Ψηφιακός Βοηθός Ε.Ε.Α.

Γ. Χατζηθεοδοσίου: Η Κωνσταντινούπολη συνεχίζει να μας δείχνει το δρόμο στο μέλλον

Μοιράσου το στο

Γ. Χατζηθεοδοσίου: Η Κωνσταντινούπολη συνεχίζει να μας δείχνει το δρόμο στο μέλλον

Σε έντονα συγκινησιακά φορτισμένο κλίμα πραγματοποιήθηκε, με μεγάλη επιτυχία και συμμετοχή, η εκδήλωση μνήμης, αφιερωμένη στον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, που συνδιοργάνωσαν το Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ίδρυμα Ελληνισμού της Διασποράς, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, ο Σύλλογος Επιστημόνων Χαλανδρίου «Ευριπίδης» και η Πανελλαδική Οργάνωση Γυναικών «Παναθηναϊκή», τη Δευτέρα 26 Μαΐου 2025 στο Πολεμικό Μουσείο – Αίθουσα «Ιωάννης Καποδίστριας».

Στην ομιλία του, ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου αναφέρθηκε με συγκίνηση στον συμβολισμό της Κωνσταντινούπολης ως λίκνο της Ορθοδοξίας και ιερό τόπο μνήμης για τον Ελληνισμό, τιμώντας τη συμβολή των Κωνσταντινουπολιτών και των προσφύγων στη σύγχρονη Ελλάδα και τονίζοντας το διαχρονικό τους αποτύπωμα στον πολιτισμό, την οικονομία και την κοινωνική συνοχή. Μέσα από προσωπικές αναφορές και ιστορικές μνήμες, ανέδειξε τη σημασία της διατήρησης της συλλογικής μνήμης και της μεταλαμπάδευσής της στις επόμενες γενιές, όχι ως βάρος, αλλά ως φλόγα που συνεχίζει να καίει στις καρδιές των Ελλήνων.

 

Η βραδιά περιελάμβανε ομιλίες, αφηγήσεις, απαγγελίες, μουσικές και θεατρικές παρεμβάσεις, με στόχο την ιστορική αναβίωση και απόδοση τιμής στον πολιτισμό, την προσφορά και τη μακραίωνη παρουσία του Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη.

Ιδιαίτερα ξεχωριστή στιγμή της εκδήλωσης αποτέλεσαν οι επιβλητικοί ποντιακοί χοροί από το χορευτικό συγκρότημα της Ευξείνου Λέσχης Αθηνών, που με τη δυναμική παρουσία και τις παραδοσιακές κινήσεις τους μετέφεραν το κοινό στο πνεύμα και το πάθος του ποντιακού ελληνισμού.

Ακολουθεί η ομιλία του Προέδρου του Ε.Ε.Α.:

Κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ πολύ τους διοργανωτές για την πρόσκληση και τους συγχαίρω για την πρωτοβουλία τους που στοχεύει να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη.

Ξέρετε, υπάρχουν κάποια ονόματα, κάποιες λέξεις που δεν χρειάζονται επεξηγήσεις. Φτάνουν όμως κατευθείαν στην καρδιά μας. Είναι κομμάτι του υποσυνείδητου μας. Ένα τέτοιο όνομα ή μάλλον μία τέτοια ιδέα, μία τέτοια αίσθηση, είναι για εμάς τους Έλληνες η Κωνσταντινούπολη.

Δεν είναι απλώς μια πόλη. Δεν είναι μόνο το γεωγραφικό σταυροδρόμι της Ανατολής και της Δύσης. Δεν είναι απλά η γέφυρα των πολιτισμών. Είναι το σύμβολο του χαμένου μεγαλείου, το λίκνο της Ορθοδοξίας, η Πόλη της καρδιάς μας. Είναι η Βασιλεύουσα.

Εκεί χτίστηκε η Αγία Σοφία. Όχι απλώς ως ένα θαύμα της αρχιτεκτονικής, αλλά ως ψυχική στέγη ενός ολόκληρου κόσμου. Στην Κωνσταντινούπολη αναπτύχθηκε η διοίκηση, η παιδεία, το εμπόριο, οι τέχνες, τα γράμματα. Από τα σοκάκια της Πόλης πέρασαν αυτοκράτορες, πατριάρχες, φιλόσοφοι, ιερείς, έμποροι. Και μαζί τους, πέρασε και η ψυχή της Ρωμιοσύνης.

Αλλά η ιστορία της Πόλης δεν γράφτηκε μόνο με χρυσά γράμματα. Γράφτηκε και με δάκρυα. Με ξεριζωμούς, με διωγμούς, με βίαιες σιωπές.

Πόσοι Έλληνες της Πόλης που έζησαν το ανθελληνικό πογκρόμ στα Σεπτεμβριανά του 1955 ή τον διωγμό του 1964 θυμούνται τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους, τις αυλές όπου έπαιζαν παιδιά, τα σχολεία, τις εκκλησίες που έκλεισαν. Πόσοι αναγκάστηκαν να φύγουν με ένα μπογαλάκι στο χέρι και όλη την ιστορία τους στην καρδιά…

Κι όμως, δεν τα ξέχασαν ποτέ.

Ούτε εμείς.

Η Κωνσταντινούπολη, μαζί με τη Σμύρνη, την Τραπεζούντα, την Κερασούντα, την Καππαδοκία, αποτελεί ιερό τόπο μνήμης για τον Ελληνισμό. Είναι οι χαμένες μας πατρίδες. Πατρίδες που όμως δεν σβήστηκαν από την καρδιά μας. Πατρίδες που ποτίστηκαν με δάκρυα, αλλά άντεξαν στον χρόνο μέσα από τις αφηγήσεις, τις παραδόσεις, τα τραγούδια, τα έθιμα, των προσφύγων.

Εδώ θα μου επιτρέψετε μία προσωπική αναφορά, καθώς προέρχομαι από οικογένεια Πόντιων προσφύγων. Και από αυτά που θα σας μεταφέρω θα καταλάβετε τι σημαίνει Κωνσταντινούπολη για τους απλούς ανθρώπους και ειδικά αυτούς που γνώρισαν προσφυγιά.

Ήμουν μικρό παιδί στο σπίτι και όπως καταλαβαίνετε υπήρχαν κάποιοι κανόνες από τους γονείς. Η αείμνηστη μητέρα μου λοιπόν έλεγε σε μένα και τα αδέλφια μου ότι τις Τρίτες αποφεύγουμε μία σειρά από πράγματα. Δεν ήξερε τον λόγο. Ήταν βίωμα από το δικό της το σπίτι που το μετέφερε με τη σειρά της στα παιδιά της. Ο λόγος ήταν ότι η Άλωση της Πόλης στις 29 Μαΐου 1453, ήταν ημέρα Τρίτη. Η αποφράδα εκείνη ημέρα για όλο τον ελληνισμό είχε περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ημέρα πένθους.

Αυτοί οι άνθρωποι – οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι, οι Κωνσταντινουπολίτες – κατάφεραν να σταθούν όρθιοι στη μητέρα Ελλάδα. Παρά την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίστηκαν αρχικά σε κάποιες περιοχές. Και όχι μόνο έφτιαξαν ξανά τη ζωή τους, με αξιοπρέπεια και μόχθο, αλλά έδωσαν νέα πνοή στα σημεία που εγκαταστάθηκαν. Έγιναν η καρδιά της σύγχρονης Ελλάδας. Και εμείς είμαστε οι συνεχιστές τους. Είμαστε οι φορείς της μνήμης τους.

Σήμερα, ως Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω και να μην τιμήσω τη συμβολή αυτών των ανθρώπων στο επιχειρείν, στο εμπόριο, στη δημιουργία. Οι Έλληνες της Πόλης είχαν μέσα τους το πνεύμα του επιχειρηματία. Είχαν το χάρισμα της διπλωματίας, τη μόρφωση, την καλλιέργεια, την τόλμη. Άνοιξαν μαγαζιά, δημιούργησαν βιοτεχνίες, έγιναν πρότυπα προκοπής και εξωστρέφειας.

Αυτό το πνεύμα μας εμπνέει ακόμα και σήμερα. Και είναι καθήκον μας να το διατηρούμε ζωντανό.

Γιατί η Κωνσταντινούπολη συνεχίζει να μας δείχνει το δρόμο στο μέλλον.

Εμείς δεν ξεχνάμε. Δεν ξεχνάμε τα πατρικά που χάθηκαν. Τις εκκλησίες που σίγησαν και που σε πολλές περιπτώσεις μετατράπηκαν ακόμα και σε χώρους εμπορίου. Τους παππούδες και τις γιαγιάδες που έλεγαν στα παιδιά τους «εμείς ήρθαμε από την Πόλη».

Αυτό το «από την Πόλη» δεν ήταν απλώς μια πληροφορία. Ήταν ταυτότητα. Ήταν περηφάνια.

Σήμερα, οφείλουμε να κρατήσουμε αυτή τη μνήμη ζωντανή. Όχι με αναμόχλευση πληγών. Αλλά με σεβασμό στην Ιστορία και με πίστη στον Πολιτισμό. Γιατί η Κωνσταντινούπολη μπορεί – και πρέπει – να είναι γέφυρα ειρήνης, γέφυρα διαλόγου, σύμβολο αντοχής και αξιοπρέπειας.

Ο Ελληνισμός έζησε πολλά. Και αν κάτι αποδεικνύεται ξανά και ξανά στην Ιστορία μας, είναι πως δεν ξεριζώνεται. Ίσως να αποκόπηκε βίαια από τόπους. Αλλά ρίζωσε αλλού. Και πάνω απ’ όλα, ρίζωσε μέσα μας.

Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, από πού ερχόμαστε.

Και ας κάνουμε το καθήκον μας: να μεταφέρουμε τις μνήμες στις επόμενες γενιές όχι σαν βάρος, αλλά σαν φλόγα.

Μια φλόγα που είμαι σίγουρος ότι καίει ακόμη μέσα στην καρδιά κάθε Έλληνα.

Σας ευχαριστώ.

Μοιράσου το στο

Αναζήτηση