δάνειζαν, ξεπερνώντας κάθε δυνατότητα αποπληρωμής από μέρους τους.

 

Η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου σε άυλους τίτλους στη μια μεριά και της φτώχειας στην άλλη, δεν είναι μόνο το ένα από τα αποτελέσματα των απελευθερώσεων . Το άλλο είναι η αδυναμία επένδυσης αυτών των κεφαλαίων σε μια «Σαχάρα»  πραγματικής οικονομίας, την οποία έχουν προκαλέσει! Ένα αδιέξοδο από το οποίο, η διέξοδος είναι άλλοτε η καταστροφή κεφαλαίων και εργασίας δια της οικονομικής ή πολεμικής απαξίωσης και άλλοτε η σχεδιασμένη ανακατανομή του πλούτου και ο προγραμματισμός μιας σταδιακής σύγκλησης πραγματικής οικονομίας και απόδοσης των επενδύσεων.

 

Δεν είναι τώρα ζήτημα, οι τεχνικές ή πολιτικές πλευρές με τις οποίες τα ισχυρά οικονομικά κέντρα κατάφεραν να αξιοποιήσουν τις εθνικές και παγκόσμιες «απελευθερώσεις» για να καταχρεώσουν τον κόσμο. Το ζήτημα που τίθεται ξανά και ξανά είναι αν οι εθνικές οικονομίες και η παγκόσμια οικονομία, έχουν ανάγκη από ανάπτυξη μέσα από σχεδιασμό και προγραμματισμό ή μέσα από διαρκείς απελευθερώσεις που αναπαράγουν τα κρισιακά φαινόμενα σε διευρυμένη κλίμακα, έστω και αν προσωρινά φαινόταν κάποτε να αναβάλουν την εμφάνισή τους.

 

Τα σημερινά μείγματα πολιτικών που στηρίζονται στο αξίωμα «όσο πιο ελεύθερα, τόσο πιο καλά», έρχεται σε αντίφαση όχι μόνο με την πραγματικότητα γιατί το «ελεύθερα» χωρίς έλεγχο και πρόγραμμα ισοδυναμεί με ασυδοσία του οικονομικά ισχυρού και καταστροφή του αδύνατου που όμως είναι απαραίτητος για την κοινωνική παραγωγή, αλλά αντιφάσκει και σε κάθε λογική επιχειρηματία ακόμη και του πλέον ακραίου μονοπωλιστή, όσον αφορά την διεύθυνση και ανάπτυξη της επιχείρησής του. Αντιφάσκει επίσης και με τον πλέον νεοφιλελεύθερο πολιτικό ο οποίος πρεσβεύει τον ακραίο, καταναγκαστικό προγραμματισμό της «απελευθερωμένης» της αγοράς στην κοινωνία, μη επιτρέποντάς την να ενεργήσει ελεύθερα προγραμματισμένα!

 

Το ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις γνωρίζουν πιο καλά απ όλους, τι κρύβουν αυτές οι διακηρύξεις περί «ελεύθερης αγοράς» χωρίς διοικητικούς κανόνες που ονομάζουν «εμπόδια», δεν είναι παράξενο, αφού αυτές οι «ελευθερίες» είναι συνώνυμα της καταστροφής τους.

 

Την ελευθερία, οι ισχυρές επιχειρήσεις, την αντιλαμβάνονται ως όρο εξόντωσης των ανταγωνιστών τους, μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όσο όμως και αν προσπαθήσει κάποιος να το δικαιολογήσει αυτό με την πραγματική υστέρηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε παραγωγικότητα εργασίας, το γεγονός είναι ότι αυτές, με οριακή παραγωγικότητα, καλύπτουν, από τη μια πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και από την άλλη διαμορφώνουν τη μέση παραγωγική τιμή της αγοράς πάνω από την τιμή παραγωγής των μεγάλων επιχειρήσεων, φέρνοντας σε αυτές υπερκέρδη.

 

Προφανώς τώρα,  με τις συνεχείς απελευθερώσεις έχουν διαπιστώσει ότι μπορούν και να εξοντώσουν τους μικρομεσαίους, καταλαμβάνοντας το μέρος της αγοράς τους και να διατηρήσουν ταυτόχρονα τις ίδιες υψηλές μέσες τιμές παραγωγού με τις τεχνικές της μονοπώλησης και του καρτέλ. Με μια τέτοια εξέλιξη, ενώ η μέση τιμή παραγωγού θα έχει πέσει, αυτές θα εξακολουθήσουν να εισπράττουν την παλιά υψηλή τιμή, αυξάνοντας κατά πολύ το υπερ-κέρδος. Τα παραδείγματα από την αγορά είναι πολλά, με πλέον κραυγαλέο αυτό του γάλακτος.

 

Ενώ όμως όλοι μεγαλο-επιχειρηματίες υμνούν την ελευθερία στην αγορά θέλουν τα πάντα στην επιχείρησή τους να τα κάνουν προγραμματισμένα! Γιατί όμως δεν μπορεί να γίνει αυτό και στην οικονομία γενικότερα, τηρώντας βέβαια τα δεδομένα της μεταβολής του επιπέδου σχεδιασμού; Από πότε η δημοκρατία στην οικονομική διεύθυνση είναι κατώτερη της ιδιωτικής, ενώ αυτό δεν συμβαίνει καθόλου στη κοινωνία;

 

Η ιδεολογική απαξίωση του προγραμματισμού στην οικονομία αποδείχτηκε ότι δεν ενέχει καμία ιδεολογική λατρεία στην ελευθερία της επιχείρησης, αλλά μόνο ελευθερία στην ασυδοσία του ισχυρού.  Σε κάθε δε περίπτωση αυτό αποβαίνει σε όφελος λίγων επιχειρήσεων και σε ζημία των μικρομεσαίων, της κοινωνίας και της οικονομίας. Είναι γνωστότερο από γνωστό ότι, ο χωρίς όρους «ελεύθερος ανταγωνισμός» οδηγεί τελικά στο ακριβώς  αντίθετό του, στο μονοπώλιο.

 

Είναι φυσικό λοιπόν να λατρεύονται αυτές οι «απελευθερώσεις» από τα μεγάλα κεφάλαια και να καταπολεμώνται από τα μικρά κεφάλαια και από εργαζόμενους και καταναλωτές. Πρόκειται για αντιπαράθεση συμφερόντων που αφορούν την ύπαρξή τους και όχι για αντιπαράθεση ιδεών. Η δε κατασυκοφάντηση των μικρομεσαίων, ως συντεχνιών που ζουν τάχα, σε βάρος της κοινωνίας, προβάλλοντας επιλεκτικά συκοφαντικές περιπτώσεις από όλα τα μέσα ενημέρωσης,  είναι μόνο ένας πόλεμος συμφερόντων και τίποτα περισσότερο. Στην πραγματικότητα, η οικονομική λειτουργία έχει τη δυνατότητα να εξυγιαίνει τις επιχειρήσεις, με το κλείσιμο των πλέον οριακών και αντιπαραγωγικών και δεν χρειάζεται η βιαία διοικητική παρέμβαση του κράτους για τον αφανισμό και των υγιών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Όμως είπαμε, είναι πόλεμος συμφερόντων και όχι ιδεών.

 

Τα επιμελητήρια

 

Η φιλοσοφία της ίδρυσης των επιμελητηρίων έχει στο βάθος της την οργανωμένη προσφορά βασικών υπηρεσιών του κράτους προς την οικονομία και την κοινωνία, δια της διαδικασίας σχεδιασμένων παρεμβάσεων και εκτέλεσης προγραμμάτων ανάπτυξης. Δεν είναι δηλαδή κάποιες ιδιοτελείς και αναχρονιστικές ενώσεις επιχειρήσεων, όπως θέλουν σήμερα να τα παρουσιάσουν για να τα απαξιώσουν και να κλείσουν την πλειοψηφία από αυτά, με την κατάργηση της υποχρεωτικής εγγραφής, από 1.1.2015, σε αυτά. Είναι όργανα σχεδιασμού οικονομικών πολιτικών και ανάπτυξης από πλευράς κράτους.

 

Η προσχώρηση όμως του κράτους, στην νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την κατάργηση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και το ενδόμυχο μίσος για κάθε προγραμματισμένη ανάπτυξη της, οδηγεί στην απαίτηση να μετατραπούν τα επιμελητήρια σε εθελοντικές επιχειρηματικές ενώσεις, σαν να μην έχουν εσωτερική έννομη σχέση με την κοινωνία και την οικονομική ανάπτυξή της! Φυσικά κάποιοι, από αυτή την αλλαγή κάνουν πονηρές σκέψεις  για τη μετατροπή τους σε ιδιοτελείς ενώσεις ισχυρών επιχειρήσεων, με τη βούλα του κράτους, ώστε μέσω αυτών να  νομιμοποιήσουν τα καρτέλ και τα επιχειρηματικά  λόμπυ που θα δρουν, προγραμματισμένα μεν, αλλά, σε βάρος όλης της άλλη κοινωνίας!

 

Είναι φανερό ότι η σημερινή μορφή και δομή των επιμελητηρίων δεν χωράει σε νεοφιλελεύθερα μυαλά, γιατί παραπέμπει σε προγραμματισμό της ανάπτυξης για το σύνολο της κοινωνίας. Η αντίθεση είναι ολοφάνερη.

 

Σε κάθε περίπτωση, επειδή η ιστορία έχει γυρίσματα κι επειδή ο σχεδιασμός μιας οικονομίας και της οικονομικής ανάπτυξης είναι πάντα ανώτερη διαδικασία από την ελευθερία της επιχειρηματικής ασυδοσίας, είναι βέβαιο πως τα αδιέξοδα θα αναπαράγονται διαρκώς μέχρι ο κόσμος να απαρνηθεί το σύστημα που θεωρεί λύση για το ένα αδιέξοδο, το επόμενο αδιέξοδό του.

 

Σ.Β.

Μοιράσου το στο

Αναζήτηση