Έλεγχος λαθρεμπορίου, παρεμπορίου και παράνομης επεξεργασίας καπνού

Στο σχέδιο νόμου «Περιστολή του λαθρεμπορίου – Κύρωση του Πρωτοκόλλου για την εξάλειψη του παράνομου εμπορίου καπνού κ.α. διατάξεις»  υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για τον έλεγχος λαθρεμπορίου, παρεμπορίου και παράνομης επεξεργασίας καπνού. Με τις ρυθμίσεις αυτές η κυβέρνηση στοχεύει να ελέγξει την διάχυση της παράνομης διακίνησης καπνικών προϊόντων που αποτελούν σημαντικό μέρος της κατανάλωσης προκαλώντας τεράστια ζημιά στις νομίμως λειτουργούσες επιχειρήσεις και στα έσοδα του κράτους, πέραν του ότι αποτελούν απειλή για την υγεία των καταναλωτών.

Ειδικοτερα:

ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ, ΜΗΤΡΩΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΠΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Άρθρο 15

Αδειοδότηση δραστηριοτήτων σχετικά με την αγορά και τον εξοπλισμό παραγωγής
καπνικών προϊόντων – Τροποποίηση άρθρου 100Α ν. 2960/2001

Η παρ. 5 του άρθρου ΙΟΟΑτου ν. 2960/2001 (Α’ 265) αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Απαιτείται άδεια, η οποία εκδίδεται από τις Τελωνειακός Περιφέρειες της Α.Α.Δ.Ε., κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου φυσικού ή νομικού προσώπου, για; α) την αποστολή σε άλλο κράτος-μέλος, την παραλαβή από άλλο κράτος-μέλος καθώς και για την εισαγωγή, εξαγωγή, μεταποίηση, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, β) την εισαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών,

γ) την κατασκευή, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών,

Από την ως άνω υποχρέωση λήψης άδειας εξαιρούνται οι καπνοκαλλιεργητές, καθώς και οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση, την τροποποίηση, την ανάκληση και τον χρόνο ισχύος της άδειας της παρούσας, την αδειοδότηση δραστηριοτήτων που σχετίζονται με άλλες κρίσιμες πρώτες ύλες για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.»

Άρθρο 16

Ενιαίο κεντρικό μητρώο εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων
καπνών – Τροποποίηση άρθρου 100Β ν. 2960/2001

Το άρθρο 100B του ν. 2960/2001 (A’ 265) αντικαθίσταται ως εξής:

«Αρθρο 100Β

Ενιαίο κεντρικό μητρώο εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών

  1. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως «εφοδιαστική αλυσίδα» νοείται η αποστολή σε άλλο κράτος – μέλος, παραλαβή από άλλο κράτος-μέλος, εισαγωγή, εξαγωγή, μεταποίηση, διαμεσολάβηση, κατοχή και χονδρική εμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, η παραγωγή, αποθήκευση, μεταποίηση, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, η κατασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή, αποστολή, παραλαβή, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία του εξοπλισμού παραγωγής αυτών, καθώς και οι λοιπές δραστηριότητες στο πλαίσιο της εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με την εξαίρεση των καπνοκαλλιεργητών καθώς και των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών μεταφοράς.
  2. Στο Πληροφορικό Σύστημα Τελωνειακών Ηλεκτρονικών υπηρεσιών ICISnet δημιουργείται μητρώο υπό την ονομασία «Ενιαίο Κεντρικό Μητρώο Εφοδιαστικής Αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών» (Ε.Κ.Μ.Ε.Α.), για την παρακολούθηση της εφοδιαστικής αλυσίδας της παρ. 1.
  3. Στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. καταχωρίζονται, τηρούνται και παρακολουθούνται όλες οι άδειες ή

εγκρίσεις, οι οποίες χορηγούνται από τις τελωνειακός αρχές και τις αρχές της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α’ 143) σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα kol εν γένει σε νομικές οντότητες, τα οποία δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, κάθε άλλη δήλωση ή γνωστοποίηση ή κοινοποίηση που υποβάλλεται σας αρχές της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 αντί της άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, του ν. 4302/2014 (Α’ 225) και του ν. 4442/2016 (Α’ 230), καθώς καί οι συμβάσεις μελλοντικής πώλησης ακατέργαστου καπνού τον ν. 4015/2011 (Α’ 210), οι οποίες κατατίθενται στον ΟΠΕΚΕΠΕ σύμφωνα με τη υπ’ αρ. 238/19130/11.2.2014 κοινή υπουργική απόφαση (Β ‘380).            Τα πρόσωπα που

δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, στα οποία δεν χορηγείται άδεια ή έγκριση ή δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης ή γνωστοποίησης ή κοινοποίησης, αντί άδειας, στις αρμόδιες αρχές, υποβάλλουν δήλωση καταχώρισης στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α.. Με την καταχώριση στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. των αδειών, εγκρίσεων ή γνωστοποιήσεων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και την υποβολή των δηλώσεων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, αποδίδεται σε καθένα από τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών μοναδικός Αριθμός Μητρώου Διακινητή Καπνικών Προϊόντων (Α.Μ.ΔΙ.ΚΑ.Π.).

  1. Ο Α.Μ.ΔΙ.ΚΑ.Π. του αποστολέα και του παραλήπτη αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διακίνηση στο εσωτερικό της χώρας μέχρι το τελικό σημείο λιανικής πώλησης στα τιμολόγια ή τα παραστατικά στοιχεία διακίνησης των άρθρων 5 και 9 του ν. 4308/2014 (Α’ 251).
  2. Το Ε.Κ.Μ.Ε.Α. διαλειτουργεί και διασυνδέεται με το πληροφοριακό σύστημα του μητρώου ιχνηλασιμότητας καπνικών προϊόντων του άρθρου 106Α, κατά τους όρους του άρθρου 84 του ν. 4727/2020 (Α’ 184) .
  3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.

καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές για τη διαχείριση, την ενημέρωση και την παρακολούθηση της ορθής λειτουργίας του Ε.Κ.Μ.Ε.Α. τα ζητήματα της ανταλλαγής πληροφοριών και διασταύρωσης στοιχείων για τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού kol βιομηχανοποιημένων καπνών, τσιγαρόχαρτου και λοιπών κρίσιμων υλών για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και του ν. 4624/2019 (Α’ 137), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδικής δήλωσης καταχώρισης στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. της παρ. 3.

Άρθρο 17

Υποχρέωση εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας – Τροποποίηση άρθρου 100Γ υ.

2960/2001

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 100Γτου ν. 2960/2001 (Α’ 265) μετά από τις λέξεις «οι επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης» προστίθενται οι λέξεις «βιομηχανοποιημένων καπνών», στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 οι λέξεις «κάθε μήνα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κάθε εξάμηνο» και μετά από τη φράση «να παρέχουν» προστίθεται η λέξη «άμεσα» και στο δεύτερο εδάφιό της οι λέξεις «από το μήνα διενέργειας της συναλλαγής» αντικαθίστανται από τη φράση «από τον μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνεται ένα εξάμηνο από την ημερομηνία της συναλλαγής» και το άρθρο 100Γ διαμορφώνεται ως εξής:

Άρθρο 18

Πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών –
Τροποποίηση άρθρου 119Β ν. 2960/2001

α) Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 119Β του ν. 2960/2001 (Α’ 265) οι λέξεις «εντός μηνός» αντικαθίσταται από τις λέξεις «εντός δύο μηνών», στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 η φράση «που κοινοποιείται στην επιχείρηση από υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, συντασσομένου αποδεικτικού επίδοσης» αντικαθίσταται από τη φράση «που κοινοποιείται ηλεκτρονικά στην επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013 (Α’ 170)» και οι λέξεις «τριάντα (30)» αντικαθίστανται με τις λέξεις «είκοσι (20)», η παρ. 3 αντικαθίσταται, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 η φράση «γνωστοποίηση της κατάσχεσης» αντικαθίσταται από τη φράση «διενέργεια της δειγματοληψίας, προστίθενται παρ. 5Α και 9 και το άρθρο 119Β διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 119Β

Πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών 1. Οι επιχειρήσεις καπνικών προϊόντων και συγκεκριμένα οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια, οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών από τρίτη χώρα και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλο κράτος μέλος κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων ή των σημάτων γιατα οποία διαθέτουν άδεια χρήσης προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και τα στοιχεία γνησιότητας. Η πρώτη υποβολή του καταλόγου αυτού γίνεται εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην υποβολή του καταλόγου των εμπορικών σημάτων επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ με ανώτατο όριο τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, αν η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Ο κατάλογος αυτός επανυπο βάλλεται επικαιροποιημένος από όλους τους ανωτέρω εντός δύο (2) μηνών από την προσθήκη ή διαγραφή εμπορικού σήματος.

  1. Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης πενήντα χιλιάδων (50.000) και άνω τεμαχίων βιομηχανοποιημένων καπνών, που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιασδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παρ. 1, η οποία διενεργήθηκε από οποιαδήποτε τελωνειακή αρχή ή από τη Γενική Διεύθυνση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών ή από τις αστυνομικές ή λιμενικές αρχές, η Α.Α.Δ.Ε., εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, προβαίνει σε γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, με επιστολή της, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά στην επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013, η οποία περιλαμβάνει:

(α) την ημερομηνία, ώρα και τόπο της κατάσχεσης,

(β) τη μάρκα των κατασχεθέντων βιο μηχανοποιημένων καπνών, όπως αναφέρεται στη συσκευασία, και, εφόσον υπάρχει, οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(γ) οποιεσδήποτε ενδείξεις ταυτότητας εμφανίζονται στα κιβώτια ή στις παλέτες ή σης κούτες ή στα πακέτα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(δ) την ποσότητα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών.

Για τους σκοπούς του παρόντος, ένα (1) γραμμάριο λεπτοκομμένου καπνού για στριφτά τσιγάρα θα θεωρείται ως αντίστοιχο ενός τεμαχίου τσιγάρου.

  1. Επί της αναφερόμενης στην παρ. 2 κατασχεθείσας ποσότητας, διενεργείται δειγματοληψία ως εξής:

α) Η Τελωνειακή Αρχή που προέβη στην κατάσχεση, λαμβάνει, κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, τέσσερα (4) όμοια δείγματα βιομηχανοποιημένων καπνών για εργαστηριακή εξέταση, δύο (2) από τα οποία αποστέλλει στην επιχείρηση καπνικών kol τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,

β) αν η κατάσχεση διενεργήθηκε από άλλη Υπηρεσία με αρμοδιότητα για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, η Υπηρεσία αυτή προβαίνει, κατόπιν υπόδειξης της Τελωνειακής Αρχής στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας πραγματοποιήθηκε η κατάσχεση, στην οποία αποστέλλει την έκθεση κατάσχεσης, στη δειγματοληψία σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. α’ και παραδίδει τα δείγματα αυτά στην ίδια Τελωνειακή Αρχή. Αμέσως μετά από την παραλαβή των δειγμάτων, η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή αποστέλλει τα δύο (2) δείγματα στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση, γ) κατόπιν σχετικού αιτήματος της επιχείρησης καπνικών που υποβάλλεται στην Τελωνειακή Αρχή των περ. α και β, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, η επιχείρηση καπνικών μπορεί να επιθεωρήσει το σύνολο των κατασχεθέντων προϊόντων.

Με το ίδιο αίτημα μπορεί να ζητηθεί εκ νέου δειγματοληψία της κατασχεθείσας ποσότητας, παρουσία εκπροσώπου της, η οποία διενεργείται από μικτά κλιμάκια που αποτελούνται από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε. και λαμβάνονται τέσσερα (4) όμοια δείγματα, δύο (2) για την επιχείρηση και δύο (2) για εξέταση από την αρμόδια χημική υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε..

  1. Εάν τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης, αυτή υποχρεούται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά τα ανωτέρω διενέργεια της δειγματοληψίας, σε απάντηση, η οποία αποσκοπεί στην ενημέρωση της Τελωνειακής Αρχής και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των πληρωμών. Αν η εταιρεία έχει αιτηθεί τη δειγματοληψία της περ. γ της παρ. 3, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου εκκινεί από τη διενέργειά της. Η απάντηση περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση σχετικά με τα ακόλουθα:

(α) τον τόπο κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(β) την ημερομηνία κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(γ) τη χώρα προορισμού των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών και την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(δ) οποιαδήποτε ενδιάμεση αποθήκευση και αποστολή,

(ε) την ταυτότητα του πρώτου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (στ) την ταυτότητα οποιουδήποτε γνωστού μεταγενέστερου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(ζ) τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον πρώτο αγοραστή σχετικά με τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά και

(η) τα αρχεία πληρωμών από τον πρώτο αγοραστή για οποιαδήποτε κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά.

Η επιχείρηση μπορεί μέσα στην ίδια προθεσμία να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση.

  1. Σε βάρος της επιχείρησης καπνικών προϊόντων επιβάλλεται αμελλητί, με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, σε περίπτωση που η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, η υποχρεωτική πληρωμή προς το Ελληνικό Δημόσιο:

(α) Ποσού που ισούται με το 100% των φόρων και δασμών που θα βεβαιώνονταν εάν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων είχαν διατεθεί νόμιμα προς ανάλωση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

(β) Εάν τα γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης που έχουν κατασχεθεί εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους στην Ελληνική Επικράτεια ανέρχονται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 200% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εφόσον η ποσότητα των κατασχεμένων βιομηχανοποιημένων καπνών ανέρχεται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση θα προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 400% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ποσό της περίπτωσης αυτής διατίθεται για τη χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων.

Εφόσον η επιχείρηση καπνικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, η πληρωμή επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του Προϊσταμένου του Τελωνείου προς έκδοση της καταλογισηκής πράξης υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση. Κατά τα λοιπά, ως προς την τηρητέα διοικητική διαδικασία καιτην άσκηση δικαστικής προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 4, 150 παρ. 4 και 152 παρ. 3, 5, 6 και 7 του παρόντος Κώδικα.

Στην ανωτέρω περ. β, αν πρόκειται για βιομηχανοποιημένα καπνά επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, που έχουν συνάψει Συμφωνίες Συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι συμφωνίες, για την επιβολή της υποχρεωτικής πληρωμής εφαρμόζονται αναλογικά τα οριζόμενα στην παρ. 5Α.

5Α. Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, οι οποίες έχουν συνάψει Συμφωνίες Συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι Συμφωνίες, η υποχρεωτική πληρωμή της παρ. 5 επιβάλλεται ως εξής:

α) Εάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών Συνεργασίας έχει καταβληθεί πληρωμή για τη συγκεκριμένη κατάσχεση από την επιχείρηση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ποσό της πληρωμής που αναλογεί στην Ελλάδα υπολείπεται του ποσού της πληρωμής που οφείλει να καταβληθεί κατά την παρ. 5, επιβάλλεται το ποσό που προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης του ποσού που αναλονεί στην Ελλάδα και έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν το ποσό της πληρωμής που έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναλογεί στην Ελλάδα υπερβαίνειτο οφειλόμενο ποσό κατά την παρ. 5, δεν εκδίδεται καταλογιστική πράξη σε βάρος της επιχείρησης.

β) Εάν η έκδοση της καταλογιστικής πράξης κατά την παρ. 5 προηγηθεί της καταβολής πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε η καταλογιστική πράξη τροποποιείται και το επιβαλλόμενο ποσό πληρωμής μειώνεται κατά το ποσό της πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναλογεί στην Ελλάδα. Εάν το ποσό αυτό υπερβαίνειτο ποσό που επιβλήθηκε δυνάμει της καταλογιστικής πράξης, η καταλογιστική πράξη ανακαλείται.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, η καταβολή της πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ποσό αυτής που αναλογεί στην Ελλάδα αποδεικνύονται με επίσημο έγγραφο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο οφείλει να προσκομίσει η επιχείρηση στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή.

  1. Οι προϋποθέσεις του καταλογισμού δεν συντρέχουν, αν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά εκλάπησαν από τρίτους ή διέφυγαν της κατοχής της επιχείρησης από λόγους ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση κλοπής, η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της και να προσκομίσει τουλάχιστον αντίγραφο της μήνυσης που υπέβαλε για το άδικη μα της κλοπής, πριν από την κατάσχεση της παρ. 2, καθώς και αντίγραφο της καταχώρησης του περιστατικού της κλοπής στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Σε περίπτωση λόγου ανώτερης βίας, η επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει, τουλάχιστον, βεβαίωση της αρμόδιας για την αντιμετώπισή του δημόσιας αρχής, ότι συνέβη το περιστατικό και η απώλεια των βιομηχανοποιημένων καπνών. Εάν μεταγενέστερα με αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, αναβιώνει η υποχρέωση της επιχείρησης να καταβάλει τα καταλογισθέντα ποσά για τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της που είχαν κατασχεθεί. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της παράβασης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση ή το βούλευμα, αναστέλλεται η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσειτην καταλογιστική πράξη.
  2. Τα ποσά που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω δεν έχουν το χαρακτήρα του διοικητικού προστίμου ή της ποινικής κύρωσης αλλά επιβάλλονται ως αποζημίωση οφειλόμενη στο πλαίσιο αντικειμενικής ευθύνης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το γεγονός της εκτροπής των βιομηχανοπουιμένων καπνών της επιχείρησης στο παράνομο εμπόριο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα επιχείρησης, ακόμη και εάν η επιχείρηση είχε συμμορφωθεί από κάθε άποψη προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ισχύουσες τελωνειακός διατάξεις.

Η καταβολή των ανωτέρω πληρωμών ουδόλως εμποδίζει την κατά τις κείμενες διατάξεις έρευνα και τον κολασμό τυχόν λαθρεμπορικών παραβάσεων που έλαβαν χώρα σε σχέση με την ποσότητα βιομηχανοποιημένων καπνών που κατασχέθηκαν.

  1. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας της δειγματοληψίας, της διαδικασίας της χημικής εξέτασης των δειγμάτων, της οριστικοποίησης των αποτελεσμάτων της χημικής εξέτασης και κάθε άλλης αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
  2. Τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά της παρ. 2 καταστρέφονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 171».

Αρθρο 19

Φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του φ.Π.Α. λεπτοκομμένου καπνού και άλλων
καπνών για κάπνισμα – Προσθήκη άρθρου 98Α στον ν. 2960/2001

Μετά το άρθρο 98 του ν. 2960/2001 (Α’ 265) προστίθεται άρθρο 98Α ως εξής:

«Αρθρο 98Α

Λεπτοκομμένος καπνός και άλλα καπνά προοριζόμενα για κάπνισμα – φορολογητέα αξία

για τον υπολογισμό του φ.Π.Α.

Στις περιπτώσεις παράδοσης, ενδοκοινοτικής απόκτησης ή εισαγωγής από τρίτες χώρες, προϊόντων λεπτοκομμένου καπνού που προορίζονται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων και άλλων καπνών που προορίζονται για κάπνισμα, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 94 και 95 και τα οποία: α) αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας,

β) κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 98 και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των πεντακοσίων (500) γραμμαρίων μικτού βάρους,

γ) παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, εφόσον προ βλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 98, και όχι πάνω από πεντακόσια (500) γραμμάρια μικτού βάρους και προορίζονται αποκλειστικά για ατομική χρήση,

δ) παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία και ε) διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς,

ο φ.Π.Α. υπολογίζεται με βάση τη μέση, κατ’ έτος, σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας του προηγούμενου έτους που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουάριου κάθε έτους. Ως μέση σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης νοείται το πηλίκο της συνολικής φορολογητέας αξίας του κατά περίπτωση είδους προς τη συνολική ποσότητα του είδους αυτού σε χιλιόγραμμα καθαρού βάρους που τέθηκε σε ανάλωση το προηγούμενο έτος. Η μέση σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης κάθε έτους καθορίζεται με απόφαση του

Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., η οποία εκδίδεται εντός του Ιανουάριου κάθε έτους και εφαρμόζεται για όλο το έτος.».

Άρθρο 20

Κατασχέσεις καπνικών – Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 171 του ν. 2960/2001

Η παρ. 4 του άρθρου 171 του ν. 2960/2001 (Α’ 265) αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Βιομηχανοποιημένα καπνά, που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, καταστρέφονται ως εξής:

α) Όσα αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 119Β, το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από την κατάσχεση, με την προϋπόθεση ότι έχουν διενεργηθεί kol ολοκληρωθεί δειγματοληψίες που προβλέπονται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου και σε κάθε περίπτωση αμέσως μετά από τη γνωστοποίηση των Εκθέσεων Εξέτασης Δειγμάτων της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους στην τελωνειακή αρχή που διενήργησε την κατάσχεση ή στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας διενεργήθηκε η κατάσχεση από άλλη ελεγκτική αρχή και στην εταιρεία καπνικών, για τις περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτημα σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 119Β.

β) Τα λοιπά προϊόντα, πλην όσων αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 119Β, και ποσότητες μικρότερες των 50.000 τεμαχίων για προϊόντα που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιοσδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όταν παρέρχονται άπρακτες οι προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 167.

γ) Η καταστροφή διενεργείται ενώπιον τριμελούς επιτροπής η οποία συγκροτείται με σχετική απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής. Για κατασχέσεις έως χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή έως πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 94, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και τον προϊστάμενο του δικαστικού τμήματος ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και έναν (1) υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα της ίδιας Τελωνειακής Αρχής. Για κατασχέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τις ποσότητες του προηγούμενου εδαφίου, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από έναν υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, ως πρόεδρο, έναν υπάλληλο της κατά τόπο αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής και έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης ομοίως Δ.Ο.Υ., ως μέλη. Ως αναπληρωτής του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ., δύναται να ορίζεται και υπάλληλος του Δήμου, στον οποίο εδρεύει η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής ορίζονται με τους αναπληρωτές τους, κατόπιν εισήγησης των υπηρεσιών προέλευσής τους. Είναι δυνατή η μαζική καταστροφή κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών από την Επιτροπή του τρίτου εδαφίου, εφόσον αυτά προέρχονται από μεμονωμένες κατασχέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή τα πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 94.

Για την καταστροφή συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο.

δ) Ομοίως καταστρέφονται μετά από την τήρηση της διαδικασίας της περ. γ’ τα ανωτέρω προϊόντα σε περίπτωση δήμευσής τους από δικαστήριο.

ε) Η καταστροφή σύμφωνα με τις περ. α’, β’ δεν κωλύει τη διερεύνηση kol την τιμώρηση τυχόν διοικητικών παραβάσεων και ποινικών αδικημάτων.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟΥ

Άρθρο 21

Επιβολή προστίμων για την παρεμπόδιση του τελωνειακού ελέγχου – Προσθήκη παρ. 11

στο άρθρο 147 του ν. 2960/2001

Στο άρθρο 147 του ν. 2960/2001 (Α’265) προστίθεται παρ. 11 ως εξής:

«11. Αν, στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου για τη διαπίστωση της τήρησης ή μη των εθνικών και ενωσιακών διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, ο ελεγχόμενος δεν συνεργαστεί με την τελωνειακή αρχή ή δεν προσκομίσει τα ζητούμενα στοιχεία kol αρχεία ή δεν επιτρέψει στην τελωνειακή αρχή την είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο της επαγγελματικής του εγκατάστασης ή του μεταφορικού του μέσου, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ σε βάρος του. Για την εφαρμογή της παρούσας, ως μη συνεργασία νοείται η μη ανταπόκριση σε αίτημα της τελωνειακής αρχής για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων σε χρόνο που ορίζεται από την τελωνειακή αρχή, ο οποίος δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες, ούτε να υπολείπεται των πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.».

Άρθρο 22

Αυστηροποίηση ποινών λαθρεμπορίας – Τροποποίηση άρθρου 157 ν. 2960/2001

  1. Στην περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 157 του ν. 2690/2001 (Α’ 265), οι λέξεις «τουλάχιστον ενός (1) έτους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δύο τουλάχιστον (2) ετών», στην περ. γ’ μετά από τις λέξεις «Με κάθειρξη» προστίθενται οι λέξεις «δέκα τουλάχιστον (10) ετών» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η κατά το άρθρο 155 του παρόντος λαθρεμπορία τιμωρείται με:

α) φυλάκιση έξι (6) τουλάχιστον μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο, β) φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών εάν: βα) διαπράχθηκε καθ’ υποτροπήν,

ββ) διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί,

βγ) ol δασμοί, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) τουλάχιστον ευρώ και άνω,

βδ) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα,

γ) κάθειρξη, δέκα (10) τουλάχιστον ετών, εάν οι δασμοί, φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.».