Εξαγορά μετοχών μειοψηφίας από την ανώνυμη εταιρία

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Με την εξειδίκευση των όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι δυνατή η άσκηση αγωγής από μετόχους, που εκπροσωπούν την μειοψηφία για την εξαγορά των μετοχών τους από την ίδια την ανώνυμη εταιρεία, ασχολήθηκε η υπ. αριθμ. 817/2018 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ερμηνεύοντας την σχετική διάταξη του άρθρου 49α του προϊσχύσαντος Ν.2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρείες, (ήδη δε  αντίστοιχη και όμοια διάταξη αυτή του άρθρου 45 του νέου νόμου για τις ανώνυμες εταιρίες  δηλαδή του Ν.4548/2018).

Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49α του Ν.2190/1920 στις περιπτώσεις, που ορίζονται στην παράγραφο 2, ένας ή περισσότεροι μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν με αγωγή την εξαγορά των μετοχών τους από την εταιρεία, εάν εκ των λόγων αυτών η παραμονή τους σε αυτή καθίσταται, κατά τρόπο προφανή, ιδιαίτερα ασύμφορη. Αρμόδιο δικαστήριο καθορίζεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, της έδρας της εταιρείας. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται υπό την προϋπόθεση ότι, οι αιτούντες μέτοχοι παρέστησαν στην Γενική Συνέλευση και αντιτάχθηκαν στη λήψη της σχετικής απόφασης, εκτός αν ο λόγος της εξαγοράς δεν σχετίζεται με την απόφαση . Εξαγορά μπορεί να ζητηθεί : α) αν η Γενική Συνέλευση αποφάσισε την μεταφορά της έδρας της εταιρείας σε άλλο κράτος, β) αν η Γενική Συνέλευση αποφάσισε την εισαγωγή περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, ή την αλλαγή του σκοπού της εταιρείας,. γ) σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει και σχετική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής.

Με την παραπάνω διάταξη προβλέπεται δικαίωμα μετόχου της μειοψηφίας να ζητήσει με αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας, την εξαγορά των μετοχών του από την ίδια την εταιρεία. Ουσιαστικά πρόκειται για νομοθετική ικανοποίηση της ανάγκης της μειοψηφίας να εξέλθει από την ανώνυμη εταιρεία, χωρίς όμως η αποχώρηση της να προκαλέσει ζημία για τα συμφέροντα της εταιρείας .Το ανωτέρω άρθρο εισάγει συγκεκριμένες αυστηρές και εξαιρετικά περιορισμένες προϋποθέσεις, βάσει των οποίων ασκείται το ανωτέρω δικαίωμα, οι οποίες είναι συστατικές, περιοριστικές και αποκλειστικές αυτού του δικαιώματος .Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που τίθενται από το νομοθέτη για την κατ’ άρθρο 49α του Ν.2190/1920 (ήδη άρθρο 45 του Ν.4548/2018 ) εξαγορά είναι τρεις .: 1) Η άσκηση του δικαιώματος από μέτοχο της μειοψηφίας, αφού ο συνδυασμός των περαιτέρώ προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, να ληφθεί δηλαδή απόφαση από τη Γενική Συνέλευση για την μεταβολή που καθιστά ασύμφορη την παραμονή του αιτουμένου την εξαγορά  μετόχου και να έχει αντιταχθεί αυτός στη λήψη της, αποτρέπει το ενδεχόμενο να ασκηθεί το δικαίωμα αποχώρησης και μεταβίβασης των μετοχών από την πλειοψηφία της ανώνυμης εταιρείας, 2) Το προφανώς και ιδιαίτερα ασύμφορο τη; διατήρησης της μετοχικής σχέσης για το μέτοχο που ασκεί το σχετικό δικαίωμα. Ουσιαστικά, με την εισαγωγή της ανωτέρω προϋπόθεσης στο νόμο, αποκρυσταλλώνεται και εξειδικεύεται η αρχή της καλής πίστης, η οποία επιβάλλει να αποδεσμεύεται το συμβαλλόμενο  μέρος από μία διαρκή σύμβαση, όπως είναι η εταιρική, σε περίπτωση που η διατήρηση της είναι δυσβάστακτη για αυτό.

Η αξιολόγηση του κατά πόσον η συνέχιση της μετοχικής σχέσης είναι ασύμφορη, ή μη, δεν κρίνεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του μετόχου της μειοψηφίας, ή τα υποκειμενικά συμφέροντα της εταιρείας, αλλά με βάση την αντικειμενική κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου, σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα στοιχεία του προσώπου του μετόχου, καθώς και με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και τις ιδιαιτερότητες του λόγου, με βάση τον οποίο ο μέτοχος της μειοψηφίας κινητοποίησε το μηχανισμό της εξαγοράς των μετοχών του από την εταιρεία. Ωστόσο, το απλό ασύμφορο της παραμονής του μετόχου στην εταιρεία δεν αρκεί για την θεμελίωση της παραπάνω δεύτερης προϋπόθεσης. Η διάταξη αναφέρει, πως η παραμονή του μετόχου στην εταιρεία πρέπει να καθίσταται ασύμφορη, κατά τρόπο προφανή και μάλιστα ιδιαίτερα ασύμφορη. Με το στοιχείο του ιδιαίτερα ασύμφορου χαρακτήρα της παραμονής ο νομοθέτης επιδιώκει να συγκεκριμενοποιήσει τον βαθμό στον οποίο πρέπει η παραμονή να μην είναι πλέον ανεκτή και αναμενόμενη για το μέτοχο της μειοψηφίας, ώστε να δικαιολογείται η απόκτηση των μετοχών του από την εταιρεία .Προκειμένου να τύχει εφαρμογής το ως άνω άρθρο πρέπει η παραμονή του να επιφέρει σημαντική επιβάρυνση του και να καθίστά ιδιαιτέρως δυσμενή τη θέση του, να εμπεριέχει δηλαδή έντονα αρνητικές συνέπειες σε σύγκριση με την κατάσταση που υπήρχε, πριν από την εμφάνιση του λόγου, που προκαλεί την αποχώρηση του. Το γεγονός δε πως με την ανωτέρω διάταξη του νόμου η παραμονή πρέπει να είναι ιδιαίτερα ασύμφορη για το μέτοχο, κατά τρόπο προφανή, επιτείνει καθοριστικά το βαθμό δυσκολίας στην αποδοχή της προϋπόθεση του ασύμφορου, διότι απαιτείται η έντονη εξωτερίκευση της δυσμενούς θέσης του μετόχου στην εταιρεία, με βάση το λόγο που επικαλείται για την έξοδο του. Το ασύμφορο της παραμονής του απαιτείται να ενέχει σε τέτοιο βαθμό αρνητική χροιά, ώστε να αίρεται κάθε αμφισβήτηση για το ασύμφορο της. Συνεπώς πρέπει τα επικαλούμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά και τα αποδεικτικά στοιχεία στη συνέχεια να καθιστούν προδήλως και πέραν πάσης αμφιβολίας, μη ανεκτή, τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης για το μέτοχο. Η συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ερευνάται από το Δικαστήριο στενά, διότι το όλο άρθρο εισάγει εξαιρετική ρύθμιση, αφού ο αποδέκτης – αγοραστής των μετοχών είναι η ίδια η ανώνυμη εταιρεία και ο νομοθέτης διακρίνεται, ενόψει και του άρθρου 16 του Ν.2190/1920 από ιδιαίτερη απροθυμία να επιβάλλει στην ανώνυμη εταιρεία την απόκτηση των δικών της μετοχών, για μη επιτακτικούς και εξαιρετικούς λόγους. Για αυτή ακριβώς την αιτία κρίθηκε από το νομοθέτη αναγκαία και η παρέμβαση του Δικαστηρίου, προκειμένου να ελεγχθεί η συνδρομή  των προϋποθέσεων εξαγοράς και να αποτραπεί η αλόγιστη αγορά μετοχών από την εταιρεία.

Η τρίτη προϋπόθεση απαιτεί τη συνδρομή μίας από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 περιστάσεις, δηλαδή, είτε να έχει αποφασίσει η Γενική Συνέλευση τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας σε άλλο κράτος, ή την εισαγωγή περιορισμών στην μεταβίβαση των μετοχών, ή την αλλαγή του σκοπού της εταιρείας, είτε να συντρέχουν άλλες περιπτώσεις προβλεπόμενες από το καταστατικό, ως παραγωγικές του σχετικού δικαιώματος της εξαγοράς, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι ορίζεται σε αυτό και η προθεσμία για τη άσκηση της σχετικής αγωγής. Αυτονόητο είναι ενόψει της διατύπωσης των ανωτέρω διατάξεων, ότι η τρίτη αυτή προϋπόθεση πρέπει να υφίσταται αθροιστικά και συμπλεκτικά με τις υπόλοιπες για να γεννηθεί το δικαίωμα του μετόχου της μειοψηφίας να αιτηθεί την εξαγορά των μετοχών του από την εταιρεία. Έτσι, το προφανώς και ιδιαίτερα ασύμφορο της παραμονής του μετόχου στη μετοχική σύνθεση  δεν αρκεί από μόνο του, κατά την σαφή βούληση του νομοθέτη, για να θεμελιώσει το δικαίωμα εξαγοράς. Και τούτο διότι, κατά τη στάθμιση και την προσπάθεια εξισσρρόπησης των αντικρουομένων συμφερόντων, αφενός μεν του μετόχου της μειοψηφίας, προς απαλλαγή του από τη μετοχική ιδιότητα, όταν αυτή δεν του προσφέρει επιλογές και του προκαλεί ακόμα και σημαντικές ζημιές, αφετέρου δε, των εταιρικών δανειστών, αλλά και της ίδιας της εταιρείας, προς διαφύλαξη της εταιρικής περιουσίας, μη καταναλωτέας κατ’ αρχή προς αγορά ιδίων μετοχών, επιλέχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, η ενδιάμεση λύση, της παροχής μεν στο μέτοχο του δικαιώματος να απαιτήσει την εξαγορά των μετοχών του σε περιορισμένες όμως εκ των προτέρων περιπτώσεις και ειδικότερα, μόνο εφόσον συντρέχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται ρητώς στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 49α, ή άλλος λόγος προβλεπόμενος από το καταστατικό.

Η αθροιστική συνδρομή των ως άνω τριών προϋποθέσεων αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα, που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης, για να αποφύγει την καταστρατήγηση της βασικής επιλογής τους, που δεν κατατείνει πλέον στον αποκλεισμό της; απόκτησης από την εταιρεία των δικών της μετοχών, αλλά στην επιδίωξη να καταστεί η απόκτηση αυτή ιδιαιτέρως δυσχερής και επιβαλλόμενη, ή επιτρεπόμενη, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα. Ο λόγος μάλιστα, που προβλέπεται από την παράγραφο 2 και που απαιτείται να συντρέχει σε κάθε περίπτωση προς θεμελίωση του δικαιώματος του μετόχου προς εξαγορά  πρέπει να αποτελεί την αιτία για το προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορο τη; διατήρησης των μετοχών, όπως σαφώς συνάγεται από τη διατύπωση της πρώτης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου (εάν εκ των λόγων αυτών η παραμονή τους καθίσταται κατά τρόπο προφανή  ιδιαίτερα ασύμφορη).

Περαιτέρω, η απαρίθμηση στο νομοθετικό κείμενο των συγκεκριμένων λόγων για να υποβληθεί το αίτημα εξαγοράς, ακόμα και αν αυτοί δεν προβλέπονται από το Καταστατικό, παρέχει  κατ’ αρχήν ένα μέτρο για τη σπουδαιότητα που πρέπει να έχουν τυχόν προβλεπόμενοι στο καταστατικό λόγοι για αν γεννηθεί το δικαίωμα εξαγοράς, ενώ ταυτοχρόνως, υποδηλώνει σαφώς και ότι οι καταστατικοί λόγοι αποχώρησης πρέπει να αναφέρονται σε ουσιώδεις μεταβολές στην κατάσταση της εταιρείας, που τελούν σε σχέση αιτίας και αιτιατού με το προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορο της παραμονής του μετόχου σε αυτήν .Ο νομοθέτης επέλεξε μάλιστα επί ανώνυμης εταιρείας την επιβαλλόμενη πάντοτε εκ των προτέρων εξειδίκευση των λόγων, που δικαιολογούν το δικαίωμα εξαγοράς  είτε βάση των δικών του ανωτέρω προβλέψεων (μεταφορά της έδρας της εταιρείας κ.λ.π.), είτε βάση προβλέψεων του καταστατικού, σε αντίθεση με την επιλογή που ακολουθήθηκε για τη δυνατότητα εξόδου εταίρου ΕΠΕ, για την οποία προβλέπονται με το άρθρο 33 παρ. 1 και 2 του Ν.3190/1955, είτε λόγοι προβλεπόμενοι από το καταστατικό, υπό ορισμένες όμως προϋποθέσεις και πάλι, είτε λόγιο μη καθορισμένοι εκ των προτέρων, που θα κριθούν όμως, ως σπουδαίοι, από το Δικαστήριο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των σχετικών διατάξεων των δύο νομοθετημάτων δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην διαφοροποίηση των δύο εταιρικών τύπων και στον αμιγώς κεφαλαιουχικό χαρακτήρα της ανώνυμης εταιρείας, ενώ η ΕΠΕ, διακρίνεται παρά τον κεφαλαιουχικό της χαρακτήρα και από προσωπικά στοιχεία, τα οποία επιβάλουν διαφορετική μεταχείριση, ως προς τη δυνατότητα εξόδου. Έτσι, στην περίπτωση της ανώνυμες εταιρείας, στην οποία μάλιστα η έξοδος του εταίρου δια της μεταβιβάσεως των μετοχών του σε τρίτους μπορεί να επιτευχθεί ευκολότερα από τη μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου σε ΕΠΕ, αποκλείσθηκε η δυνατότητα του εταίρου να προσφύγει στο Δικαστήριο επικαλούμενος έναν οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο, που δεν προβλέπεται από το νόμο, ή το καταστατικό, προκειμένου να επιτύχει την εξαγορά των μετοχών του από την εταιρεία, ενώ αν το καταστατικό δεν προβλέπει συγκεκριμένους λόγους, που να γεννούν τέτοιο δικαίωμα του, η απαρίθμηση των λόγων στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου καθίσταται περιοριστική και δεν παρέχεται, ενόψει των συγκεκριμένων ρυθμίσεων, η δυνατότητα να διαταχθεί η εξαγορά μετοχών, για οποιονδήποτε μη καθοριζόμενο στο νόμο ή το καταστατικό, έστω και σπουδαίο λόγο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 33 του Ν.3190/1955, η οποία θα οδηγούσε σε contra legem λύσεις.

Περαιτέρω, στο ως άνω άρθρο προβλέπονται και δύο άλλες τυπικές, κατά κύριο λόγο, προϋποθέσεις, για τη νόμιμη υποβολή του αιτήματος εξαγοράς  από το μέτοχο. Απαιτείται αυτός να έχει παρασταθεί στη Γενική Συνέλευση της εταιρείας και να έχει αντιταχθεί στη λήψη της σχετικής απόφασης (η οποία τυχόν επέφερε την μεταβολή, που αποτελεί το λόγο του ασύμφορου της συνέχισης της παραμονής του, ως μετόχου), προϋπόθεση που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί, όταν δεν χώρησε νομότυπη κλήτευση, ενώ προβλέπεται προς άσκηση της αγωγής  και τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία από τη συντέλεση της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού. Οι τελευταίες σχετικές αυτές προϋποθέσεις δεν απαιτείται βεβαίως να συντρέχουν, εάν ο μέτοχος αιτείται την εξαγορά για οριζόμενο στο καταστατικό λόγο, που αναφέρεται σε μεταβολή της κατάστασης της εταιρείας, για την οποία δεν λαμβάνεται απόφαση από τη Γενική Συνέλευση. Σε αυτή όμως την τελευταία περίπτωση, που δεν αποκλείεται από το νόμο, πρέπει για λόγους ταχείας εκκαθάρισης των σχέσεων και των υποχρεώσεων που δημιουργούνται, τα καταστατικό να προβλέπει προθεσμία προς άσκηση της ανωτέρω αγωγής και έγερση της, εντός της οριζόμενης προθεσμίας.

Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα προηγούμενα, η απλή πρόβλεψη σε καταστατικό ανώνυμης εταιρείας ότι, ο μέτοχος μπορεί να ζητήσει εξαγορά των μετοχών του από την εταιρεία, η οποία υποχρεούται να τις αγοράσει, χωρίς να προβλέπονται όμως σε αυτό οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να το πράξει και χωρίς να συντρέχουν οι συγκεκριμένοι απαριθμούμενοι στην παρ. 2 περ. α και β του άρθρου 49α του Ν.2190/1920 λόγοι, δεν θεμελιώνει δικαίωμα του να ασκήσει αγωγή ζητώντας την εξαγορά τους, ούτε αντίστοιχη υποχρέωση της εταιρείας. Μόνη δε η επίκλήση του, χωρίς όμως να συντρέχει ένας από τους ως άνω προβλεπόμενους από το νόμο, ή το καταστατικό, λόγους, που να δικαιολογεί το προφανές και ιδιαίτερα ασύμφορο της παραμονής αυτής, καθιστά τη σχετική αγωγή, (με την οποία ζητείται  να υποχρεωθεί η εταιρεία στην εξαγορά), μη νόμιμη, λόγω μη συνδρομής των συμπλεκτικώς τασσομένων από το νόμο, ως άνω προϋποθέσεων.