Δικαστική απόφαση περί κατάργησης προνομίων ΑΤΕ (μονομερής εγγραφή υποθήκης)

Του Κωνσταντίνου Λάιου, Νομικού Συνεργάτη του ΕΕΑ


Ειρηνοδικείο Πατρών 36/2019

Κατάργηση προνομίων ΑΤΕ

Κατάργηση των ουσιαστικών και δικονομικών προνομίων που προβλεπόταν στο καταστατικό της ΑΤΕ.

Αντίθεση των διατάξεων που καθιέρωναν το προνομιακό αυτό καθεστώς προς διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ καθώς και με την έννομη τάξη της Ένωσης.

 

Αριθμός απόφασης: 36/2019

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη …………………. η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Πατρών και από το Γραμματέα ……………………………….

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την ……………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) …, συζύγου …, με Α.Φ.Μ. … της … Δ.Ο.Υ. Πατρών και 2) …, το γένος …, με Α.Φ.Μ. … της … Δ.Ο.Υ. Πατρών, αμφοτέρων κατοίκων Πατρών, επί της οδού …, που αμφότερες έλαβαν μέρος στη δίκη με την κατάθεση προτάσεων την ………….., εκπροσωπούμενες από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δ.Σ. Πατρών Θεοδώρα Δρακοπούλου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία « ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ », η οποία έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 3601/2007 και εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφόρου Μεσογείων αριθμός 109-111 κι εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, που δεν έλαβε μέρος στη δίκη με την κατάθεση προτάσεων, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, που ορίστηκε με Πράξη της Διευθύνουσας το παρόν Δικαστήριο Δικαστού, η υπόθεση συζητήθηκε στο ακροατήριο μετά την εκφώνηση της από το πινάκιο, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση της με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23-7-2015), που εφαρμόζεται από την 1/1/2016 σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου του ίδιου νόμου, « αν ο εναγόμενος δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται ερήμην του εναγομένου. Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αγωγή ».

Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με την διάταξη του άρθρου 29 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25-7-2011), κατά τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του προαναφερόμενου νόμου, « στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ».

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό ……………………. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, που προσκομίζουν κι επικαλούνται οι ενάγουσες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη. Ωστόσο, η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο παρόν Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο Δικηγόρο στην εν λόγω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε άλλωστε κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα προτάσεις και, συνεπώς, πρέπει η εναγόμενη να δικαστεί ερήμην (άρθρο 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 4332 της 10/16.08.1929 « Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργάνωσης και την βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών. Έτσι, ο κύριος σκοπός που συστήθηκε και που  ανατέθηκε στην ΑΤΕ ήταν ο κοινωφελής, ήτοι αυτός της επικουρίας του Κράτους στην ενάσκηση της γεωργικής πολιτικής του, το οποίο, άλλωστε, ήταν αυτό που βασικώς όριζε την διοίκηση της, η οποία, με την σειρά της, τελούσε, με βάση ρητούς και πάλι ορισμούς του νόμου, σε στενή εξάρτηση με αυτό και αλληλοστήριξη (άρθρα 22 επ. του Ν. 4332/1929, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 5277 της 10/14.08/1931 « Περί κυρώσεως της από 3 Μαΐου 1931 συμβάσεως περί τροποποιήσεως των Ν. 4332 και 4454 περί κυρώσεως των από 27 Ιουν. 1929 και 9 Δεκ. 1929 συμβάσεων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος) ». Σαν ειδικότεροι σκοποί της ΑΤΕ αναφέρονται, στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικώς σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών επιχειρήσεων τους, την προμήθεια χρήσιμων για την γεωργία ειδών και την διάθεση αυτών τοις μετρητοίς ή επί πιστώσει, την ενίσχυση της διάδοσης τελειότερων μεθόδων καλλιέργειας με την παροχή οδηγιών και των απαιτούμενων προς εκτέλεση μέσων, αλλά και την εποπτεία και τον έλεγχο των γεωργικών συνεταιρισμών, ενώ δεν αποκλείσθηκε στην τράπεζα αυτή να δέχεται και καταθέσεις (άρθρο 6), με συνέπεια να μην αντίκειται στον προορισμό της η διενέργεια, έστω εξαιρετικώς, και τραπεζικών επί κέρδη εργασιών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τον χρόνο της σύστασης της η ΑΤΕ αποτέλεσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστης, έχοντας ως σκοπό την συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με την γεωργία πρόσωπα των απαιτούμενων μέσων για την βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών. Ο ιδιότυπος αυτός χαρακτήρας της οδήγησε στον χαρακτηρισμό της σαν οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφ’ ενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δίκαιου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφ’ ετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία που ασκούσε το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάσθηκε σε αυτήν δυνάμει του άρθρου 16 του Ν. 4332/1929.

Πέραν, όμως, της άσκησης δημόσιας εξουσίας, η ΑΤΕ εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας της, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων, που είχε ως αντισυμβαλλόμενους στην χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με την γεωργία), εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους οφειλόμενους στους ιδιαίτερους όρους παροχής της πίστεως και στις απρόβλεπτες φυσικές συνθήκες γεωργικής παραγωγής, που καθιστούσαν αβέβαιη την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση των πιστώσεων. Προς αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, ήτοι προς αποτελεσματικότερη εξασφάλιση των απαιτήσεων της ΑΤΕ και, άρα, προς επιτυχέστερη εκπλήρωση του σκοπού της, ο Ν. 4332/1929 καθιέρωσε υπέρ αυτής μια σειρά από ειδικά προνόμια, ουσιαστικά και δικονομικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 11 § 4 (περιορισμός των λόγων ανακοπής μόνο σε εκείνους που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης), 12 (δικαίωμα μονομερούς εγγραφής υποθήκης και προσημείωσης), 13 (δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων με βάση το δανειστικό έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό της απαίτησης) και 14 § 1 (αρμοδιότητα του Ειρηνοδίκη για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης) του Ν. 4332/1929, με σκοπό την αποτελεσματικότερη εξασφάλιση της ΑΤΕ. Τα προνόμια αυτά είναι ακριβώς το πρόσφορο μέσο αποτελεσματικής εξασφάλισης των απαιτήσεων της ΑΤΕ έναντι των οφειλετών της από τους αυξημένους κινδύνους παροχής της γεωργικής πίστεως και, άρα, συνδέονται άρρηκτα με την εκπλήρωση του σκοπού της Τράπεζας.

Αργότερα, όμως, με σειρά νομοθετικών διατάξεων, μεταβλήθηκε ο νομικός χαρακτήρας και η δομή της ΑΤΕ. Αρχικώς, με το άρθρο 8 του Ν. 1697 της 28/28.04.1987 « Ρύθμιση θεμάτων νομικών προσώπων εποπτείας του Υπουργείου Γεωργίας και άλλες διατάξεις » (ΦΕΚ Α’ 57) προστέθηκε το εδάφιο ια’ στην παράγραφο 5 του όρθρου 1 του Ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ στην διενέργεια οποιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών. Στην συνέχεια, με το άρθρο 26 § 1 του Ν. 1914 της 17/17.12.1990 « Εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη του δημόσιου τομέα και της κεφαλαιαγοράς, φορολογικές ρυθμίσεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 178), η ΑΤΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και προβλέφθηκε η κατάρτιση του καταστατικού της σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και η έγκριση του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, ενώ έχει εισαχθεί και στο Χρηματιστήριο. Κατόπιν της ανωτέρω μετατροπής, ο σκοπός της ΑΤΕ συνίσταται στην εκτέλεση και στην παροχή για λογαριασμό της και για λογαριασμό τρίτων κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας, όπως η χορήγηση οποιασδήποτε φύσης και μορφής δανείων και πιστώσεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως της ενασχόλησης τους με την γεωργία, η προεξόφληση ή είσπραξη με προμήθεια για λογαριασμό της ή για λογαριασμό τρίτων συναλλαγματικών, τοκομεριδίων ή άλλων αξιόγραφων, η αγορά και πώληση χρυσού και συναλλάγματος, η αποδοχή χρηματικών καταθέσεων κάθε μορφής και όρων, η σύναψη κάθε είδους δανείων ή άλλων συμβάσεων, η έκδοση ομολογιακών δανείων, η αντιπροσώπευση και πρακτόρευση άλλων τραπεζών ή πιστωτικών οργανισμών του εσωτερικού ή εξωτερικού, η λειτουργία θυρίδων ή θησαυροφυλακίων, η έκδοση  και διαχείριση οποιουδήποτε μέσου πληρωμής κ.ά. Ενώ, λοιπόν, δυνάμει της τροποποίησης που επήλθε με το άρθρο 26 § 1 του Ν. 1914/1990, η ΑΤΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με σκοπούς και δραστηριότητες που δεν διαφοροποιούνται από αυτούς μιας κοινής εμπορικής τράπεζας, με την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ιδίου ως άνω              Ν. 1914/1990 προβλέφθηκε ότι όλες οι ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν στην ΑΤΕ και αναφέρονται ιδίως στα προνόμια της,  ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεων της και γενικώς στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (εφ’ εξής ΑΤΕ Α.Ε.).

Η ρύθμιση αυτή, όμως, ήταν αδικαιολόγητη και αντιφατική, διότι η διατήρηση των προνομίων μιας τράπεζας που έχει παύσει να είναι κοινωφελής και έχει γίνει ανώνυμη οδηγεί σε ανισότητα έναντι των άλλων τραπεζών, αφού δεν δικαιολογείτο πλέον η διαφοροποίηση της έναντι αυτών. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, εξηγείται από το γεγονός ότι η ΑΤΕ, κατά την προσχώρηση της Ελλάδας στις Κοινότητες, είχε υπαχθεί σε καθεστώς αναβολής ως προς την έναρξη εφαρμογής της Πρώτης Τραπεζικής  (συντονιστικής) Οδηγίας (77/780/ΕΟΚ/12.12.1977), η οποία έθετε τις βάσεις για εναρμόνιση και προοδευτική προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικώς με την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και – σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 αυτής – έπρεπε σε ένα κράτος – μέλος να αναβάλει την εφαρμογή της Οδηγίας ως προς ορισμένο πιστωτικό ίδρυμα, « όταν η άμεση εφαρμογή της δημιουργεί τεχνικά προβλήματα, τα οποία δεν μπορούν να λυθούν συντόμως και τα οποία προκύπτουν είτε από το γεγονός ότι το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται στον έλεγχο αρχής διαφορετικής από εκείνη που είναι κανονικά επιφορτισμένη με τον τραπεζικό έλεγχο, είτε από το γεγονός ότι υπόκειται σε διαφορετικό καθεστώς ».

Ο Έλληνας νομοθέτης, τελώντας προφανώς υπό την επήρεια ακόμη των αντιλήψεων που επικρατούσαν το έτος 1990 για την εκ μέρους της ΑΤΕ άσκησης κοινωνικής πολιτικής, με τον Ν. 1914/1990 μετέβαλε μεν την νομική μορφή της ΑΤΕ σε ανώνυμη εταιρεία, διατήρησε, όμως τα υπέρ αυτής ισχύοντα προνόμια.

Στο καθεστώς αυτό αναβολής έθεσε τέρμα η Δεύτερη Τραπεζική (συντονιστική) Οδηγία (89/646/ΕΟΚ/15.12.1989), η οποία όρισε προθεσμία για την εναρμόνιση την 01/01/1993 (όρθρο 24 § 1).

Επομένως, δεν είχε υπάρξει το έτος 1990 καμία κοινοτική δέσμευση σχετικώς με την μεταβατική αυτή περίοδο σε ό,τι αφορά στις οδηγίες. Η παραπάνω Οδηγία, η οποία συμπληρώνεται από σειρά άλλων οδηγιών, που ενσωματώθηκαν στο κείμενο της κωδικοποιητικής Οδηγίας 2000 / 12 / ΕΚ / 20.03.2000, αποτελεί την κύρια συντονιστική Οδηγία στον τραπεζικό τομέα και το βασικό θεσμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο οφείλει να κινηθεί η τραπεζική αγορά της Κοινότητας από το έτος 1993.

Το νομικό τοπίο στον τραπεζικό χώρο μεταβλήθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον              Ν. 2076/1992 « Ανάλυση και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις » (ΦΕΚ Α’ 130), ο οποίος αποτελεί το κεντρικό ελληνικό τραπεζικό νομοθέτημα, που σκοπό έχει να συμβάλει στην εγκαθίδρυση της ενιαίας τραπεζικής αγοράς. Το άρθρο 1 του νόμου αυτού αναφέρει ως σκοπό του την ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων της δεύτερης τραπεζικής οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναφορικώς με την εγκατάσταση και λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένα στην Κοινότητα και κοινοτικών πιστωτικώv ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα στις αγορές των τρίτων χωρών, άρα πρέπει να θεωρείται, κατά την τελολογική ερμηνεία του, ότι εννοεί εναρμόνιση. Όπως εκτίθεται στην Εισηγητική Έκθεση του εν λόγω νόμου, με αυτόν προσαρμόζεται η ελληνική τραπεζική νομοθεσία προς το περιεχόμενο των ανωτέρω Οδηγιών και επιχειρείται, εν μέρει και μέσα στα πλαίσια των γενικών αρχών που θέτει η δεύτερη τραπεζική οδηγία, η συμπλήρωση, κωδικοποίηση και αποσαφήνιση σημαντικού μέρους των διατάξεων της ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας, που αφορούν κυρίως στις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων και ότι οι λόγοι αυτοί αλλά και το γεγονός ότι ήδη οι εμπορικές τράπεζες έχουν εισέλθει στα αντικείμενα των παραδοσιακών εργασιών των  κτηματικών τραπεζών και χορηγούν στεγαστικά και γενικότερα οικονομικά δάνεια, με νομικώς ευχερέστερους τρόπους και ασφάλειες, επιβάλλουν και για λόγους ίσης μεταχείρισης και ίσων όρων ανταγωνισμού τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Ο Ν. 2076/1992, έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και στην ΑΤΕ, με ειδική εξαίρεση για την Τράπεζα της Ελλάδος, το Ταχυδρομικά Ταμιευτήριο  (Ταχυδρομικό  Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία), την Ε.Τ.Β.Α. (Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως Ανώνυμος Εταιρεία Α.Ε.), το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν και λειτουργούν σε άλλα κράτη – μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και έχουν ρητώς εξαιρεθεί από τις κοινοτικές οδηγίες που αφορούν στην ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος.

Η υπαγωγή της ΑΤΕ στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2076/1992 προκύπτει και από ειδική ρητή διάταξη του ενιαίου κειμένου της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 20/03/2000 που κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες και συγκεκριμένα από το άρθρο 63 § 3 της Οδηγίας, το οποίο κάνει ρητή αναφορά στην « Αγροτική Τράπεζα », ως προς την οποία  ρυθμίζει ειδικότερα  τα  επίπεδα του συντελεστή της φερεγγυότητας, κατά το άρθρο 47 § 1 της Οδηγίας.

Έτσι, ο Ν. 2076/1992 αποτελεί και για την ΑΤΕ Α.Ε. το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, όπως για κάθε τραπεζικό ίδρυμα. Το νέο τούτο νομοθετικό καθεστώς της ΑΤΕ δεν επιτρέπει πλέον την διατήρηση των προνομίων που προέβλεπε γι» αυτήν ο ιδρυτικός και καταστατικός της νόμος 4332/1929.

Τούτο προκύπτει από την ρύθμιση του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992, το οποίο ορίζει ότι « Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα στην Ελλάδα καταργούνται. Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών ». Η ρύθμιση αυτή δεν αναφέρεται ρητώς στον καταστατικό                       Ν. 4332/1929 αλλά – όπως προκύπτει από την Εισηγητική Έκθεση του νόμου αυτού – ρητή αναφορά σε καταργούμενους νόμους δεν γίνεται αφ’ ενός διότι η τροποποίηση των καταστατικών των παλαιότερων ελληνικών τραπεζών, που ισχύουν με προπολεμικούς νόμους, είναι δύσκολη, αφού απαιτείται η ψήφιση νέου νόμου, και αφ’ ετέρου διότι σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η υπαγωγή των καταστατικών όλων (όσων υπάγονται στον Ν. 2076/1992) των τραπεζών στην ίδια πάγια νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών, πράγμα που συμβαδίζει και με το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού (ΑΠ 198/2006 Δίκη 2006 836). Άλλωστε, μια ρητή αναφορά σε καταργούμενους νόμους θα ήταν περιττή εν όψει του επακριβούς καθορισμού των υπαγόμενων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου τραπεζών που γίνεται στο άρθρο 3 του ιδίου νόμου. Δεν υφίσταται, επομένως, αμφιβολία ότι η ρύθμιση του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992 καταλαμβάνει και τον καταστατικό Ν. 4332/1929, δηλαδή καταργεί το σύνολο των διατάξεων που ρυθμίζουν θέματα του καταστατικού της ΑΤΕ, άρα και τις ειδικές διατάξεις που χορηγούν σε αυτήν ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση, ως νεότερη, υπερισχύει των παλαιότερων νόμων που είχαν διατηρήσει τα προνόμια της ΑΤΕ και συγκεκριμένα των άρθρων 70 ΕισΝΑΚ και 54 αριθμ. 4 ΕισΝΚΠολΔ και του άρθρου 26 § 4 του Ν. 1914/1990, το οποίο – όπως ελέχθη – διατήρησε σε ισχύ ολόκληρο το προνομιακό καθεστώς της ΑΤΕ και μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία.

Πρόκειται, συνεπώς, για σαφή καταργητική διάταξη όλου του πλέγματος των διατάξεων που συνιστούν, ως τμήμα του παλαιού καταστατικού της, το προνομιακό καθεστώς της ΑΤΕ, διάταξη που πλέον υπερακοντίζει την προηγηθείσα διατήρηση τους σε ισχύ με το άρθρο 26 § 4 του Ν. 1914/1990. Το άρθρο 26 § 8 του Ν. 2076/1992 πρέπει να αντιμετωπισθεί ως διάταξη που έχει κατ’ ανάγκη ισοδύναμη ενέργεια με οποιαδήποτε άλλη που θα περιείχε ρητή ρύθμιση ειδικώς για τον Ν. 4332/1929, ρύθμιση περιττή, άλλωστε, αφού η ΑΤΕ συνιστά πιστωτικό ίδρυμα που αναμφιβόλως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, ενώ, συγχρόνως, ο Ν. 4332/1929 αποτελεί αναμφίλεκτα το καταστατικό της. Η νομοθετική αυτή επιλογή δικαιολογείται, γιατί η οποιαδήποτε ειδική διάταξη θα είχε μικρότερη εμβέλεια από ό,τι θέλησε προφανώς να προσδώσει ο νομοθέτης. Συμπερασματικά, από την δημοσίευση του Ν. 2076/1992 την 01/08/1992 το προνομιακό εν γένει καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε υπέρ της ΑΤΕ πρέπει να θεωρείται καταργημένο. Το άρθρο 26 § 9 του Ν. 2076/1992 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 § 3 του Ν. 2601/1998 « Ενισχύσεις ιδιωτικών επενδύσεων για την οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας και άλλες διατάξεις », (ΦΕΚ Α’ 81/15.04.1998) προβλέπει, κατά δεύτερο λόγο, ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 17.07/13.08.1923 « Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών » (ΦΕΚ Α’ 224/13.08.1923) επεκτείνεται αυτομάτως σε όλα τα, κατά την έννοια του νόμου αυτού, πιστωτικά ιδρύματα, αφ’ ότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την λειτουργία τους. Δυνάμει, λοιπόν, της ρητής αυτής νομοθετικής διάταξης, από την δημοσίευση του Ν. 2076/1992 και σε υποκατάσταση του καταργημένου πλέον με το άρθρο 26 § 8 του Ν. 2076/1992 προνομιακού καθεστώτος, έχει επεκταθεί αυτομάτως και στην ΑΤΕ η εφαρμογή του Ν.Δ. του 1923, του οποίου οι διατάξεις, ως μη εναρμονιζόμενες, άλλωστε, πλήρως με εκείνες του Ν. 4332/1929, τις έχουν, ούτως ή άλλως, υποσκελίσει.

Η ως άνω ερμηνεία, όμως, του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076, η οποία στην θεωρία γίνεται ομοφώνως δεκτή (βλ. Μαριάνου Δ. Καράση, Ζητήματα εγγραφής υποθήκης της «….» επί ακινήτων οφειλετών της, ΧρΙΔ 2008 961, με περαιτέρω παραπομπές σε Γ.  Μητσόπουλο/Απ. Γεωργιάδη, Η ισχύς των ειδικών προνομίων της Αγροτικής Τράπεζας μετά τον ν. 2076/1992, με τον οποίο εναρμονίσθηκε η  ελληνική  νομοθεσία  στην Δεύτερη Τραπεζική Οδηγία, Γνωμοδ., ΧρΙΔ 2002 756, Π. Γέσιου – Φαλτσή, Ισχύς προνομιακών διατάξεων ν. 4332 / 1929 υπέρ ΑΤΕ,   Γνωμοδ., ΔΕΕ 2002 1073, Μάζη, Κατάργηση προνομίων Τραπεζών, ιδίως της ΑΤΕ, με βάση τον ν. 2076/1992, ΔΕΕ 2002 54, Λ. Γεωργακόπουλο, Το διαχρονικό δίκαιο των προνομίων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ν.π.δ.δ. και Α.Ε.), Γνωμοδ., ΔΕΕ 2002 788, Β. Δούβλη, Ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια ΑΤΕ κλπ., Γνωμοδ., ΧρΙΔ 2006 559, Σπ. Ψυχομάνη, Οι τράπεζες και η εποπτεία τους, 2006 σελ. 119, I. Βελέντζα, Δίκαιο τραπεζών και τραπεζικών συμβάσεων (εργασιών), 3η έκδοση, σελ. 235), αμφισβητείται από μέρος της νομολογίας (βλ. τις κατωτέρω αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις). Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι παρά την επέκταση της εφαρμογής του ως άνω Ν.Δ. 17.07/13.08.1923 σε όλες τις Τράπεζες και τις ουσιώδεις μεταβολές που επήλθαν στον νομικό χαρακτήρα και τον σκοπό της ΑΤΕ, το νομοθετικό καθεστώς των προνομίων αυτής διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, με το άρθρο 52 του εισαγωγικού αυτού νόμου. Οι διατάξεις αυτές δεν εθίγησαν από τις διατάξεις του Ν. 2076/1992 που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που αφορούσε κυρίως στην ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στην τραπεζική αγορά και όχι στην ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών. Υποστηρίζεται, ακόμη, ότι ούτε η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του τελευταίου αυτού νόμου (2076/1992), με την οποία ορίσθηκε ότι « διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν έδρα την Ελλάδα, καταργούνταν), έθιξε τις αναφερόμενες στα ως άνω προνόμια της ΑΤΕ ειδικές ρυθμίσεις, εν όψει του ότι αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικώς ίου καταστατικού             Ν. 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του Ν. 1914/1990 (ΑΠ 1946 και 1940/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1876/2007 ΕΔΠ 2008 269, ΑΠ 1875/2007 Δίκη 2008 479, με παρατηρήσεις Ευαγγελίας Μπαλογιάννη). Ως προς το πρώτο, όμως, επιχείρημα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι « η ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στην τραπεζική αγορά », στην οποία αφορά η Οδηγία 89/646/ΕΟΚ/15.02.1989, δεν είναι άσχετη με « την ρύθμιση των ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών ». Βασικός στόχος της εν λόγω Οδηγίας (με τον χαρακτηριστικό τίτλο «για τον συντονισμό των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της Οδηγίας 77/780/ΕΟΚ») είναι – σύμφωνα με το Προοίμιο της Οδηγίας – «να αποτελέσει το κύριο μέσο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, η οποία αποφασίσθηκε από την ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και προγραμματίσθηκε με την Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, τόσο όσον αφορά στην ελευθερία εγκατάστασης, όσο και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων». Βασικοί άξονες της Οδηγίας για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι η εναρμόνιση των προϋποθέσεων για την χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στα κράτη – μέλη, η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας που χορηγούνται από τα κράτη – μέλη, η ενημέρωση της Επιτροπής ως προς την δραστηριοποίηση μη κοινοτικών πιστωτικών ιδρυμάτων στον κοινοτικό χώρο, η εναρμόνιση των προϋποθέσεων για την άσκηση πιστωτικής δραστηριότητας στα κράτη – μέλη και η καθιέρωση της αρχής της διαρκούς εποπτείας του πιστωτικού ιδρύματος από το κράτος. Η εναρμόνιση όλων αυτών των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την ίδρυση, την λειτουργία και τον έλεγχο των τραπεζικών ιδρυμάτων σε κοινοτικό επίπεδο ήταν αναγκαία, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η υπέρτερη αρχή του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζικών ιδρυμάτων στον χώρο της Κοινότητας. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, ο Έλληνας νομοθέτης, ενσωματώνοντας στο ελληνικό δίκαιο την εν λόγω Οδηγία, θέλησε να εξασφαλίσει και ίσους όρους ανταγωνισμού για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στον ελληνικό χώρο, καθιερώνοντας ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, με την εξάλειψη όλων των υφιστάμενων ειδικών όρων, προνομίων κ ά., ώστε να καταστήσει την ελληνική τραπεζική αγορά ελκυστική για πιστωτικά ιδρύματα άλλων κρατών – μελών. Αυτό τονίζεται και στο Προοίμιο της Εισηγητικής Έκθεσης του          Ν. 2076/1992, όπου αναφέρεται ότι « η αμοιβαία αναγνώριση και ισοδυναμία των κανόνων ίδρυσης, λειτουργίας και εποπτείας, οδηγεί σε σύγκλιση των διαφοροποιημένων καθεστώτων που ισχύουν στα κράτη – μέλη, καθ’ όσον οι αρμόδιες αρχές, στην προσπάθεια τους να αποφύγουν υπέρμετρη επιβάρυνση και να διασφαλίσουν ίσους όρους ανταγωνισμού για τα πιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται στην δικαιοδοσία τους και συναγωνίζονται στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό με πιστωτικά ιδρύματα των λοιπών κρατών – μελών, προσαρμόζουν, αντιστοίχως, το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας ». Σε αυτό το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας εντάσσονται ακριβώς και « τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οφειλετών » της ΑΤΕ, που σημαίνει ότι δεν είναι άσχετα αλλά συνδέονται άμεσα με « την ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στην τραπεζική αγορά », αφού   αφορούν στις προϋποθέσεις και τους  όρους ανταγωνισμού με άλλες τράπεζες. Ως προς το δεύτερο επιχείρημα (ότι δηλαδή τα προνόμια της ΑΤΕ που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 26 § 4 του Ν. 1914/1990 « έπαυσαν να αποτελούν   περιεχόμενο αποκλειστικώς του καταστατικού Ν. 4332/1929 » και αποτέλεσαν ειδικό νομοθετικό καθεστώς, το οποίο υπερισχύει του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992), πρέπει να λεχθεί ότι τούτο στηρίζεται σε διάκριση των προνομίων σε εκείνα που προβλέπονται από « διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικών τραπεζών » (όπως ορίζει το άρθρο 26 § 8 του Ν. 2076/1992) και σε εκείνα που προβλέπονται από « διατάξεις νόμων (ασχέτων προς το καταστατικό) » και από την διάκριση αυτή συμπεραίνεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992 καταργεί μόνο την πρώτη κατηγορία προνομίων, δηλαδή μόνον εκείνα που προβλέπονται από διατάξεις του καταστατικού                 Ν. 4332/1929, όχι όμως και εκείνα που διατηρούνται σε ισχύ από τον μη καταστατικό Ν. 1914/1990. Πρόκειται για μια ερμηνεία του άρθρου 26 § 8 του         Ν. 2076/1992, η οποία είναι καθαρά γραμματική. Ωστόσο, η γραμματική ερμηνεία είναι αναγκαία ως αφετηρία, όχι όμως επαρκής και αυτοτελής ως μέθοδος, διότι, σύμφωνα με γενική ερμηνευτική αρχή, κρίσιμο δεν είναι το γράμμα αλλά το πνεύμα του νόμου· το γράμμα δεν είναι παρά σημείο ενδεικτικό του νοήματος. Το νόημα δε του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992 είναι – σύμφωνα με τα προεκτεθέντα σαφές – να καταργήσει τα προνόμια που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία υπέρ ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να διασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά. Εν όψει του σκοπού αυτού, είναι αδιάφορο εάν τα προνόμια προβλέπονται από διατάξεις καταστατικού νόμου (όπως ο Ν. 4332/1929) ή από διατάξεις « απλού » νόμου, χωρίς καταστατικό περιεχόμενο (όπως ο Ν. 1914/1990). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, θα ήταν αντιφατικό εάν η ρύθμιση του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992, από το ένα μέρος, καταργούσε τα προνόμια της ΑΤΕ και, από το άλλο μέρος, τα διατηρούσε. Τούτο θα σήμαινε αυτοκατάργηση της ρύθμισης. Επομένως, σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής και κρατούσας τελολογικής ερμηνείας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η καταργητική ρύθμιση του άρθρου 26 § 8 του Ν. 2076/1992 καταλαμβάνει και το άρθρο 26 § 4 του Ν. 1914/1990. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η εφαρμογή των κανόνων της «σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας», δεδομένου ότι όπως  προαναφέρθηκε, σκοπός της ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο της Οδηγίας 89/649/ΕΟΚ/15.12.1989 είναι, εν τέλει, η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων στον χώρο του κοινοτικού δικαίου. Το ίδιο ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται και από την προλεχθείσα διάταξη του άρθρου 26 § 9 του Ν. 2076/1992.

Η ρύθμιση αυτή, η οποία αναμφιβόλως ισχύει και για την ΑΤΕ, καταργεί σιωπηρώς και όλες τις υπέρ αυτής προνομιακές διατάξεις του Ν. 4332/1929, ως μη εναρμονιζόμενες σε πολλά σημεία με τις αντίστοιχες διατάξεις του Ν.Δ. 1923. Πλέον, η ΑΤΕ Α.Ε. μπορεί να επισπεύσει νομίμως αναγκαστική εκτέλεση μόνο με βάση το ειδικό νομοθετικό καθεστώς του Ν.Δ. 1923 και όχι με βάση το προνομιακό καθεστώς του Ν. 4332/1929. Η άποψη ότι το άρθρο 26 § 9 του Ν. 2076/1992 καθιέρωσε μόνο την συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. της 17.07/13.08.1923 σε σχέση με τις διατάξεις του Ν. 4332/1929 δεν ευσταθεί, διότι και πριν από την ψήφιση του Ν. 2076/1992 η συμπληρωματική εφαρμογή του Ν.Δ. της 17.07/13.08.1923 προβλεπόταν από τον Ν. 4332/1929 (άρθρο 13). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 2076/1992, « τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παρόντος νόμου, υπόκεινται και στις διατάξεις της ισχύουσας περί τραπεζών νομοθεσίας, εφ’ όσον αυτές δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ». Επομένως, και η ΑΤΕ Α.Ε., ως πιστωτικό ίδρυμα, υπόκειται στις διατάξεις της ισχύουσας τραπεζικής νομοθεσίας, άρα και του Ν, 5076 της 30.06/07.07.1931 « Περί Ανωνύμων Εταιριών και Τραπεζών » (ΦΕΚ Α’ 186) και του άρθρου 16 § 1 εδ. α’ του νόμου αυτού, από το οποίο προκύπτει on η ΑΤΕ δεν μπορεί να ασκήσει άλλο έργο παρά μόνον εκείνο που προβλέπεται αποκλειστικώς για τις τράπεζες. Έτσι, όμως, εκλείπει η δικαιολογητική  βάση για την αναγνώριση  στην ΑΤΕ Α.Ε. οποιουδήποτε εξαιρετικού προνομιακού καθεστώτος, πέραν εκείνου που ισχύει για όλες τις εμπορικές τράπεζες. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προνομιακό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε υπέρ της ΑΤΕ με τον Ν. 4332/1929 έχει καταργηθεί από τα άρθρα 26 §§ 8 και 9 και 29 του Ν. 2076/1992 (αυτό είναι και το συμπέρασμα της σχεδόν ομόφωνης γνώμης στην θεωρία, βλ. τις προεκτεθείσες θεωρητικές παραπομπές), ο οποίος, αφ’ ότου τέθηκε σε ισχύ (01/08/1992), κατήργησε όλα τα προνόμια της ΑΤΕ, μεταξύ αυτών και το προνόμιο μονομερούς εγγραφής υποθήκης. Αλλά και εάν ακόμη οι διατάξεις του Ν. 4332/1929, οι οποίες αναγνωρίζουν  στην ΑΤΕ προνόμια, δεν  έχουν  σε  νομοθετικό  επίπεδο καταργηθεί, τότε πρέπει να εξετασθεί εάν οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες σε υπερ νομοθετικό επίπεδο (επίπεδο  Συντάγματος, Διεθνών Συνθηκών και Κοινοτικού Δικαίου). Από την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 4 § 1 του Σ 1975/1986/2001 (εφ’ εξής Σύνταγμα) δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με την μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης  δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στην νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας. Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3 και 4/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 11/2008 Δίκη 2008 1103, ΟλΑΠ 3/2006 ΕλλΔνη 2006 412, ΟλΑΠ 38/2005 ΕλλΔνη 2005 1047). Εξ άλλου, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει. Από την συνταγματική αυτή διάταξη δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί, όμως, αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999 ΕλλΔνη 1999 549, ΟλΣτΕ 3845/1997 Δίκη 1998 250). Προς τις διατάξεις αυτές συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η « δίκαιη δίκη», που καθιερώνεται με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α’ 256/20.09.1974), και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας την « δίκαιη δίκη » υπό την ευρύτερη έννοια αυτής. Δηλαδή, υπό την έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, οι σχετικοί περιορισμοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001 ΕλλΔνη 2002 83).

Υπό το πρίσμα του Συντάγματος, οι εν λόγω προνομιακές διατάξεις υπέρ της ΑΤΕ πρέπει, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, να θεωρηθούν αντισυνταγματικές. λ.χ. η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 4332/1929 (που καθιερώνει υπέρ της ΑΤΕ δικαίωμα ενεχύρου, το οποίο κατισχύει και της διεκδίκησης τρίτων), διότι αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντάγματος, επειδή οδηγεί σε αφαίρεση της κυριότητας χωρίς τις συνταγματικές εγγυήσεις (ως αντισυνταγματική καταργήθηκε ήδη και νομοθετικώς από το άρθρο 20 § 2 του Ν. 2844/2000 «Συμβάσεις επί κινητών ή απαιτήσεων υποκείμενες σε δημοσιότητα και άλλες συμβάσεις παροχής ασφάλειας). Οι διατάξεις των άρθρων 9 (που ορίζει ότι χωρίς συγκατάθεση της ΑΤΕ δεν επιτρέπεται αναστολή εκτέλεσης ούτε χωρεί αναστολή λήξης προθεσμιών) και        11 § 4 (που περιορίζει την δυνατότητα άσκησης ανακοπής από τον οφειλέτη μόνο για λόγους που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης), διότι αντιβαίνουν στο άρθρο 20 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η μεν διάταξη του άρθρου 9 δημιουργεί «κενό έννομης προστασίας», η δε διάταξη του άρθρου 11 § 4 αναιρεί επίσης το δικαίωμα του οφειλέτη νια αποτελεσματικότερη έννομη προστασία. Η διάταξη του άρθρου 13 (που θεσμοθετεί υπέρ της ΑΤΕ εκτελεστό τίτλο με βάση απλό ιδιωτικό έγγραφο – επιταγή της ΑΤΕ, με το οποίο μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση κατά οφειλετών της χωρίς καμία δικονομική εγγύηση), διότι προσκρούει στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, επειδή συνιστά ευνοϊκή, άνιση μεταχείριση έναντι των λοιπών δανειστών και των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων, ακόμη και υπό το ειδικό νομοθετικό καθεστώς του Ν.Δ. της 17.07/18.08.1923. Η διάταξη του άρθρου 14 (που ορίζει ως καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση υποθέσεων αναγκαστικής εκτέλεσης όχι το Μονομελές Πρωτοδικείο αλλά το Ειρηνοδικείο), διότι προσβάλλει το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, επειδή περιορίζει σημαντικά και αδικαιολογήτως το προστατευμένο από την συνταγματική αυτή διάταξη   δικαίωμα  έννομης προστασίας, αφού στερεί από τον οφειλέτη της ΑΤΕ, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, το δικαίωμα να προβάλει αναιρετικά σημαντικούς λόγους αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και οι λόγοι ακυρότητας κατά την διαδικασία της εκτέλεσης. Η διάταξη του άρθρου 15 (που προβλέπει δικαίωμα της ΑΤΕ να επιδιώκει την είσπραξη των απαιτήσεων της και με τις διατάξεις του νόμου περί είσπραξης δημοσίων εσόδων – σήμερα ΚΕΔΕ – ακόμη και με προσωπική κράτηση των προς αυτήν υπόχρεων με ένταλμα, χωρίς δικαστικές εγγυήσεις) αντίκειται στα άρθρα 2 και 20 του Συντάγματος.

Στην ίδια κατηγορία των αντισυνταγματικών διατάξεων ανήκει και η διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 που, εν προκειμένω, ενδιαφέρει ειδικότερα. Η διάταξη αυτή προσβάλλει αφ’ ενός μεν το συνταγματικά δικαίωμα της ιδιοκτησίας των οφειλετών της ΑΤΕ (άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος), επειδή η εγγραφή υποθήκης στην ακίνητη περιουσία των οφειλετών της συντελείται μονομερώς και οδηγεί, έτσι, σε μονομερή στέρηση της ιδιοκτησίας τους, χωρίς να τηρούνται οι συνταγματικές εγγυήσεις (άρθρο 17 § 2 του Συντάγματος), αφ’ ετέρου δε την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος), επειδή η μονομερής εγγραφή υποθήκης της ΑΤΕ με ιδιωτικό έγγραφο συνιστά άνιση, προνομιακή μεταχείριση αυτής σε σχέση με όλους τους άλλους κοινούς δανειστές και τους δανειστές του Ν.Δ. 17.07/13.08.1923, για τους οποίους προβλέπεται η παραχώρηση υποθήκης με ρητή συμβολαιογραφική συναίνεση του οφειλέτη. Σημειωτέο ότι στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, το οποίο, όπως γίνεται δεκτό, ισχύει και για όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως η ΑΤΕ Α.Ε., και αναφέρεται πέραν της ισότητας ενώπιον του νόμου και στην ισότητα του ίδιου του νόμου (δηλαδή αφορά όχι μόνο στην εφαρμογή αλλά στην θέσπιση του νόμου) αντιβαίνει ολόκληρο το προνομιακό καθεστώς του Ν. 4332/1929, δεδομένου ότι η ΑΤΕ, και μετά την ιδιωτικοποίηση της, καθ’ όλη την διάρκεια εξασφάλισης και είσπραξης των απαιτήσεων της, βρίσκεται σε ευμενέστερη θέση έναντι των δανειστών των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων και, αντιστοίχως, οι οφειλέτες της σε δυσμενέστερη θέση έναντι των δανειστών των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων, αφού στερούνται ουσιωδών δικονομικών βοηθημάτων προς απόκρουση ενεργειών της ΑΤΕ, τα οποία (βοηθήματα) διαθέτουν οι λοιποί τραπεζικοί οφειλέτες βάσει του Ν. 17.07/19.08.1923.

Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και η ανώτατη Αρεοπαγιτική νομολογία με τις υπ’ αριθμούς 24 και 26/2006 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι οποίες δέχονται μεν ότι τα προνόμια της ΑΤΕ διατηρήθηκαν σε ισχύ με ίο άρθρο 26 § 4 του Ν. 1914/1990 και μετά τον Ν. 2076/1992, αλλά κάποια από αυτά (εκείνα στα οποία η κάθε απόφαση αφορά) και συγκεκριμένα τα προνόμια των άρθρων 11 § 4 και 14 § 1 του Ν. 4332/1929 – κατά την πρώτη απόφαση – και των όρθρων 11 § 4, 13 και 14 § 1 – κατά την δεύτερη απόφαση – είναι αντισυνταγματικά, ως αντικείμενα αφ’ ενός μεν στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος), διότι θέτουν τους οφειλέτες της ΑΤΕ σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων Τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, αφ’ ετέρου δε στο δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας, που παρέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, αφού στο μέτρο που αποκλείουν την προβολή εν γένει αντιρρήσεων κατά της διαδικασίας της εκτέλεσης αλλά και ενστάσεων, πλην των υπό στενή έννοια αποσβεστικών λόγων, κατά της απαίτησης, αποστερούν τον οφειλέτη από την δυνατότητα άμυνας και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Τα προαναφερόμενα προνόμια, τα οποία ήταν ανεκτά από την έννομη τάξη πριν από την μετατροπή της νομικής μορφής και του σκοπού της ΑΤΕ, δεν είναι νομικώς λογικό να διατηρούνται υπέρ αυτής μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με σκοπούς και δραστηριότητες που δεν διαφοροποιούνται από αυτούς μιας κοινής εμπορικής τράπεζας (ΟλΑΠ 24/2006 ΝοΒ 2007 107).

Συνεπώς, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 11 § 4, 13 και 14 § 1 του Ν. 4332/1929 είναι ανίσχυρες. Αντί αυτών ισχύουν οι διατάξεις του Ν.Δ. 17.07/13.08.1923, που ισχύουν και για όλες τις άλλες Τράπεζες. Ωστόσο, η ΟλΑΠ 25/2006 προχώρησε στην διατύπωση και της ακόλουθης σκέψης: «… το ανίσχυρο αυτό δεν αφορά και στην διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 για το δικαίωμα της ΑΤΕ Α.Ε. να προβαίνει μονομερώς σε εγγραφή υποθήκης και προσημειώσεως, η οποία διάταξη, άλλωστε, δεν είναι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς …. (ΟλΑΠ 25/2006 ΝοΒ 2007 110, βλ. κατ ΑΠ 1503/1995 ΕλλΔνη 1997 1579, ΕφΛαρ217/2007 Δικογραφία 2007 502). Επί της παρεμπίπτουσας αυτής κρίσης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στηρίχθηκε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, το οποίο με την υπ’ αριθμό 13/2009 απόφαση του έκρινε αφ’ ενός μεν ότι η διατήρηση του παραπάνω προνομίου (μονομερούς εγγραφής υποθήκης) επιβάλλεται και δικαιολογείται από τον κοινωφελή σκοπό και δη την επικουρία του Κράτους στην ενάσκηση της γεωργικής πολιτικής του, τον οποίο πρωτίστως η ΑΤΕ επεδίωκε και δεν απεκδύθηκε μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία και την διεύρυνση ίων δραστηριοτήτων της, αφ’ ετέρου δε ότι η σχετική ρύθμιση, απλουστεύοντας την  διαδικασία  εγγραφής υποθήκης  ή  προσημείωσης,  αποσκοπεί  στην προστασία των συμφερόντων τόσο της εν λόγω Τράπεζας όσο και του οφειλέτη, ο οποίος απαλλάσσεται από επιπλέον έξοδα και τέλη (ΠΠΚαβ 13/2009 ΧρηΔικ 2009 139). Ανεξαρτήτως, όμως, του ότι η ως άνω σκέψη της ΟλΑΠ 25/2006, ως εκφερόμενη εκ του περισσού (obiter dictum), δεν είναι κατά κανέναν τρόπο δεσμευτική, δεν καθίσταται αντιληπτό ως προς το τι διαφοροποιείται το προνόμιο υποθήκης από τα λοιπά προνόμια της ΑΤΕ, ώστε τούτο ειδικώς να μην είναι αντισυνταγματικό (άρθρα 4 §1 και 17 § 1 του Συντάγματος). Περαιτέρω, το προνομιακό καθεστώς του Ν. 4332/1929 έρχεται σε αντίθεση και με Διεθνείς Συμβάσεις, οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 28 § 1 του Συντάγματος, έχουν υπερνομοθετική ισχύ, π.χ. το άρθρο 14 § 1 του Ν. 4332/1929 αντίκειται ευθέως αφ’ ενός στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, το οποίο καθιερώνει δίκαιη δίκη και από δικονομική άποψη, και αφ’ ετέρου στο άρθρο 2 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών σας 16/12/1966 (ΔΣΑΠΔ, κυρωθέν με τον  Ν. 2462/1997 « Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου », ΦΕΚ Α’ 25/26.02.1997), το οποίο ορίζει ότι « Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: … β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη  αρμόδια  αρχή σύμφωνα με την νομοθεσία του Κράτους θα αποφαίνεται πράγματι σχετικώς με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν την δυνατότητα δικαστικής προσφυγής ». Τα άρθρα 8 και 12 του Ν. 4332/1929 αντιβαίνουν στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο «εις την Σύμβασιν περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών» που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (άρθρο 1 § 1) που προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου. Επομένως, οι διατάξεις αυτές, ως αντίθετες με τις Διεθνείς Συμβάσεις, είναι ανεφάρμοστες.

Τέλος, έκδηλη είναι η αντίθεση των προνομιακών ρυθμίσεων του Ν. 4332/1929 και προς την κοινοτική έννομη τάξη αυτή καθ’ εαυτή και, συγκεκριμένα, προς το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE) και κατοχυρώνεται με ένα πλέγμα διατάξεων της ΣυνθΕΚ, ιδίως των όρθρων 81-82 (πρώην 85 – 86) και 87 – 88 (πρώην 92 – 93), αλλά και μιας σειράς οδηγιών (όπως της κωδικοποιητικής Οδηγίας 2000/12/ΕΚ/20.03.2000) που δημιουργούν τις προϋποθέσεις και εξειδικεύουν τους κανόνες του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού σε ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος. Οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού, οι οποίοι αποτελούν τις ουσιαστικές αρχές του « οικονομικού συντάγματος » της Κοινότητας, είναι υπέρτεροι και υποχρεωτικοί και τυγχάνουν απ’ ευθείας εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη (κανόνες άμεσου αποτελέσματος). Τα προνόμια που ο         Ν. 4332/1929 χορηγεί επιλεκτικώς και αποκλειστικώς στην ΑΤΕ παραβιάζουν, έτσι, στον βαθμό που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό  μεταξύ των τραπεζών στον ευρύτερο κοινοτικό χώρο της εσωτερικής αγοράς, π.χ. το άρθρο 82 ΣυνθΕΚ, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία επιχείρηση της δεσπόζουσας θέσης της εντός της κοινής αγοράς ή σημαντικού τμήματος της, στο μέτρο που μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, ή το άρθρο 87 ΣυνθΕΚ, το οποίο απαγορεύει την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων με την χορήγηση υπό οποιαδήποτε μορφή « κρατικών ενισχύσεων » που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, και η παραβίαση του μπορεί να οδηγήσει σε επέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς ρύθμιση του όλου θέματος, κατά του ορισμούς του άρθρου 88 ΣυνθΕΚ. Ειδικότερα, η ρύθμιση του άρθρου 12 του            Ν. 4332/1929, που χορηγεί στην ΑΤΕ το δικαίωμα μονομερούς και ανέξοδης εγγραφής υποθήκης με απλή προσκομιδή της δανειστικής σύμβασης, και συναφώς η ρύθμιση του άρθρου 13 του ιδίου νόμου, που επιτρέπει στην ΑΤΕ την ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση ιδιωτικό δανειστικό έγγραφο, το οποίο συνιστά τίτλο εκτελεστό χωρίς περιαφή τύπου εκτέλεσης, αποτελούν « κρατικές ενισχύσεις», υπό την έννοια του άρθρου 87 ΣυνθΕΚ, οι οποίες νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, επειδή τα προνόμια αυτά δίνουν την  δυνατότητα στην συγκεκριμένη  τράπεζα να ελαχιστοποιεί τους πιστωτικούς κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας, και να αποφεύγει να σχηματίζει « μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα », ώστε να εμφανίζεται έναντι των ελεγκτικών αρχών ως αξιόπιστη και φερέγγυα μέσα από τις « σταθμίσεις » των διαφόρων κατηγοριών στοιχείων του ενεργητικού της και, ως εκ τούτου, να είναι σε θέση να χορηγεί μεγαλύτερα από τα συνηθισμένα για τις άλλες τράπεζες δάνεια, κατά παράβαση διατάξεων ιδίως της κωδικοποιητικής Οδηγίας 89/299/ΕΚ/20.03.2000. Επομένως, η παραβίαση από τον εθνικό νομοθέτη κράτους – μέλους των όρων του ανόθευτου ανταγωνισμού, με την εγκαθίδρυση προνομιακού καθεστώτος υπέρ ορισμένης επιχείρησης σε ένα κράτος – μέλος θα ήταν προεχόντως ασυμβίβαστη με τις θεμελιώδεις διατάξεις των Συνθηκών. Αξίζει, μάλιστα, να ληφθεί υπ’ όψη ότι, σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΚ (βασική η απόφαση Walt Wilhelm V. Bundes Kartellamt της 13/02/1969, υπόθεση 14/1968, Συλλογή 1969.1 (1969) ECR 1), τα περιοριστικά για την διασφάλιση του ανόθευτου ανταγωνισμού μέτρα, που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο παράγουν αποτελέσματα και μέσα στα εδαφικά όρια των κρατών – μελών (όχι μόνο στις ενδοκοινοτικές σχέσεις). Εξ άλλου, μια τέτοια συμπεριφορά του εθνικού νομοθέτη σε ό,τι αφορά ειδικότερα στις επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται από την κοινοτική νομοθεσία ως πιστωτικοί οργανισμοί, θα συνιστούσε, συγχρόνως, και παραβίαση των Οδηγιών για την ενιαία τραπεζική αγορά, όπως και του σκοπού τους για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών οργανισμών της EE, με αποτέλεσμα ότι θα προσέκρουε και πάλι στην αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, ώστε οι κανόνες του εσωτερικού δικαίου που εγκαθιδρύουν προνομιακό καθεστώς υπέρ ορισμένου πιστωτικού οργανισμού να πρέπει να παραμένουν ανεφάρμοστοι. Κατά συνέπεια, οι προνομιακές για την ΑΤΕ διατάξεις του               Ν. 4332/1929 και, μεταξύ αυτών, η διάταξη του άρθρου 12 περί μονομερούς εγγραφής υποθήκης είναι αναμφίλεκτα ανεφάρμοστες, ως αντίθετες με το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού (για όλα τα παραπάνω βλ. Μαριάνου Δ. Καράση, όπ. π., σελ. 961, Γεωργίου Γ. Μητσόπουλου, Η ισχύς των ειδικών προνομίων της Αγροτικής Τράπεζας μετά τον ν. 2076/1992, με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία στην Δεύτερη Τραπεζική Οδηγία, ΧρΙΔ 2002 756, Λεωνίδα Ν. Γεωργακόπουλου,  Το  διαχρονικό  δίκαιο  των  προνομίων  της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΚΠΔΔ και ΑΕ), ΔΕΕ 2002 788, με περαιτέρω θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγουσες εκθέτουν ότι η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία, ενέγραψε, χωρίς τη συναίνεση τους, υποθήκη, που έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών με αριθ. πρωτ………. ./01.07.2005, στα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα τους, που άπαντα βρίσκονται επί ενός διακεκριμένου τμήματος οικοπέδου, έκτασης ……………. τ.μ., κείμενου στη θέση …………… του Δήμου Πατρέων, στο Ο.Τ. ………………..Α κι επί της οδού … και πιο συγκεκριμένα: α) σε μία λυόμενη ισόγεια οικία, με στοιχεία ΟΙΑ, επιφάνειας ………….. τ.μ., με όγκο …κ.μ., αναλογούσα επιφάνεια οικοπέδου …………….  χ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο ………… /1000, η οποία συνορεύει ανατολικά εν μέρει με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και εν μέρει με μελλοντικό κλιμακοστάσιο και πέραν αυτού με κατοικία, δυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και πέραν αυτού με ιδιοκτησία …,  βόρεια με ρυμοτομούμενο τμήμα και νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και πέραν αυτού με δρόμο μη πλήρως διανοιγμένο και στην επί της οικίας αυτής σοφίτα, επιφάνειας …………….. τ.μ., με Κ.Α.Ε.Κ. .., περιήλθε δε το ως άνω ακίνητο στην ιδιοκτησία της δεύτερης των εναγουσών αρχικά ως οικόπεδο, δυνάμει του υπ’ αριθ….. ./1977 συμβολαίου συνένωσης οικοπέδων – πράξης σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Πατρών …, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τ. ., α.α. .), σε  συνδυασμό με τα υπ’ αριθ../1979  και ./1979  δωρητήρια συμβόλαια της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τ. ., α.α. ., . αντιστοίχως), με τις υπ’ αριθ. ./1985 και ./1987 πράξεις της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τ. . και ., α.α. . και . αντιστοίχως), με την υπ’ αριθ. ./1997 πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών …, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τ. ., α.α. .) και με την υπ’ αριθ. ./1989 πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών …, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ανεγέρθηκαν δε η ως άνω λυόμενη οικία και η επ’ αυτής σοφίτα, δυνάμει των υπ’ αριθ. ./1977 και ./1978 οικοδομικών αδειών, β) στον μελλοντικό α’ όροφο και ήδη στο διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου (κατόπιν ανεγέρσεως του δυνάμει της υπ’ αριθ. ./1989 οικοδομικής άδειας), με στοιχεία ……. επιφάνειας ………….. τ.μ., με όγκο …….. κ,μ., επιφάνεια κοινοχρήστων ……….. κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων ……… κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας  στο  τμήμα  του  οικοπέδου  ………..  εξ αδιαιρέτου και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 179,50/1000 εξ αδιαιρέτου, με K.A.Ε.Κ. …, περιήλθε δε το ως άνω ακίνητο στην ιδιοκτησία αρχικά της δεύτερης των εναγουσών, δυνάμει της υπ’ αριθ. ./1997 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας – κανονισμού της Συμβολαιογράφου Πατρών …, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. ./1988 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, ακολούθως δε περιήλθε στην ιδιοκτησία της πρώτης των εναγουσών, λόγω γονικής παροχής από τη δεύτερη των εναγουσών-μητέρα της, δυνάμει του υπ’ αριθ. ./2006  συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πατρών …, το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολόγια φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών (αριθ. πρωτ. ./09.01.2007) και γ) στον μελλοντικό β’ όροφο, που δεν έχει αρχίσει η ανέγερση του, προβλέπεται δε να έχει στοιχεία 02Α Β, επιφάνεια …… τ.μ., όγκο ……. κ.μ., επιφάνεια κοινοχρήστων ……κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων …….. κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τμήμα του οικοπέδου ……. /1000 εξ αδιαιρέτου και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο ………….. /1000 εξ αδιαιρέτου, με Κ.Α.Ε.Κ. …, περιήλθε δε το ως άνω ακίνητο στη δεύτερη των εναγουσών, δυνάμει των ως άνω υπ’ αριθ. ./1997 και ./1988 πράξεων της Συμβολαιογράφου Πατρών …. Ότι η  εναγόμενη τραπεζική εταιρεία ενέγραψε την ως άνω υποθήκη επί των προαναφερόμενων ακινήτων, προς εξασφάλιση απαίτησης της κατά της δεύτερης των εναγουσών, ποσού ………………… , απορρέουσας από την υπ’ αριθ. …./2005 δανειακή σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της εναγόμενης και της δεύτερης των εναγουσών. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν να διαταχθεί η εξάλειψη της ως άνω υποθήκης από τα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, επειδή το άρθρο 12 του Ν. 4332/1929, με το οποίο αναγνωρίζεται στην εναγόμενη το προνόμιο να προβαίνει μονομερώς σε εγγραφή υποθήκης, μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, αφ’ ενός καταργήθηκε με τα άρθρα 26 § 8 και 9 του Ν. 2076 /1992, αφ’ ετέρου παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας, εισάγοντας αδικαιολόγητη υπέρ της εναγόμενης ευνοϊκή ρύθμιση (άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος), καθώς και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος), ενώ αντιβαίνει και στις Διεθνείς Συνθήκες (Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ) και στο Κοινοτικό Δίκαιο [άρθρο 87 ΣυνθΕΚ και Οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 20/03/2000  που κωδικοποίησε την πρώτη και την δεύτερη τραπεζική οδηγία (77./80/ΕΟΚ/12.12.1977 και 89/646/ΕΟΚ/15.12.1989, αντιστοίχως)]. Επικουρικά, ζητούν να διαταχθεί η εξάλειψη της ως άνω υποθήκης από το ανωτέρω αναφερόμενο, με στοιχεία ………….. διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, το οποίο ανήκει στην πρώτη των εναγουσών, ισχυριζόμενες on η υποθήκη πρέπει, κατ’ άρθρο 1270 ΑΚ, να περιοριστεί στα λοιπά δύο ακίνητα, που ανήκουν στη δεύτερη των εναγουσών, διότι η αξία αυτών ασφαλίζει αρκετά την απαίτηση της εναγομένης. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική τους δαπάνη.

 

Η κρινόμενη αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου κατ’ άρθρο 2 του Ν. ΓπΟΗ της 03.01.1912 «Περί δικαστικών ενσήμων», όπως ερμηνεύθηκε με το άρθρο 7 § 3 του Ν.Δ. 1544/1942 «Περί τροποποιήσεως δικονομικών τινών διατάξεων» (βλ. και ΕφΛαρ 392/2001 Δικογραφία 2002 38, ΠΠΑ 8/1995 ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑ 1285/1992 ΑρχΝ 1992 139, ΠΠΑ 4979/1988 Δ 1990 364, ΠΠΑ 7/1988 ΕλλΔνη 1988 760), ούτε απαιτείται για το παραδεκτό της η εγγραφή περίληψης της στα βιβλία διεκδικήσεων κατ’ άρθρο 220 § 1 ΚΠολΔ (ΕφΑαρ 392/2001 όπ. π., ΠΠΑ 8/1995 όπ. π., ΠΠΑ 4979/1988 όπ. π., ΠΠΑ 7/1988 όπ. π.), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 αριθμ. 1 περ. α και 29 § 1 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και ειδικότερα: i) έχει επιδοθεί στην εναγόμενη κατά την διάταξη του άρθρου 215 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), η υπό κρίση αγωγή εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την κατάθεση της (βλ. την υπ’ αριθμ. ./04.09.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής 07/08/2017), Η) έχουν κατατεθεί από ης ενάγουσες τα έγγραφα πληρεξουσιότητας της διάταξης του άρθρου 96 ΚΠολΔ (βλ. τις από 01/12/2017 και 02/12/2017 αντιστοίχως δηλώσεις εντολής και πληρεξουσιότητας των εναγουσών προς την πληρεξούσια δικηγόρο τους, με βεβαιωμένη την υπογραφή των εναγουσών από δικηγόρο, ενώ η εναγόμενη δεν κατέθεσε το σχετικό έγγραφο πληρεξουσιότητας), iii) έχουν κατατεθεί από τις ενάγουσες, προτάσεις, με όλα τα αποδεικτικά τους μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 237 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του όρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 147 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις των Ν.4335/2015 και 4411/2016) προθεσμίας των 100 ημερών από την κατάθεση της αγωγής, ειδικότερα δε προτάσεις και αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα κατατέθηκαν από τις ενάγουσες την 11/12/2017, ενώ η εναγόμενη δεν κατέθεσε προτάσεις και αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη (άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ) και νόμιμη ως προς το κύριο αίτημα της, ερειδόμενη στις προπαρατεθείσες στην μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις και σε εκείνες των άρθρων 1257, 1260, 1261, 1264, 1265, 1266, 1324, 1327, 1328, 1329 αριθμ. 3, 1333 εδ. α’ ΑΚ, και, ως προς το παρεπόμενο αίτημα της, στην διάταξη του άρθρου 176 εδ. α’ ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Ενόψει της ερημοδικίας της εναγόμενης οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγουσών θεωρούνται ομολογημένοι, αφού πρόκειται για γεγονότα για τα οποία επιτρέπεται ομολογία και, επιπλέον, δεν υπάρχει αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη ένσταση (άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, εφ’ όσον η δυνατότητα της εναγόμενης να εγγράφει μονομερώς υποθήκη έχει πλέον καταργηθεί, άλλως αντίκειται στο Σύνταγμα, τις διεθνείς συνθήκες και το κοινοτικό δίκαιο, η ένδικη υποθήκη στα ως άνω ακίνητα των εναγουσών βασίζεται σε ανύπαρκτο τίτλο και, ως εκ τούτου, η εγγραφή αυτής είναι άκυρη και η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η εξάλειψη της εν λόγω άκυρης υποθήκης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να ορισθεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρα 501, 502, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η εναγόμενη πρέπει, λόγω της ήττας της, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 106, 176, 189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγόμενης.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των εκατό πενήντα (150,00) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εξάλειψη της υποθήκης που έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών με αριθ. πρωτ. ./01.07.2005, στα ειδικότερα περιγραφόμενα στο ιστορικό της παρούσας ακίνητα των εναγουσών στη θέση ………….. ήτοι: ………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγουσών, το ύφος των οποίων ορίζει στο ποσό των εκατό πενήντα (150,00) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, την….. του έτους 2019, στην Πάτρα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Και δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, την ………….. του έτους 2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ