- Η αρχή της παιδείας είναι η αυτοκριτική: η αγορά οφείλει να βελτιώσει προϊόντα, απλότητα, αποζημιώσεις και ψηφιακές υπηρεσίες.
- Υπάρχει σημαντικό κενό προστασίας: ανεπαρκής ασφάλιση κατοικίας και εισοδήματος, παρά τα στοιχεία της ΕΑΕΕ και της Εργάνης.
- Ο POG και ο επαγγελματίας διαμεσολαβητής πρέπει να σχεδιάζουν προϊόντα για στόχους, απλότητα, εμπιστοσύνη και επαγγελματική ευθύνη.
Άρθρο του Γενικού Γραμματέα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Δημήτρη Γαβαλάκη στην Ειδική Έκδοση της εφημερίδας Ναυτεμπορική, με τίτλο “Focus in Business” (20/5/2026).
Ο ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ έλεγε πως το να κατηγορούμε τους άλλους είναι ένδειξη αμάθειας, ενώ το να κοιτάζουμε πρώτα τον εαυτό μας είναι η αρχή της παιδείας. Για την ασφαλιστική αγορά, αυτή η σκέψη είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. Η ασφαλιστική αγορά έχει μπροστά της μια μεγάλη πρόκληση . Όχι απλώς να αυξήσει παραγωγή, μερίδια ή κερδοφορία , αλλά να απαντήσει σε ένα δυσκολότερο ερώτημα: Γιατί, ενώ οι ασφαλιστικές ανάγκες πολιτών και επιχειρήσεων είναι αποδεδειγμένα μεγάλες, η ασφαλιστική προστασία στην Ελλάδα παραμένει συχνά αποσπασματική, ανεπαρκής ή λανθασμένα σχεδιασμένη.
ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ οικονομικοί κίνδυνοι, τόσο για το άτομο όσο και για την επιχείρηση, είναι σε όλους γνωστοί. Πολλούς, όμως, τους έχουμε «ξεχάσει» και άλλους, μάλλον, δεν τους αντιμετωπίζουμε με την επαγγελματική προσήλωση που απαιτείται. Αξίζει να δώσουμε προσοχή σε κάποια στοιχεία. Στην κατοικία, η ΕΑΕΕ κατέγραψε πρόσφατα περίπου 1.300.000 ασφαλισμένες κατοικίες, με κάλυψη που προσεγγίζει το 20% του συνόλου ( 17% με κάλυψη κτιρίου ) . Στα εκκαθαριστικά ΕΝΦΙΑ 2026 , η έκπτωση λόγω ασφάλισης κατοικιών χορηγήθηκε σε 609.219 δικαιώματα, δηλαδή σε ποσοστό αισθητά μικρότερο από το αντίστοιχο των ασφαλισμένων. Η σημαντική βελτίωση των δύο τελευταίων ετών δείχνει ότι τα κίνητρα βοηθούν, όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσες κατοικίες ασφαλίζονται, είναι και πόσες ασφαλίζονται σωστά.
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, επίσης, έχει η εικόνα στο ανασφάλιστο κενό για την προστασία του εισοδήματος. Από την επεξεργασία στοιχείων για την ανικανότητα προς εργασία προκύπτει σαφώς ότι η ζημιά δεν είναι μόνο ιατρική, είναι και εισοδηματική. Οι αποδοχές μειώνονται ή μηδενίζονται, η κοινωνική προστασία αναπληρώνει μόνο μέρος της απώλειας ή και καθόλου -ανάλογα με το επάγγελμα, με τελική συνέπεια τη δυσκολία για αξιοπρεπή διαβίωση. Αν, ενδεικτικά, το 50% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα είχε ουσιαστική ασφάλιση εισοδήματος σε περίπτωση ανικανότητας, καλύπτοντας μισθούς 10 ετών, η ετήσια ασφαλιστική ύλη θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 500 εκατ. ευρώ (λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία από την « Εργάνη» και το μέσο κόστος ασφάλισης) . Αν λάβουμε υπόψη και τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα νούμερα θα ήταν πολύ μεγαλύτερα. Δεν πρόκειται απλώς για παραγωγή που λείπει από την αγορά. Πρόκειται για προστασία που λείπει από τα νοικοκυριά.
Το 2025, η παραγωγή ασφαλίστρων ανήλθε στα 6,013 δισ. ευρώ και το ΑΕΠ , σε τρέχουσες τιμές, στα 248,4 δισ. ευρώ. Ο δείκτης ασφαλίστρων προς ΑΕΠ είναι περίπου 2,42%. Η βελτίωση σε σχέση με το 2008 -πριν από την οικονομική κρίση-δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Αν, δε, αφαιρέσουμε από τα επενδυτικά συμβόλαια βασισμένα σε ασφάλιση τα εφάπαξ καταβολών, προσμετρώντας μόνο των περιοδικών καταβολών -εκτιμώντας ότι συνεισφέρουν στον οικονομικό σχεδιασμό των πολιτών-, η εικόνα της ασφαλιστικής διείσδυσης μειώνεται.
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ να πούμε ότι φταίει η κουλτούρα, ο οικονομικός αναλφαβητισμός ή η απουσία επαρκών φορολογικών κινήτρων. Προφανώς, τα ισχυρότερα κίνητρα είναι αναγκαία, ιδίως στα συμβόλαια ζωής, εισοδήματος (η Κύπρος επέκτεινε πρόσφατα τις φοροαπαλλαγές της και στην προστασία εισοδήματος) , αλλά και μακροχρόνιας αποταμίευσης. Αναγκαία είναι και η ενίσχυση της χρηματοοικονομικής και ασφαλιστικής παιδείας. Θα ήταν βολικό, όμως, να σταθούμε μόνο εκεί. Δεν απαλλάσσουν την ίδια την ασφαλιστική αγορά από τη δική της ευθύνη.
ΠΡΕΠΕΙ και εμείς, όλοι στη βιομηχανία , να γίνουμε καλύτεροι: στον σχεδιασμό προϊόντων, στην απλότητα των όρων, στην ταχύτητα αποζημίωσης , στη χρήση ψηφιακών εργαλείων, ιδιαίτερα στο στάδιο της διανομής, στην εκπαίδευση των δικτύων και στην κατανόηση της οπτικής των πολιτών. Οι περιορισμοί προϋπολογισμού είναι ασφαλώς ένας βασικός λόγος για τον οποίο πολλοί Έλληνες και Ευρωπαίοι δεν αγοράζουν ή δεν ανανεώνουν ασφαλιστήρια. Το κόστος, όμως, δεν είναι η μοναδική αιτία . Υπάρχουν και η πολυπλοκότητα , η δυσπιστία , η αναβολή και η αίσθηση ότι « κάπως θα τα καταφέρω» . Άλλωστε, όλα τα παραπάνω τα ομολογούν οι σχετικές έρευνες.
ΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ υλικό που έχουμε επεξεργαστεί στην εταιρεία μου για την προστασία εισοδήματος, έχουμε καταλήξει σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα : οι άνθρωποι δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο απέναντι στην πρόβλεψη του απρόοπτου ή στον σχεδιασμό για το μακρινό μέλλον. Άλλοι ζητούν αριθμούς, αποδείξεις και σαφήνεια πριν αποφασίσουν. Άλλοι υποτιμούν τον κίνδυνο, θεωρώντας ότι « κάπως θα τα καταφέρουν» αν συμβεί κάτι δύσκολο. Κάποιοι αποφεύγουν τη συζήτηση, όχι επειδή αδιαφορούν, αλλά επειδή τους φορτίζει συναισθηματικά. Και άλλοι δυσκολεύονται να εμπιστευθούν ότι ένα συμβόλαιο θα σταθεί πραγματικά δίπλα τους τη στιγμή της ανάγκης. Γι ‘ αυτό δεν αρκεί να απαντάμε απλώς σε αντιρρήσεις. Πρέπει να κατανοούμε τον μηχανισμό που τις γεννά και φυσικά να τον λαμβάνουμε υπόψη τόσο στον σχεδιασμό όσο και στη διανομή των προϊόντων.
O POG (Product Oversightand Governance – Εποπτεία και Διακυβέρνηση Προϊόντων μας δείχνει τον δρόμο. Δεν είναι ακόμη ένας κανόνας συμμόρφωσης, αλλά η θεσμική υπενθύμιση ότι κάθε προϊόν πρέπει να σχεδιάζεται για συγκεκριμένη αγορά-στόχο, με βάση τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των πελατών. Αν την εφαρμόζαμε ουσιαστικά, θα σχεδιάζαμε απλούστερα προϊόντα, με καθαρότερη γλώσσα και αξιόπιστη εμπειρία αποζημίωσης.
ΣΕ ΑΥΤΗ τη διαδρομή, ο επαγγελματίας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει καθοριστικό ρόλο. Όχι ως απλό κανάλι διανομής, αλλά ως ο άνθρωπος που μεταφράζει την ανάγκη σε κατανοητή, εφαρμόσιμη και αξιόπιστη ασφαλιστική λύση. Αρκεί και ο ίδιος να ανταποκρίνεται στα υψηλά κριτήρια γνώσης, δεοντολογίας, διάγνωσης αναγκών και επαγγελματικής ευθύνης που απαιτεί η εποχή.
Η ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ αγορά δεν χρειάζεται απλώς να πουλήσει περισσότερο. Χρειάζεται να εξηγήσει καλύτερα, να σχεδιάσει απλούστερα, να αποζημιώσει ταχύτερα και να εμπνεύσει βαθύτερη εμπιστοσύνη. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν οι Έλληνες χρειάζονται περισσότερη ασφάλιση. Τη χρειάζονται. Το ερώτημα είναι αν εμείς είμαστε έτοιμοι να τους την προσφέρουμε με τρόπο που να την καταλαβαίνουν, να την εμπιστεύονται και να τη διατηρούν.