Ενημερωτικό σημείωμα για τη χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους βάσει του ΠΔ 75/2020 (Α’173)

                                                                                                                                      Αθήνα 17.09.2020

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Τη 10η Σεπτεμβρίου 2020, δημοσιεύτηκε το ΠΔ 75/2020 (Α’173) (εφεξής «ΠΔ» ή «Διάταγμα») σχετικά με τη χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 14 του Ν. 3917/2011 και σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 3/2020 Γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής «ΑΠΔΠΧ» ή «Αρχή») εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 παρ. 1 περ. γ’ και του άρθρου 67 παρ.2 του Ν.4624/2019.

Η εν λόγω Γνωμοδότηση της Αρχής επί του σχεδίου του Προεδρικού Διατάγματος περιλάμβανε σειρά παρατηρήσεων κατ’ άρθρο, ενώ παράλληλα η Αρχή υπογράμμισε την ανάγκη τροποποίησης ορισμένων διατάξεων, προκειμένου να είναι συμβατές με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εικόνα ενός ατόμου η οποία συλλέγεται δια της χρήσης κάμερας συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, στο βαθμό που παρέχεται η δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου ατόμου άμεσα ή έμμεσα. Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 41/2017 Απόφαση της Αρχής, έμμεση ταυτοποίηση μπορεί να είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων. Τα ίδια στοιχεία, ο συνδυασμός των οποίων δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση ενός προσώπου σε ένα ευρύ κοινωνικό περιβάλλον, μπορεί να οδηγούν σε πλήρη ταυτοποίηση στο πλαίσιο µμιας µμικρής κοινωνικής ομάδας όπου όλα τα µέλη της γνωρίζονται µμεταξύ τους. Ως εκ τούτου, η λήψη ή καταγραφή εικόνας ενός ατόμου από μακρινή απόσταση που καθιστά αδύνατη την αναγνώριση των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου ενός υποκειμένου δεδομένων δε συνεπάγεται άνευ ετέρου την αδυναμία ταυτοποίησής του, καθώς αυτό δύναται εν τέλει να επιτευχθεί από λοιπές πληροφορίες. Παράλληλα, η εικόνα ενός προσώπου ως δεδομένο μπορεί ενίοτε να θεωρηθεί και ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, στο βαθμό που αποκαλύπτει τη φυλετική καταγωγή ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ενός υποκειμένου, τα πολιτικά φρονήματα ή τη συμμετοχή του σε συνδικαλιστική οργάνωση.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με τη λήψη ή και καταγραφή εικόνας ή και ήχου δια της συλλογής, διατήρησης, αποθήκευσης, πρόσβασης και διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και από δημόσιο χώρο συνιστούν, ως επιμέρους πράξεις επεξεργασίας, επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής κατ’ άρθ. 9 Σ., 7 ΧΘΔΕΕ και 8 ΕΣΔΑ, καθώς και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθ. 9Α Σ., 8 ΕΣΔΑ και 8 ΧΘΔΕΕ. Για το λόγο αυτό πρέπει να τίθενται κανονιστικώς αυξημένες εγγυήσεις για τις ανωτέρω μορφές επεξεργασίας.

ΙΙ. Οι προβλέψεις του Π.Δ. 75/2020

Στο άρθρο 1 του ΠΔ 75/2020 (πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Διατάγματος), θεσπίζονται οι ειδικότεροι κανόνες για την εγκατάσταση και τη λειτουργία συστημάτων λήψης ή καταγραφής ήχου ή εικόνας (εφεξής συστήματα επιτήρησης), στο μέτρο που διενεργείται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε δημόσιους χώρους, , κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνονται αποτελεσματικά οι σκοποί που προβλέπονται στο άρθρο 14 του ν. 3917/2011 (Α΄ 22), με ταυτόχρονη διασφάλιση των δικαιωμάτων των προσώπων που θίγονται από τη χρήση των συστημάτων αυτών.

Στο άρθρο 2 του Διατάγματος προσδιορίζεται η έννοια των «συστημάτων επιτήρησης», τα οποία προσδιορίζονται ως συστήματα επιτήρησης περιλαμβανομένων των φορητών μεταφερόμενων από φυσικά πρόσωπα ή από οχήματα  κάθε είδους εδάφους, θαλάσσης ή αέρος, επανδρωμένα ή μη (πχ. Drones). Επιπλέον, στα συστήματα αυτά ανήκουν ιδίως τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης (CCTV), με πρόσθετο εξοπλισμό για τη μετάδοση, αποθήκευση και κάθε είδους περαιτέρω επεξεργασία εικόνας ή ήχου.  Στην τελευταία αυτή περίπτωση χρειάζεται να επισημανθεί ότι η «περαιτέρω επεξεργασία εικόνας ή ήχου» ενδέχεται να αφορά διαφορετική αυτοτελή και διακριτή επεξεργασία σε σχέση με την αρχική συλλογή, αποθήκευση και διατήρηση του υλικού, όπως π.χ. σε περίπτωση χρήσης λογισμικού αναγνώρισης και ταυτοποίησης προσώπου (facial recognition) ή και ενδεχομένως σε περίπτωση χρήσης τεχνητής νοημοσύνης, όπως εύστοχα παρατηρείται στην υπ’αριθ. 3/2020 Γνωμοδότηση της Αρχής.

Εν συνεχεία, στο άρθρο 3 του Διατάγματος προβλέπονται οι σκοποί επεξεργασίας, κάνοντας ευθεία παραπομπή στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 3917/2011. Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 3917/2011 περιγράφονται οι σκοποί επεξεργασίας για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους, οι οποίοι αφορούν μόνο τις κάτωθι περιπτώσεις: (α) τη διαφύλαξη της εθνικής άμυνας, (β) την προστασία του πολιτεύματος και την αποτροπή εγκλημάτων προδοσίας της χώρας, (γ) την αποτροπή και καταστολή εγκλημάτων που συνιστούν επιβουλή της δημόσιας τάξης, (δ) την αποτροπή και εγκλημάτων βίας, εμπορίας ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας, όταν με βάση πραγματικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις και, τέλος, ε) τη διαχείριση της κυκλοφορίας.

Οι ως άνω σκοποί βρίσκονται σε αντιστοιχία με το άρθρο 3 του Διατάγματος. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 του ΠΔ, η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη, καταγραφή ήχου ή εικόνας, σε δημόσιους χώρους, επιτρέπεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 3917/2011 για τους εξής σκοπούς:

α) Την αποτροπή και καταστολή των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται στις περ. β΄ έως δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3917/2011. Στα εγκλήματα αυτά ανήκουν ιδίως τα αδικήματα που προβλέπονται στα κεφάλαια έκτο (Εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης), δέκατο τρίτο (Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα), δέκατο τέταρτο (Εγκλήματα κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνίων και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων), δέκατο πέμπτο (Εγκλήματα κατά της ζωής και προσβολές του εμβρύου), δέκατο έκτο (Εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας), δέκατο όγδοο (Εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθέριας), δέκατο ένατο (Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής) και εικοστό τρίτο (Εγκλήματα κατά περιουσιακών αγαθών) του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της νομοθεσίας περί εξαρτησιογόνων ουσιών. Αντικείμενο της καταστολής συνιστά και η απόδειξη τέλεσης αξιόποινων πράξεων και ταυτοποίησης του δράστη.

β) Τη διαχείριση της κυκλοφορίας που περιλαμβάνει την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων στο οδικό δίκτυο, τη ρύθμιση της κυκλοφορίας οχημάτων, καθώς και την πρόληψη και διαχείριση τροχαίων ατυχημάτων.

Από το σύνολο των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι αφενός το τελευταίο εδάφιο της περ. α’, ήτοι «Αντικείμενο της καταστολής συνιστά και η απόδειξη τέλεσης αξιόποινων πράξεων και ταυτοποίησης του δράστη», δεν καταλαμβάνει και την περ. β’ για τη διαχείριση της κυκλοφορίας, αφετέρου το εν λόγω Διάταγμα δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων για τη διακρίβωση παραβάσεων των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 104 παρ. 4 του Ν. 2696/1999, όπως ισχύει, και του ΠΔ 287/2001.

Παράλληλα, στο άρθρο 4 του Διατάγματος προβλέπονται οι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Ως Υπεύθυνος Επεξεργασίας για τα δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης εγκλημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων είναι οι αρμόδιες δημόσιες αρχές, ήτοι η Ελληνική Αστυνομία, το Πυροσβεστικό Σώμα και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή. Αντίστοιχα, η Ελληνική Αστυνομία είναι Υπεύθυνη Επεξεργασίας για δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο ρύθμισης της κυκλοφορίας των οχημάτων, την πρόληψη και διαχείριση τροχαίων ατυχημάτων και την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων στο οδικό δίκτυο.

Όσον αφορά στην περίπτωση που και έτερη δημόσια αρχή χρησιμοποιεί ή χρειάζεται να χρησιμοποιήσει το σύστημα επιτήρησης, καθίσταται από κοινού υπεύθυνος επεξεργασίας και εφαρμόζονται σχετικά οι διατάξεις των άρθρων 26 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικών Δεδομένων (εφεξής «ΓΚΠΔ») και 61 του ν. 4624/2019. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ΓΚΠΔ και το άρθρο 61 του ν. 4624/2019 (άρθρο 21 της Οδηγίας), σε περίπτωση που δύο ή περισσότεροι υπεύθυνοι επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, καθίστανται από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας. Στο βαθμό δε που τα καθήκοντα και οι ευθύνες τους δεν προβλέπονται από τον νόμο, απαιτείται έγγραφη συμφωνία, ώστε να καθορίζονται με διαφανή τρόπο οι υποχρεώσεις τους, ιδίως σε σχέση με την ικανοποίηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων.

Εν συνεχεία, στο άρθρο 5 του Διατάγματος προβλέπονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων επιτήρησης. Ειδικότερα, η εγκατάσταση και η λειτουργία συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο: (α) στο μέτρο που είναι απαραίτητο και όταν οι επιδιωκόμενοι κατά το άρθρο 3 του Διατάγματος σκοποί δεν μπορούν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με άλλα ηπιότερα μέτρα. Εν προκειμένω, εισάγεται ως κριτήριο η εφαρμογή της αρχής της αναγκαιότητας και της αρχής της προσφορότητας, ως ειδικότερων εκφάνσεων της αρχής της αναλογικότητας. Επιπλέον, ειδικώς για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης για την πρόληψη ή καταστολή των εγκλημάτων απαιτείται να συντρέχουν (β) επαρκείς ενδείξεις ότι τελούνται ή πρόκειται να τελεσθούν στον συγκεκριμένο χώρο ποινικά αδικήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος Διατάγματος (Βλ. άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 3917/2011). Ακόμη, η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης περιορίζεται (γ) στον συγκεκριμένο χώρο, για τον οποίο κρίνεται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας απαραίτητη η επιτήρηση και δεν μπορεί να επεκτείνεται σε ευρύτερη περιοχή. Ως εκ τούτου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει, με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων, ότι τα συστήματα επιτηρούν τον προκαθορισμένο χώρο και δεν λαμβάνουν εικόνα από μη δημόσιους χώρους ή από εσωτερικό κατοικιών.

Ακόμη αξίζει να σημειωθεί, σύμφωνα και με τη γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ότι η πρόβλεψη περί του επιτρεπτού της λήψης εικόνας (και όχι ήχου) τρίτου προσώπου (προφανώς αμέτοχου στο έγκλημα), εφόσον τούτο είναι αναγκαίο (ή και αναπόφευκτο) για την επίτευξη των σκοπών επεξεργασίας είναι σύμφωνη προς την απαίτηση προσδιορισμού των διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων, όπως εξάλλου προβλέπεται και από τις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 2016/680 και 70 του ν. 4624/2019, τηρουμένου του τεκμηρίου αθωότητας (βλ. αιτ. σκ. 31 Οδηγίας 2016/680).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 5 του Διατάγματος, οι λεπτομέρειες ως προς τη θέση εγκατάστασης των καμερών και τα χαρακτηριστικά του συστήματος επιτήρησης προβλέπονται στην απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 (Απόφαση του Υπεύθυνου Επεξεργασίας). Με την απόφαση που εκδίδεται κατά την παρ. 2 του άρθρου 12 καθορίζονται ο χρόνος ενεργοποίησης του συστήματος επιτήρησης, η εμβέλειά του και η διάρκεια λειτουργίας του, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της προϋποθέσεως του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 5.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Διατάγματος, η εγκατάσταση συστημάτων επιτήρησης επιτρέπεται ύστερα από απόφαση της αρμόδιας δημόσιας αρχής, που έχει την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4. Στην απόφαση αναγράφεται η θέση εγκατάστασης των καμερών, τα χαρακτηριστικά του συστήματος επιτήρησης και αιτιολογείται η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων που δικαιολογούν την επιτήρηση του συγκεκριμένου χώρου. Η απόφαση εγκατάστασης δεν μπορεί να έχει χρονική ισχύ ανώτερη της τριετίας, υπόκειται σε περιοδική αξιολόγηση και εκδίδεται ύστερα από διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου των επιπτώσεων της επεξεργασίας στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επίσης σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μελέτη εκτίμησης αντικτύπου διενεργείται τόσο για την προμήθεια όσο και πριν την αρχική θέση σε λειτουργία των φορητών συστημάτων επιτήρησης.

Επιπρόσθετα, στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Διατάγματος ορίζεται ότι η λειτουργία φορητών συστημάτων επιτήρησης επιτρέπεται σε περιπτώσεις που υπάρχει άμεσος σοβαρός κίνδυνος τέλεσης των αναφερομένων στο άρθρο 3 αξιόποινων πράξεων, κατόπιν σχετικής απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας που εκδίδεται κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 12 του παρόντος.

Επιπλέον, με το παρόν Διάταγμα, επιτρέπεται η εστίαση της εικόνας για τη διαπίστωση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πλαίσιο των επιδιωκόμενων σκοπών. Η διαδικασία εστίασης της εικόνας και επαναφοράς της εκτελείται με αιτιολογημένη απόφαση του υπευθύνου επεξεργασίας, κατόπιν έγκρισης του αρμοδίου εισαγγελέα πρωτοδικών, ενώ σε περίπτωση κατεπείγοντος, η εστίαση είναι δυνατό να εκτελείται κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας, με υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης του αρμόδιου εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να απαγορεύσει τη συνέχιση της διαδικασίας και τη χρήση των συλλεγέντων δεδομένων.

Σημαντική διάταξη του παρόντος Διατάγματος που συνδέεται με την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου ατομικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι (α.11 Σ.) είναι η διάταξη του άρθρου 6 του Διατάγματος, η οποία αφορά στην επιτήρηση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, ενώ παράλληλα τα εκδηλούμενα στις συναθροίσεις προσωπικά δεδομένα εμπίπτουν πολλές φορές στην κατηγορία των ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητων) δεδομένων (π.χ. πολιτικές συναθροίσεις). Ειδικότερα, επιτρέπεται η εγκατάσταση και λειτουργία σταθερών, περιστρεφόμενων ή κινητών συστημάτων επιτήρησης, κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος, σε χώρους- και κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του υπεύθυνου επεξεργασίας, κατόπιν έγκρισης του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον έχει γνωστοποιηθεί στον οργανωτή της συνάθροισης και τους μετέχοντες σε αυτή και μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 3.

Εν συνεχεία, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6, τα δεδομένα που συλλέγονται καταστρέφονται αυτόματα, με μέριμνα του υπεύθυνου επεξεργασίας, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη λήξη της συνάθροισης, εφόσον αυτή εξελίχθηκε και ολοκληρώθηκε ομαλά και δεν αποτυπώνεται κρίσιμο συμβάν που εμπίπτει στον επιδιωκόμενο σκοπό. Σε αντίθετη περίπτωση, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 8.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8, τα δεδομένα διατηρούνται κατά μέγιστο για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από τη συλλογή τους, εκτός αν η διατήρηση είναι απαραίτητη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με σκοπό τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων. Μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, τα δεδομένα καταστρέφονται. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει ότι η διαγραφή πραγματοποιείται με αυτόματη μέθοδο και ότι τα καταστρεφόμενα δεδομένα δεν είναι δυνατό να ανακτηθούν. Δεδομένα που αφορούν σε γεγονότα που εμπίπτουν στον επιδιωκόμενο σκοπό, αποθηκεύονται και διατηρούνται, εφόσον είναι απαραίτητα, για την διερεύνηση αξιόποινων πράξεων του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος. Τα δεδομένα αυτά διαγράφονται μετά την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή την οριστική παύση της δίωξης ή την παρέλευση του χρόνου παραγραφής. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνεται σχετικώς από τις αρμόδιες δικαστικές υπηρεσίες, προκειμένου να προβεί στη διαγραφή.

Με το ΠΔ καθορίζονται, επίσης, τα είδη των δεδομένων, οι αποδέκτες των δεδομένων, τα δικαιώματα των υποκειμένων, καθώς και τα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα ασφαλείας τόσο κατά τη σχεδίαση και τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών του συστήματος όσο και κατά τη λειτουργία του, προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στο δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Ειδικότερα, αναφορικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων, εισάγεται με την παρ. 2 του άρθρου 10 η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώνει το κοινό όταν πρόκειται να εισέλθει σε χώρο που εμπίπτει στην εμβέλεια εγκατεστημένων ή φορητών συστημάτων επιτήρησης, ενώ η ενημέρωση αυτή μπορεί να γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως η ανάρτηση σε εμφανές μέρος ευδιάκριτων πινακίδων. Ωστόσο, δυνάμει της υπ’ αριθ. 4/2004 Γνωμοδότησης της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, θα πρέπει να προβλεφθούν τα κατάλληλα μέτρα ενημέρωσης για υποκείμενα δεδομένων που έχουν απωλέσει την όρασή τους, ζήτημα που γεννά τεχνικά πιθανώς ζητήματα.

Τέλος, επισημαίνεται όσα θέματα δεν ρυθμίζονται ειδικώς από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3917/2011 και του παρόντος Διατάγματος, διέπονται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες διατάξεις του του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, της Οδηγίας (ΕΕ) υπ’ αρ. 2016/680 και του ν. 4624/2019.

 

Για τη Δικηγορική Εταιρεία

«ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ – ΧΑΡΑ ΖΕΡΒΑ &

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»,

 

 

ΧΑΡΑ Δ. ΖΕΡΒΑ                                                                                   ΑΓΓΕΛΙΚΗ Γ. ΤΗΛΙΓΑΔΗ

Διαχειρίστρια Εταίρος                                                                                  Δικηγόρος LL.M.