Επιτροπή ανταγωνισμού: Γνωμοδότηση για τον κλάδο των πετρελαιοειδών

Γνωμοδότηση για τη λειτουργία του ανταγωνισμού στον κλάδο των πετρελαιοειδών προτείνοντας διάφορα μέτρα για την βελτίωσή του εξέδωσε η Επιτροπή Ανταγωνισμού

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, στο πλαίσιο των γνωμοδοτικών αρμοδιοτήτων της, εξέδωσε Γνωμοδότηση για τη λειτουργία του ανταγωνισμού  στον κλάδο των πετρελαιοειδών προτείνοντας διάφορα μέτρα για την βελτίωσή του.
Με την Απόφαση της αυτή η Επιτροπή επικαιροποίησε και συμπλήρωσε τις δύο προηγούμενες Κανονιστικές παρεμβάσεις της (Αποφάσεις 334/V/2007 και 418/V/2008), οι οποίες ανέδειξαν δομικές αδυναμίες και χρόνια προβλήματα του κλάδου σε όλα του τα στάδια (διύλιση, χονδρική εμπορία, λιανική διάθεση), που δυσχεραίνουν το επίπεδο του ανταγωνισμού και δρουν αυξητικά στο επίπεδο των τιμών των καυσίμων. Σκοπός της Επιτροπής η άρση των στρεβλώσεων στην αγορά και η λειτουργία υγιούς ανταγωνισμού με σημαντικές θετικές συνέπειες, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους τελικούς καταναλωτές.

Παρά το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των προηγούμενων μέτρων και προτάσεων, υιοθετήθηκαν μερικώς ή ολικώς, σταδιακά από την Πολιτεία, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο και σκόπιμο να επανεξετάσει τις συνθήκες λειτουργίας στον κλάδο των πετρελαιοειδών  αφού η ύπαρξη ρυθμιστικών εμποδίων ανατροφοδοτεί την μη ομαλοποίηση των συνθηκών λειτουργίας στον νευραλγικό αυτό κλάδο της οικονομίας. Η κατάσταση αυτή περιορίζει υπέρμετρα, όπως είναι επόμενο, την οικονομική και επιχειρηματική ελευθερία και εισάγουν εμπόδια στη λειτουργία του ανταγωνισμού (ιδίως αναφορικά με την είσοδο νέων επιχειρήσεων ή/και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους στην αγορά), χωρίς να προκύπτει ή να υφίσταται πλέον επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη διατήρησή τους. Τις διαπιστώσεις της αυτές, η Επιτροπή περιέλαβε σε προτάσεις, αναλυτικά, για τα επιμέρους στάδια και ευελπιστεί ότι η Πολιτεία θα στέρξει να τις υλοποιήσει στην προσπάθεια της να περιοριστεί το όλο πρόβλημα.

Η εκτίμηση για τα οφέλη των καταναλωτών ακόμη και από την πλήρη εφαρμογή των προτάσεων της Επιτροπής είναι πως αυτά θα είναι  σχετικά μικρά. Σημειώνουμε ότι το μεικτό κέρδος των εταιρειών, των μεταφορέων και των πρατηρίων στην αγορά είναι σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του υπουργείου Ανάπτυξης, για την αμόλυβδη – 95, μόλις το 6,3% της τελικής τιμής. Η τελική τιμή λιανικής διαμορφώνεται από την τιμή διυλιστηρίου κατά 36 %, από τους φόρους (σταθερούς και μεταβλητούς) κατά 57,7 %, και από τα εκτιμώμενα περιθώρια των εταιρειών εμπορίας, των μεταφορέων υγρών καυσίμων και των πρατηρίων κατά 6,3 % (δελτίο τιμών του υπ. Ανάπτυξης 23/10/2012). Συνεπώς η συμπίεση του ποσοστού λιανικής μπορεί να είναι μηδαμινή.

Απομένει το ξεκαθάρισμα του κόστους διυλιστηρίου το οποίο δεν γνωρίζουμε πως σχηματίζεται αλλά και το πρόβλημα της πλήρους μονοπώλησης της αγοράς διύλισης. Ωστόσο τα περιθώρια μείωσης των τιμών δεν είναι απεριόριστα γιατί υπάρχουν τόσο οι διεθνείς τιμές που πιέζουν όσο και η τεράστια φορολογία των καυσίμων η οποία είναι ανελαστική.

Από τις σημαντικότερες προτάσεις της Επιτροπής είναι να εγκατασταθούν συστήματα εισροών-εκροών σε όλα τα στάδια διακίνησης πετρελαιοειδών (διύλιση, χονδρική εμπορία και πάσης φύσεως λιανική διάθεση) και να υπάρχει  σήμανση (fuel tagging) των μεταφορικών μέσων με τοποθέτηση GPS, και ιχνηθέτηση των υγρών καυσίμων με ραδιοϊσότοπα ή μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες, και φυσικά εγκατάσταση συστημάτων ελέγχου εισροών-εκροών σε φορολογικές αποθήκες και πλωτά μέσα μεταφοράς πετρελαιοειδών.

Τα παραπάνω είναι από πολλά χρόνια απαίτηση των βενζινοπωλών για την πάταξη του λαθρεμπορίου η οποία όμως συνδέεται και με την πολιτική βούληση πάταξής του που μέχρι τώρα εκδηλώνεται μόνο σε διακηρύξεις.

Άλλα σημεία προτάσεων της Επιτροπής:

Ι. Στάδιο διύλισης
1. Να υποχρεωθούν οι εταιρίες διύλισης να γνωστοποιούν στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) το κόστος τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας που χρεώνουν τις εταιρίες εμπορίας και τους μεγάλους τελικούς καταναλωτές, τόσο στην εγχώρια αγορά (βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης, θέρμανσης) όσο και στη διεθνή αγορά (αεροπορικά, ναυτιλιακά καύσιμα).

2. Να υποχρεωθούν οι εταιρίες διύλισης να προβαίνουν σε αναλυτικό επιμερισμό των στοιχείων κόστους που περιλαμβάνονται στην προσαύξηση (premium) που χρεώνουν τις εταιρίες εμπορίας και τους μεγάλους τελικούς καταναλωτές, τόσο στην εγχώρια αγορά (βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης, θέρμανσης) όσο και στη διεθνή αγορά (αεροπορικά, ναυτιλιακά καύσιμα), και να γνωστοποιούν τα στοιχεία αυτά στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας και στο Υπουργείο Ανάπτυξης.

5. Να δοθεί άμεσα, στο πλαίσιο και της επικείμενης ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2009/119/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο, η δυνατότητα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ποσοστό μέχρι και 30%, ανεξάρτητα από τη σύσταση Οργανισμού Τήρησης Αποθεμάτων Ασφαλείας.

Το θέμα αυτό  εγείρει πολλά ερωτηματικά ως προς την ωφελιμότητα του και ως προς την πραγματική και όχι εικονική τήρηση.

7. Να καταργηθεί η απαίτηση ελάχιστου κεφαλαίου για τη χορήγηση αδειών εμπορίας καυσίμων (άρθρο 6 παρ. 5 περ. β΄ ν. 3054/2002), δεδομένου ότι η εν λόγω απαίτηση δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τελεί σε εύλογη αναλογία με τυχόν επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος (λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι αντίστοιχος περιορισμός δεν κρίθηκε πρόσφορος και αναγκαίος για άλλο στάδιο της παραγωγικής και εφοδιαστικής αλυσίδας).

10. Να θεσπιστεί η υποχρεωτική σύναψη γραπτών συμβάσεων μεταξύ εταιριών χονδρικής και λιανικής εμπορίας υγρών καυσίμων (με βάση σχετική σύμβαση), στις οποίες θα αποτυπώνεται εκ των προτέρων, η πιστωτική πολιτική και η πολιτική παροχών και εκπτώσεων. Θα περιλαμβάνονται, επίσης, ρήτρες αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο απόσβεσης τυχόν επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τις εταιρίες εμπορίας προς τις επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας, και θα προσδιορίζονται κατά τρόπο διαφανή τυχόν επιπτώσεις της απόσβεσης του κόστους επενδύσεων στις πολιτικές παροχών και εκπτώσεων των εταιριών εμπορίας προς τις επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας.

Η παραπάνω υποχρέωση έχει θεσπιστεί ήδη εν μέρει αλλά αποδείχτηκε ανεπαρκής γιατί είναι εύκολη η νομιμοφανής αποφυγής της.

12. Να καταργηθεί η υποχρέωση αποθήκευσης προϊόντων δύο τουλάχιστον κατηγοριών από τα Ελαφρά, Μεσαία και Βαρέα κλάσματα πετρελαίου προκειμένου να χορηγηθεί άδεια χονδρικής εμπορίας (άρθρο 6 παρ. 6 ν. 3054/2002).

13. Να προσδιορισθεί σε κατ’ ανώτατο όριο 7000 κυβικά μέτρα ο απαιτούμενος ελάχιστος όγκος αποθηκευτικών χώρων για τη χορήγηση αδειών εμπορίας καυσίμων κατηγορίας Α΄ (άρθρο 6 παρ. 5 περ. β΄ ν. 3054/2002). Για τις μικρές νησιωτικές ή /και τις απομακρυσμένες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας θα μπορούν να χορηγούνται σχετικές τοπικές άδειες, χωρίς απαίτηση ύπαρξης ελάχιστου αποθηκευτικού όγκου.

Οι προτάσεις 7, 12, 13 εγείρουν την αντίρρηση των εταιρειών εμπορίας διότι θεωρούν ότι ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου για να νομιμοποιηθεί κάθε στοιχείο που επιβουλεύεται την αγορά.

Πιο συγκεκριμένα σε ανακοίνωση του συνδέσμου των εταιρειών (ΣΕΕΠΕ) αναφέρεται μεταξύ άλλων:
«Βασικός παράγοντας για την ύπαρξη υγιούς ανταγωνισμού, αλλά και εξασφάλισης της ομαλής διακίνησης των καυσίμων, όπως άλλωστε προβλέπεται και στο άρθρο 2 του ν.3054/2002, είναι η διατήρηση των προϋποθέσεων διοικητικής αδειοδοτήσεως για την εμπορία πετρελαιοειδών, δεδομένου ότι «… συντρέχουν προς τούτο λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, και κυρίως η προστασία της εθνικής ασφάλειας, η διασφάλιση της ενεργειακής τροφοδοσίας, της ασφαλούς λειτουργίας της αδειοδοτούμενης δραστηριότητας και της αποδοτικής λειτουργίας της αγοράς εν γένει προς όφελος των καταναλωτών, η προστασία του περιβάλλοντος, η υλοποίηση του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας, καθώς και η καταπολέμηση φαινομένων λαθρεμπορίας, νοθείας και φοροδιαφυγής, ενώ πληρούται και η αρχή της αναλογικότητας, αφού η διατήρηση της προηγούμενης διοικητικής άδειας είναι πρόσφορη, αναγκαία και τελεί σε εύλογη αναλογία προς τους επιδιωκόμενους αυτούς σκοπούς» (επιστολή Επιτροπής Ανταγωνισμού προς Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής 18/9/2012).
Συγκεκριμένα για τα μέτρα που προτείνει η Επιτροπή Ανταγωνισμού για το στάδιο χονδρικής εμπορίας, ενώ συμφωνούμε με τα περισσότερα, θεωρούμε ότι με τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 7, 12 και 13 σχετικά με τη διευκόλυνση, σε επίπεδο προϋποθέσεων διοικητικής αδειοδότησης, τόσο στο μετοχικό κεφάλαιο όσο και στους αποθηκευτικούς χώρους, δεν διασφαλίζεται η ασφαλής και αποδοτική λειτουργία της αγοράς, προς όφελος των καταναλωτών, καθώς και η καταπολέμηση των φαινομένων λαθρεμπορίας, νοθείας και φοροδιαφυγής.»

17. Να καταργηθεί ο περιορισμός μέγιστου αριθμού αδειών κυκλοφορίας των βυτιοφόρων οχημάτων ΙΧ που επιτρέπεται να χορηγηθούν σε πρατηριούχους υγρών καυσίμων (άρθρο 2 Υπουργικής Απόφασης Α8/36824/3042/2008).

21. Να καταργηθεί ο περιορισμός μέγιστου αριθμού αδειών κυκλοφορίας των βυτιοφόρων οχημάτων ΙΧ που επιτρέπεται να χορηγηθούν σε πωλητές πετρελαίου θέρμανσης (άρθρο 2 Υπουργικής Απόφασης Α8/οικ3895/276).

24. Να τοποθετηθούν ειδικοί ηλεκτρονικοί πίνακες κατά μήκος των εθνικών αυτοκινητοδρόμων προς ενημέρωση των διερχομένων οδηγών για τη λιανική τιμή πώλησης των υγρών καυσίμων (απλή αμόλυβδη και πετρέλαιο κίνησης) στα επόμενα τρία (3) πρατήρια (από το σημείο τοποθέτησης του ειδικού ηλεκτρονικού πίνακα), καθώς και για τη χιλιομετρική απόσταση από αυτά.

26. Να τροποποιηθεί το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 3054/2002, κατά τρόπο ώστε να αποσαφηνιστεί ότι οι πωλητές πετρελαίου θέρμανσης που δεν διαθέτουν αποθηκευτικές εγκαταστάσεις δύνανται να προμηθεύονται τα προϊόντα αυτά, τόσο από άλλους πωλητές πετρελαίου θέρμανσης με εγκαταστάσεις όσο και από οποιαδήποτε άλλη εταιρία πετρελαιοειδών (διύλισης και εμπορίας) με εγκαταστάσεις.

Η πρόταση της αδειοδότησης των πωλητών πετρελαίου θέρμανσης χωρίς αποθηκευτικούς χώρους προκάλεσε άμεση αντίδραση της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών η οποία σε σχετική επιστολή προς τον υπουργό Ανάπτυξης κ, Κ. Χατζηδάκη αναφέρει: 
«Θεωρούμε ότι τυχόν υλοποίηση αυτής της πρότασης θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και θα ενισχύσει  στην πράξη το παραεμπόριο – λαθρεμπόριο.
Σημειώνουμε οι σύμφωνα με την ΥΑ Αριθμ. Δ2/Α/Φ.8/11287/06 (ΦΕΚ – 771 Β/28-6-2006):
ii. «Κάτοχοι Άδειας Πωλητή Πετρελαίου Θέρμανσης οι οποίοι δεν διαθέτουν αποθηκευτικούς χώρους, οφείλουν να εξασφαλίσουν τη διαθεσιμότητα αποθηκευτικών χώ­ρων με ελάχιστη χωρητικότητα 200 κυβικών μέτρων ανά εγκατάσταση έως τις 30.6.2008 και να υποβάλλουν τη σχετική άδεια λειτουργίας των αποθηκευτικών χώρων στην Αδειοδοτούσα Αρχή εντός δέκα (10) ημερών από τη χορήγηση αυτής.»

Η απόφαση αυτή ελήφθη προκειμένου να ελεγχθούν οι ως άνω ασκούντες την επιχείρηση μεταπωλητή πετρελαίου θέρμανσης από περιπτώσεις λαθρεμπορίας και έκτοτε ανανεώνεται η παράταση της υλοποίησής της κάθε χρόνο χωρίς κανένα λόγο. Οι μεταπωλητές αυτοί δεν διαθέτουν αποθηκευτικούς χώρους και έδρα με αποτέλεσμα να είναι πρακτικώς αδύνατος ο έλεγχός τους.

Επί πλέον δεν είναι νοητό να μην προβλέπεται και για τους μεταπωλητές πετρελαίου θέρμανσης η εγκατάσταση συστημάτων ηλεκτρονικού ελέγχου εισροών – εκροών από τη στιγμή που η Ε.Α. το προτείνει, και σωστά, για όλα τα στάδια και είναι προϋπόθεση για κάθε νόμιμο επιχειρηματία στον χώρο της αγοράς καυσίμων. Πως όμως σε μεταπωλητές χωρίς έδρα και αποθηκευτικούς χώρους θα γίνει δυνατή εγκατάσταση παρόμοιων συστημάτων; Είναι προφανές ότι έτσι η αγορά θα έχει μια «μαύρη τρύπα» λαθρεμπορίου η οποία δεν θα μπορεί να αντιμετωπισθεί.»

29. Να καταργηθεί η δυνατότητα επιβολής κατώτατης τιμής πώλησης στους καταναλωτές (άρθρο 20 παρ. 5 ν. 3054/2002).

Η παραπάνω πρόταση εγείρει πολλά ερωτηματικά δεδομένου ότι το άρθρο 20 καταργήθηκε με το N. 4072/12 (ΦΕΚ 86 Α/11-4-2012) : «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος». Ωστόσο η ύπαρξη έστω δυνητικής περίπτωσης εφαρμογής κατώτατης τιμής αποτελεί έσχατο όριο προστασίας της αγοράς από αθέμιτες πρακτικές ανταγωνισμού σε είδη που αυτές είναι εφικτές όπως τα καύσιμα. Στην αγορά παρατηρήθηκαν περιπτώσεις τιμών κατώτερες των διυλιστηρίων(!) πράγμα που θα έπρεπε να κινητοποιήσει τις υπηρεσίες ελέγχου.