Ευθύνη μελών κοινοπραξίας για χρέη προς το Δημόσιο

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Μία συνήθης πρακτική στις συναλλαγές, ειδικά για την εκτέλεση μεσαίας, ή μεγάλης κλίμακας τεχνικών και κατασκευαστικών έργων αποτελεί η σύσταση κοινοπραξίας μεταξύ φυσικών, ή νομικών προσώπων, κάθε ένα από τα οποία διαθέτει, είτε την απαιτούμενη για την εκτέλεση του έργου τεχνογνωσία, είτε τα τυπικά προσόντα για την ανάθεση με σύμβαση του έργου, ώστε με τον επιμερισμό των εργασιών και του κόστους, να καταστεί ευχερέστερη η ολοκλήρωση του έργου.

Ζητήματα όμως γεννώνται σε περίπτωση που, κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ή και μετά την ολοκλήρωση του βεβαιωθούν σε βάρος της κοινοπραξίας διάφορα ποσά για φόρους, τέλη, εισφορές και πρόστιμα, συνεπεία φορολογικών παραβάσεων, που έχει διαπράξει η κοινοπραξία κατά την λειτουργία της, για την εκτέλεση του έργου, οπότε και τίθεται ζήτημα ατομικής ευθύνης των μελών της, για την πληρωμή των βεβαιωμένων οφειλών, σε περίπτωση δε καταφατικής απάντησης, εύλογα επίσης αναρωτιέται κανείς, για την δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, ατομικά από τα ίδια τα μέλη της κοινοπραξίας.

Με τα ζητήματα αυτά ασχολήθηκε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρίπολης (Μονομελές τμήμα), το οποίο έκρινε επί ανακοπής, την οποία άσκησε μέλος κοινοπραξίας, κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης, που επιβλήθηκε σε ατομικό του λογαριασμό, που τηρούσε σε τράπεζα και εις χείρας αυτής ως τρίτου, για βεβαιωμένα σε βάρος της κοινοπραξίας χρέη της, προς την φορολογική αρχή.

Ειδικότερα δε, με την ως άνω απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:

Στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 του Ν.1882/1990 προβλέπεται ότι, για τις κοινοπραξίες που ασκούν επιχείρηση, οι οφειλές κύριες και πρόσθετες, από φόρους, τέλη, εισφορές και από πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις γενικά, που αφορούν αυτές, βεβαιώνονται στο όνομα τους, η ευθύνη όμως για την καταβολή αυτών βαρύνει αλληλέγγυα και εις ολόκήρον καθένα από τα μέλη τους.

Εξ’ άλλου από το άρθρο 293 του Ν.4072/2012 προβλέπεται ότι, η κοινοπραξία είναι εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα και ότι, εφόσον καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ, ή εμφανίζεται προς τα έξω αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα. Στην κοινοπραξία, που συστήθηκε με σκοπό τον συντονισμό της δραστηριότητας των μελών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρεία. Εφόσον δε, η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο ΓΕΜΗ και εφαρμόζονται ως προς αυτήν, αναλόγως, οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία.

Επειδή, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 του Ν.1882/1990 δεν δημιουργεί ίδια υποχρέωση των προσώπων που είχαν την ιδιότητα του μέλους της κοινοπραξίας (για όσο χρονικό διάστημα είχαν την ιδιότητα αυτή), για την καταβολή οφειλών της κοινοπραξίας (από διάφορες αιτίες, όπως φόρους, τέλη, εισφορές, πρόστιμα, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π.), αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη αυτών, τα οποία ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως με την κοινοπραξία (δηλαδή με την απειλή μέτρων εκτέλεσης σε βάρος της ατομικής τους περιουσίας), προς πληρωμή της βεβαιωθείσας σε βάρος της οφειλής, η ευθύνη δε αυτή δεν ανάγεται στο στάδιο της βεβαιώσεως της οφειλής, αλλά  στο στάδιο της είσπραξης της.

Επομένως, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης και δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή, κατά της πράξης της αρμόδιας αρχής, με την οποία προσδιορίζεται η οφειλή της κοινοπραξίας ,ενώ για την ενεργοποίηση της ευθύνης τους, δεν απαιτείται να επαναληφθεί η διαδικασία προσδιορισμού του χρέους, με κοινοποίηση, προς τα πρόσωπα αυτά, της οικείας καταλογιστικής πράξης (φύλλου ελέγχου, πράξης επιβολής εισφορών και πρόσθετης επιβάρυνσης επ’ αυτών), υποκείμενης σε προσφυγή, αλλά επιτρέπεται καταρχάς, να επιδιωχθεί η αναγκαστική είσπραξη του οφειλομένου ποσού των εισφορών, φόρων κ.λ.π., από τα πρόσωπα αυτά, βάσει της πράξης ταμειακής βεβαίωσης, που έχει εκδοθεί επ΄ ονόματι της κοινοπραξίας  ( ΣτΕ 708/2008, ΣτΕ 2019/2001).

Η ανωτέρω ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν.1882/1990, σε συνδυασμό με αυτές, του άρθρου 64 παρ. 1 και 113 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν αποστερεί τα προαναφερόμενα πρόσωπα της δικαστικής προστασίας, που αυτά δικαιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή κατά της καταλογιστικής του φόρου πράξης, δύνανται, κατά την σύμφωνη με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, ερμηνεία των άρθρων 217 παρ. 1 και 219 παρ.1 του ΚΔΔ, να ασκήσουν ανακοπή, κατά της ατομικής ειδοποίησης (ΣτΕ 2267/2016 ΣτΕ 844/2012, ΣτΕ 4411/2011 κ.α.) και να προβάλλουν λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσία βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου, του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κ.λ.π., εκτός αν, κατόπιν προσφυγής της κοινοπραξίας, κατά της καταλογιστικής πράξης (στην δε δίκη επί της προσφυγής, τα ανωτέρω πρόσωπα δύνανται να παρέμβουν κατ’ άρθρο 113 παρ.1 του ΚΔΔ), έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία έχει κριθεί κατ’ ουσίαν η νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης (ΣτΕ 2267/2016, ΣτΕ 708/2008 κ.α.).

Δεδομένου όμως ότι, τα μέλη της κοινοπραξίας δεν είναι τα υποκείμενα της σχετικής υποχρέωσης (φορολογικής, ασφαλιστικής ή άλλης φύσης) δεν έχουν μετάσχει στην διαδικασία ελέγχου και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη, την οποία άλλωστε δεν νομιμοποιούνται, κατά τα ανωτέρω, να προσβάλουν, αλλά είναι τρίτοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, των οποίων η ευθύνη γεννιέται το πρώτον, κατά το στάδιο της είσπραξης της οφειλής, τα πρόσωπα αυτά, αποκτούν την ιδιότητα του οφειλέτη, μόνο από και δια της έκδοσης και κοινοποίησης σε αυτά, της ατομικής ειδοποίησης που προβλέπεται στην διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ και στο άρθρο 47 παρ.1 και 2 του ΚΦΔ, μέσω της οποίας πληροφορούνται την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους και τους παρέχεται η δυνατότητα, είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας την ανακοπή της παρ. 1 του άρθρου 217 του ΚΔΔ, κατά της ατομικής ειδοποίησης, είτε να προβούν σε ρύθμιση του χρέους τους.

Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για την λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων, οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά της ατομικής ειδοποίησης για την διενεργηθείσα σε βάρος της κοινοπραξίας, ταμειακή βεβαίωση, η παράλειψη της οποίας, καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι και η κατάσχεση ακινήτων, ενώ η παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ΚΕΔΕ, με την οποία ορίζεται ότι, η παράλειψη αποστολής, της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ειδοποίησης, ουδεμία ασκεί επίδραση επί του κύρους των κατά του οφειλέτη λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων, δεν έχει οπωσδήποτε εφαρμογή, επί αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τρίτων προσώπων, που ευθύνονται προσθέτως και αλληλεγγύως, για χρέη άλλων προσώπων, εφόσον τυχόν εφαρμογή της, θα κατέληγε, είτε στην λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους , χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν το χρέος τους, ή να προβούν, σε αρχικό στάδιο, σε ρύθμιση του, είτε στην απώλεια σταδίου δικονομικής προστασίας τους (ΣτΕ 1552/2017, ΣτΕ 844/201, ΣτΕ 1639/2003 κ.α.).

Συνεπώς, η μη περιέλευση, ή η καθυστερημένη περιέλευση τη; ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει αυτός στάδιο δικονομικής προστασίας, πριν από τη λήψη συγκεκριμένου μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση ακινήτου, ή τραπεζικού του λογαριασμού, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό, της μη περιέλευσης, ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σε αυτόν της ατομικής ειδοποίησης ( ΣτΕ 1074/2017, ΣτΕ 3325/2014, ΣτΕ 29/2013 κ.α.).

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Δημόσιο προέβη στην κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού, μέλους της κοινοπραξίας, εις χείρας της τράπεζας, ως τρίτου, οι δε οφειλές για τις οποίος έγινε η κατάσχεση προέρχονταν από ληξιπρόθεσμες οφειλές της κοινοπραξίας, για τις οποίες ο ανακόπτων (το μέλος της κοινοπραξίας) ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το πρώτον κατά το στάδιο της είσπραξης της οφειλής, οπότε και αποκτά την ιδιότητα του οφειλέτη, μόνο εφόσον είχε εκδοθεί και κοινοποιηθεί προς αυτόν η σχετική ατομική ειδοποίηση, που όμως ουδέποτε του κοινοποιήθηκε, πριν την επίσπευση της ένδικης κατάσχεσης, με αποτέλεσμα αυτός να απωλέσει στάδιο δικονομικής προστασίας (ήτοι της άσκησης ανακοπής κατά της  ατομικής ειδοποίησης και της αίτησης αναστολής, με προβολή λόγων, σχετικών με το βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου) και για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή του και ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης.