Άρθρο του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και Επίτιμου Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιά, στην εφημερίδα “ΑΞΙΑ” (16/7/2022).
Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η χώρα μας ανέκτησε, με ταχείς ρυθμούς, την προ-κορονοϊού δυναμική της στον τουρισμό.
Με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία και τις κρατήσεις για τους επόμενους μήνες, εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι θα έχουμε μια εξαιρετική τουριστική χρονιά, ξεπερνώντας ίσως τα επίπεδα ρεκόρ του 2019 σε αφίξεις και έσοδα.
Θυμίζουμε ότι το 2019 τα έσοδα ήταν πάνω από 18 δισ. ευρώ και οι αφίξεις από το εξωτερικό περισσότερες από 30 εκατομμύρια.
Σε κάθε περίπτωση το «ταμείο» θα γίνει στο τέλος του έτους, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κέρδος για τις επιχειρήσεις θα είναι μικρότερο λόγω της τεράστιας αύξησης του ενεργειακού κόστους και της ακρίβειας σε πρώτες ύλες, καύσιμα και μεταφορικά.
Η εικόνα, πάντως, σε δημοφιλείς και μη, προορισμούς στη χώρα είναι πολύ αισιόδοξη, με την πληρότητα στα καταλύματα τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο να ξεπερνά το 80% και σε πολλές περιοχές να αγγίζει και το 100%. Αυξημένη είναι η επισκεψιμότητα ξένων τουριστών και στην πρωτεύουσα που φαίνεται να κερδίζει ολοένα και περισσότερο το στοίχημα του city break προορισμού, ενώ αύξηση καταγράφεται και στην κρουαζιέρα.
Ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικότητας, δεν θα μπορούσαμε παρά να δίνουμε μεγάλη βαρύτητα στην πορεία του τουρισμού, που φέρνει το 25% του ελληνικού ΑΕΠ και από τις επιδόσεις του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η πορεία χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το τουριστικό ρεύμα.
Και οφείλουμε να τονίσουμε τη σημαντική συμβολή των επαγγελματιών του κλάδου στα πολύ καλά αποτελέσματα του τουρισμού και την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος της χώρας μας.
Η συντριπτική πλειονότητα των τουριστικών επιχειρήσεων προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες και υποδειγματική φιλοξενία, επιδεικνύοντας υψηλό επαγγελματισμό και ευθύνη. Υπάρχουν προφανώς και εξαιρέσεις. Είναι όμως αυτό ακριβώς: εξαιρέσεις. Και δεν πρέπει να επιτρέπουμε οι μεμονωμένες αυτές περιπτώσεις να αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό, με αθέμιτες πρακτικές και συμπεριφορές απέναντι σε ξένους και Έλληνες επισκέπτες.
Σημαντικό μερίδιο, όμως, στην καλή πορεία του τουρισμού έχουν και οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις που συνδέονται άμεσα και έμμεσα με το τουριστικό προϊόν, στηρίζοντας με τη σκληρή εργασία τους τη μεγάλη αυτή προσπάθεια. Για να παραμείνουν, όμως, όσοι απασχολούνται σε αυτόν τον τομέα αλλά και να καλυφθούν οι πολλές κενές θέσεις εργασίας που πράγματι υπάρχουν, είναι απαραίτητη η διασφάλιση των εργαζομένων τόσο σε επίπεδο εργασιακών συνθηκών όσο και αμοιβών.
Σε αυτό το τόσο θετικό μομέντουμ για τον τουρισμό στη χώρα μας είναι, όμως, ευκαιρία να διασφαλίσουμε και κάτι ακόμα. Την αξιοποίηση της τοπικής μας παραγωγής, μέσω της άμεσης σύνδεσής της με τον τουριστικό τομέα. Θεωρώ, λοιπόν, ότι θα πρέπει να δοθούν από την Πολιτεία κίνητρα, ώστε τα προϊόντα που παρέχονται στα μεγάλα, κυρίως, καταλύματα να προέρχονται, σε υψηλό ποσοστό – έως και 70%- από τοπικούς παραγωγούς. Με αυτόν τον τρόπο θα προωθηθούν τα υψηλής ποιότητας προϊόντα ελληνικής παραγωγής και η ελληνική γαστρονομία, αλλά και τα χρήματα που δαπανώνται για την προμήθεια αυτών των προϊόντων θα μένουν στη χώρα μας, ωφελώντας σημαντικά τις τοπικές κοινωνίες αλλά και την οικονομία συνολικά.
Ας συμβάλλουμε όλοι ώστε το δυναμικό comeback του τουρισμού στη χώρα μας να διατηρηθεί, να ενισχυθεί αλλά και να αξιοποιηθεί στο έπακρον προς όφελος της οικονομίας, της επιχειρηματικότητας και της κοινωνίας.