Αυτοαπασχόληση:Τροχοπέδη οικονομική ανασφάλεια-έλλειψη χρηματοδότησης

Ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τους Αυτοαπασχολουμένους.

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της Ειδικής Έρευνας (ad hoc) για τους Αυτοαπασχολουμένους.
Η έρευνα διεξήχθη παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού κατά το Β' τρίμηνο του 2017.

Ο πληθυσμός στόχος της έρευνας ήταν τα απασχολούμενα άτομα και το ποσοστό απόκρισης σε αυτήν ανήλθε στο 98,6%.

Οι κύριες διαπιστώσεις της έρευνας είναι οι ακόλουθες:
• Οι αυτοαπασχολούμενοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό οικονομικής και οργανωσιακής ανεξαρτησίας, δηλαδή έχουν περιορισμένη εξάρτηση από έναν πελάτη και κατά κανόνα αποφασίζουν αυτοί για την αρχή και το τέλος του χρόνου εργασίας τους. Επιχειρούν, κατά βάση, μόνοι τους, ενώ έχουν πολύ περιορισμένες προθέσεις για προσλήψεις υπαλλήλων.
• Η αυτοαπασχόληση γίνεται περισσότερο εθελοντικά παρά υποχρεωτικά, καθώς και για λόγους συνέχειας της οικογενειακής επιχείρησης. Τα κυριότερα εμπόδια εντοπίζονται στην οικονομική ανασφάλεια και στην έλλειψη χρηματοδότησης.
• Οι κυριότερες δυσκολίες των αυτοαπασχολουμένων αφορούν στην οικονομική καχεξία, σε περιόδους που δεν έχουν δουλειά, σε προβλήματα στις πληρωμές και στην αδυναμία να ορίσουν τις αμοιβές τους.
• Οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό είναι οι περισσότερο ικανοποιημένοι εργαζόμενοι, ενώ ένας στους τρεις αυτοαπασχολουμένους χωρίς προσωπικό θα προτιμούσε να εργάζεται ως μισθωτός.


• Το 14,6% των ερωτωμένων απαντά ότι είχε ένα κύριο πελάτη τους 12 τελευταίους μήνες, δηλαδή έναν πελάτη από τον οποίο προέρχεται τουλάχιστον το 75% του εισοδήματός του. Αυτό παρατηρείται συχνότερα στις γυναίκες και στα άτομα ελληνικής υπηκοότητας και πολύ περισσότερο στον πρωτογενή κλάδο και τα στοιχειώδη επαγγέλματα (καθαρίστριες και λοιποί ανειδίκευτοι εργάτες πλην γεωργίας).

• Περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις ερωτωμένους δηλώνουν ότι αποφασίζουν εκείνοι για την αρχή και το τέλος του χρόνου εργασίας τους. Για τους υπόλοιπους αποφασίζουν οι πελάτες (7,9%) ή συντρέχουν άλλοι παράγοντες (12,6%), όπως ο καιρός, η εποχικότητα κλπ. Μεγαλύτερος βαθμός αυτονομίας απαντάται στα άτομα ελληνικής υπηκοότητας, καθώς και σε αυτά που ασκούν επαγγέλματα με εξειδίκευση. Ο υψηλότερος βαθμός αυτονομίας εμφανίζεται στον πρωτογενή κλάδο και ο χαμηλότερος στους κλάδους εμπορίου, ξενοδοχείων και εστίασης.

• Γενικά, οι αυτοαπασχολούμενοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό οικονομικής και οργανωσιακής ανεξαρτησίας. Οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό εμφανίζονται περισσότερο οικονομικά εξαρτημένοι από έναν κύριο πελάτη, αλλά και περισσότερο αυτόνομοι στην οργάνωση του χρόνου εργασίας τους από τους αυτοαπασχολουμένους με προσωπικό (16,6% και 8,2%, αντίστοιχα). 

• Οι λόγοι για τους οποίους οι ερωτώμενοι εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι μπορούν να χωριστούν σε εθελοντικούς, μη εθελοντικούς και συμπτωματικούς. Επίσης, μπορεί να υπάρχει συνδυασμός και των τριών, όπως για το 24,5% που απάντησε ότι συνέχισε την οικογενειακή επιχείρηση. Αυτός είναι και ο λόγος που αναφέρεται περισσότερο, κυρίως από τις ακόλουθες κατηγορίες ερωτώμενων: αυτοαπασχολουμένους με προσωπικό, άτομα ελληνικής υπηκοότητας και στους αυτοαπασχολουμένους στον πρωτογενή τομέα και στη βιομηχανία-ενέργεια.

• Περισσότερα από ένα στα τρία άτομα έγιναν αυτοαπασχολούμενοι για εθελοντικούς λόγους, κυρίως γιατί αποτελεί τη συνήθη πρακτική στο αντικείμενο της εργασίας (20,2%). Το τελευταίο εμφανίζεται περισσότερο σε άτομα ελληνικής υπηκοότητας, υψηλότερης εκπαίδευσης και σε μη χειρωνακτικά επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης.

• Περίπου ένα στα πέντε άτομα έγινε αυτοαπασχολούμενος για μη εθελοντικούς λόγους, κυρίως γιατί δεν μπορούσε να βρει δουλειά ως μισθωτός (13,0%). Γενικά, οι μη εθελοντικοί λόγοι εμφανίζονται περισσότερο στις γυναίκες, στις νεαρότερες ηλικίες και στα άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας. Χαρακτηρίζουν δε περισσότερο τα άτομα που ασκούν στοιχειώδη επαγγέλματα.

• Τέλος, το 16,4% έγινε αυτοαπασχολούμενος συμπτωματικά, από μία κατάλληλη ευκαιρία που εμφανίστηκε. Απαντάται περισσότερο στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό, καθώς και στα επαγγέλματα χαμηλής ή καθόλου εξειδίκευσης.
 

• Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι αυτοαπασχολούμενοι τους τελευταίους 12 μήνες αφορούν, κατά πρώτο λόγο, σε οικονομική δυσπραγία. Το 60,0% των ερωτωμένων δηλώνει ότι υπήρξε περίοδος με ελάχιστο εισόδημα για να ζήσει. Επίσης, το 42,7% αναφέρει ότι δεν είχε καθόλου εισόδημα σε περίοδο ασθένειας και το 36,5% ότι υπήρξε περίοδος χωρίς δουλειά. Οι παραπάνω δυσκολίες αναφέρονται ως οι πιο σημαντικές από περίπου 46,0% των ερωτωμένων, παρουσιάζοντας διαφοροποιήσεις ανάλογα με την υπηκοότητα, το επάγγελμα και τον κλάδο. Γενικά, οι δυσκολίες εμφανίζονται λιγότερο έντονες στα άτομα που ασκούν μη χειρωνακτικά επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης, ενώ περισσότερο στα άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας. Η ύπαρξη περιόδου με ελάχιστο εισόδημα αναφέρεται περισσότερο στον πρωτογενή κλάδο, ενώ η ύπαρξη περιόδου χωρίς καθόλου δουλειά στον κλάδο των κατασκευών.
• Το δεύτερο είδος δυσκολίας αφορά στην οικονομική εξάρτηση των αυτοαπασχολουμένων. Το 43,1% δηλώνει αδυναμία να επηρεάσει την αμοιβή της εργασίας του, ενώ το 45,1% αναφέρει προβλήματα από τις πληρωμές των πελατών. Οι παραπάνω δυσκολίες αναφέρονται ως οι πιο σημαντικές από περίπου 26,0% των ερωτωμένων. Η πρώτη δυσκολία αφορά περισσότερο σε αυτοαπασχολουμένους ελληνικής υπηκοότητας και στον πρωτογενή τομέα, ενώ η δεύτερη σε αυτοαπασχολουμένους σε χρηματοοικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.
• Οι υπόλοιπες δυσκολίες αναφέρονται ως οι πιο σημαντικές από περίπου 19,0% των αυτοαπασχολουμένων, με περισσότερο έντονη τη γραφειοκρατία, η οποία απαντάται σε υψηλότερο ποσοστό στις χρηματοοικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.

• Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό δεν έχουν υπαλλήλους είναι ότι δεν υπάρχει αρκετή δουλειά (47,7%). Αυτό είναι περισσότερο έντονο στα άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας και στον δευτερογενή τομέα (βιομηχανία, κατασκευές).
• Το 16,1% των ερωτωμένων απαντά ότι προτιμά να δουλεύει μόνο του κυρίως στους κλάδους παροχής χρηματοπιστωτικών, επιχειρηματικών και άλλων υπηρεσιών.
• Το 14,3% των ερωτωμένων απαντά ότι χρησιμοποιεί μέλη της οικογένειάς του ως βοηθούς. Αυτό εμφανίζεται συχνότερα στα άτομα ηλικίας άνω των 55 ετών και στον πρωτογενή τομέα. Επίσης, εμφανίζεται σε μικρό βαθμό (13,2%) και στους κλάδους εμπορίου, ξενοδοχείων και εστίασης, ενώ στους υπόλοιπους κλάδους τα ποσοστά είναι ιδιαίτερα χαμηλά.
• Οι υπόλοιποι λόγοι αναφέρονται σε χαμηλά ποσοστά: αφορούν στην πρόσληψη εποχικών υπαλλήλων (5,8%) κυρίως στον πρωτογενή τομέα, στις υψηλές ασφαλιστικές κρατήσεις (4,4%) και σε άλλους λόγους.

• Το 42,2 % των απασχολουμένων δηλώνει ικανοποιημένο σε μεγάλο βαθμό από την εργασία του. Το 41,9% δηλώνει ικανοποιημένο σε κάποιο βαθμό, ενώ το 14,3% δηλώνει ελάχιστα ή καθόλου ικανοποιημένο.
• Οι έξι στους δέκα, από τους ερωτώμενους που έχουν τελειώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση, που ασκούν μη χειρωνακτικά επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης ή εργάζονται σε άλλες υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση κ.λπ), παρουσιάζονται εμφανώς περισσότερο ικανοποιημένοι σε σχέση με τους υπόλοιπους, δηλώνουν δηλαδή «ικανοποίηση σε μεγάλο βαθμό». Οι νέοι ηλικίας 15-24, άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας, βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση και ασκούντες στοιχειώδη επαγγέλματα είναι οι λιγότερο ικανοποιημένοι.
• Οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό είναι ξεκάθαρα η κατηγορία με την υψηλότερη ικανοποίηση στην εργασία, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό έχουν σαφώς χαμηλότερη ικανοποίηση έναντι των πρώτων (62,0% έναντι 38,6%).
• Το 52,0% των απασχολουμένων μπορεί να επηρεάσει τη σειρά εκτέλεσης των εργασιών που αναλαμβάνει, αλλά μόνο το 36,4% μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενό τους (π.χ. να αρνηθεί να αναλάβει μία εργασία). Βεβαίως, τα υψηλότερα ποσοστά αυτονομίας παρουσιάζονται στους αυτοαπασχολουμένους και αντίστροφα, τα χαμηλότερα στους μισθωτούς. Επίσης, υψηλότερα ποσοστά παρουσιάζονται στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, στα επαγγέλματα με εξειδίκευση και στον πρωτογενή κλάδο.