Εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη – Αντιτάξιμες ενστάσεις ασφαλιστή – Αναγωγικό δικαίωμα

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Με αρκετές αποφάσεις τους το τελευταίο χρονικό διάστημα, τα Δικαστήρια της ουσίας είχαν απορρίψει παρεπίμπτουσες αγωγές ασφαλιστικών εταιρειών, που στρέφονταν αναγωγικά κατά οδηγών ασφαλισμένων από αυτές οχημάτων, που προκάλεσαν τροχαία ατυχήματα, οδηγώντας χωρίς να κατέχουν την απαραίτητη εκ του νόμου άδεια οδήγησης, με την αιτιολογία ότι, θα πρέπει κατά περίπτωση να εξετάζεται η τυχόν ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και της έλλειψης κατοχής από τον υπαίτιο  οδηγό της αναγκαίας άδειας ικανότητας οδήγησης του ζημιογόνου οχήματος.

Την παραπάνω αμφιβολία περί της βασιμότητας του αναγωγικού δικαιώματος της ασφαλιστικής εταιρείας ήρθε να άρει η σχετική ως άνω απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης που άσκησε ασφαλιστική εταιρεία, κατά απόφασης Εφετείου, που δικαίωνε τον υπαίτιο οδηγό, που δεν κατείχε την εκ του νόμου προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και απέρριπτε την παρεπίμπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας σε βάρος του.

Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης:

Κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν.489/1976 ( ΠΔ 237/1986), με την επιφύλαξη της άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6β παρ. 1α του Ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν.3557/2007 (ΦΕΚ Α 100/14-5-2007), εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες, που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος στερείται άδεια οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος, που οδηγεί. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει σαφώς ότι, για την εφαρμογή της δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος και αρκούσε το γεγονός και μόνο ότι, αυτός δεν διαθέτει κατά τον χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδήγησης. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται, αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφάλισης, να απαιτήσει από αυτούς όσα κατέβαλε, ή θα καταβάλλει στον παθόντα τρίτο . Έτσι, αν η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παράβαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία ο νόμος αξιώνει.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την επικουρική έφεση της ανιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς σε σχέση με αυτήν και την εξ αναγωγής απαίτησης της κατά του υπαιτίου του ατυχήματος οδηγού, δέχτηκε εσφαλμένα τα εξής:

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 του Ν.3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 14/5/2007, καταργήθηκε η υπ. αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ενώ με την διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο ΠΔ 237/1986, που ορίζει ότι: 1) Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται : α) από οδηγό ο οποίος στερείται την άδεια οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο, για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ ( Ν.2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν τους λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, δεν αποτελούν αυτοσκοπούς, αλλά λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, αν η επιδειχθείσα από αυτόν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφορά επιδρά στο ζημιογόνο γεγονός και αποτέλεσμα, την κάλυψη του οποίου  έχει αναλάβει με τη σύμβαση ασφάλισης ο ασφαλιστής. Οι προβλεπόμενοι στα εδάφια β και γ ΄λόγοι απαλλαγής απαιτούν και κατά την γραμματική τους διατύπωση για την ενεργοποίηση τους, ως προϋπόθεση, τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ : α) της ανάλωσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και του ατυχήματος και β) τη; διαφορετικής χρήσης του αυτοκινήτου, από αυτή που αναγράφεται  στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο του οχήματος. Ανάλογη ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας δεν περιέχει η περίπτωση α (έλλειψη άδειας οδήγησης), όπως προκύπτει από την γραμματική διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης Οι δύο λόγοι απαλλαγής ( β και γ) δεν έχουν  διαφορετική νομική φύση από το λόγο απαλλαγής της περίπτωσης α . Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη αντιλαμβάνεται τους άνω λόγους απαλλαγής ή εξαίρεσης, ως κεκαλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη άδειας στο πρόσωπο του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, αλλά τούτο επέρχεται, εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος.

Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 6β της παρ. 1 εδ. α του  Ν.489/1976 (έλλειψη ικανότητας οδήγησης). Τέτοια, κατά κανόνα θα συντρέχει, όταν οι συνθήκες και οι περιστάσεις φέρουν τυπικά στοιχεία ατυχήματος, ανικάνου προς οδήγηση προσώπου, ως στερούμενου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού π.χ. αδικαιολογήτως υψηλή ταχύτητα πέραν του ορίου, αδικαιολόγητη κίνηση στο αντίθετο ρεύμα,  οφιοειδής κίνηση του αυτοκινήτου, μη αντίληψη ευκρινούς στροφής κ.λ.π. Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας και ο ασφαλιστής επικαλούμενος τις συνθήκες του ατυχήματος προς απόδειξη του λόγου απαλλαγής του, θεωρείται ότι, ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο σε αυτόν, σχετικό βάρος απόδειξης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε ότι, το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε συνάψει με αυτήν ο κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Με το ασφαλιστήριο αυτό η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού, για τις ζημίες που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του. Η ασφαλιστική σύμβαση διέπονταν από τις διατάξεις του ΠΔ 237/1986, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 6β, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται   από την ασφαλιστική κάλυψη οι ζημίες που προκαλούνται από ατύχημα,  κατά το χρόνο, που ο οδηγός δεν κατείχε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, ενώ σύμφωνα με σχετικό όρο του ως άνω ασφαλιστηρίου ο ασφαλισμένος έλαβε γνώση των γενικών και ειδικών όρων, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου, μεταξύ των οποίων και ο παραπάνω όρος . Έτσι κατέστησαν αυτοί συμβατικοί όροι και ως τέτοιοι ήταν δεσμευτικοί και για τον κύριο του ζημιογόνου οχήματος, ο οποίος σε κάθε περίπτωση αποδέχτηκε σιωπηρά αυτούς, αφού κατέβαλε τα ασφάλιστρα, παρέλαβε δε και χρησιμοποίησε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ο εναγόμενος οδηγός οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα (φορτηγό), στερούμενος της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας οδήγησης, καθόσον η επαγγελματική άδεια οδήγησης του, που κατείχε από το έτος 1984, του είχε αφαιρεθεί από την Τροχαία και για χρονικό διάστημα πέντε ετών, για παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος). Ωστόσο, – όπως εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο – δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός, της μη κατοχής από τον παρεπιμπτόντως εναγόμενο, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας οδήγησης, λόγω αφαίρεσης αυτής, επέδρασε στην αμελή συμπεριφορά του, ως οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (παράβαση των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ) και ότι, συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος. Και τούτο διότι αυτός, είχε την ικανότητα να οδηγεί, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι, ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης από το έτος 1984 και εργάζονταν, ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγών και εκ του ότι, αμέσως μετά τη λήξη της πενταετίας, προέβη στην ανανέωση της επαγγελματικής άδειας οδήγησης του. Επίσης, το ατύχημα δεν έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις, που καταδεικνύουν ανικανότητα στο πρόσωπο του εναγομένου να οδηγεί, ως στερούμενου της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατείχε άδεια οδήγησης, που του είχε αφαιρεθεί, λόγω παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ  και δεν είχε παρέλθει μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ο χρόνος της παρεπόμενης αυτής ποινής.

Έτσι το Εφετείο έκρινε ότι, δεν συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση του όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του ατυχήματος να μην καλύπτεται από την παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και για το λόγο αυτό απέρριψε την παρεπιίμτουσα αγωγή τη; ασφαλιστικής εταιρείας, που στρέφονταν αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος.

Όμως έτσι κρίνοντας το Εφετείο, απαιτώντας δηλαδή για την εφαρμογή του άρθρου 6β παρ. 1α του ΠΔ 237/1986 και τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της έλλειψης άδειας οδήγησης και της ζημίας που προκάλεσε στο ανωτέρω τροχαίο ατύχημα ο ασφαλισμένος της  αναιρεσειουσας ασφαλιστικής εταιρείας οδηγός, παραβίασε ευθέως την διάταξη αυτή, αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η ευθεία παράβαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1α του ΠΔ 237/1986 είναι βάσιμος και πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο ( Εφετείο ) που θα δικάσει με άλλη σύνθεση την υπόθεση.