- 04/08/2025
Γ. Χατζηθεοδοσίου στο “ΠΑΡΟΝ”: Η Ευρώπη στο περιθώριο: Οι δασμοί Τραμπ και η παθητικότητα της ΕΕ
Άρθρο του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, Προέδρου Ε.Ε.Α, Επίτιμου Διδάκτορα ΠΑ.ΠΕΙ. & Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” (3/8/2025).
Η ανακοίνωση της προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή δασμών 15% σε ευρωπαϊκά προϊόντα, αντί να καθησυχάσει, εντείνει τις ανησυχίες. Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν θολές, ενώ τα ερωτήματα για τη συνολική της στόχευση και τα πολιτικά ανταλλάγματα πληθαίνουν. Το μόνο σαφές είναι ότι η Ευρώπη συνεχίζει να υποχωρεί, να αποδέχεται τετελεσμένα και να λειτουργεί ως απλός παρατηρητής της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας.
Η παθητικότητα της ευρωπαϊκής ηγεσίας είναι εμφανής σε κάθε στάδιο αυτής της «διαπραγμάτευσης». Αντί να σταθεί με αυτοπεποίθηση απέναντι στις μονομερείς και επιθετικές κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, η Κομισιόν δείχνει ότι λειτουργεί περισσότερο ως φορέας διαχείρισης εξωτερικών απαιτήσεων και λιγότερο ως πολιτική δύναμη που υπερασπίζεται τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών λαών.
Οικονομικά, οι συνέπειες είναι ήδη μετρήσιμες. Οι δασμοί των 15% εκτιμάται ότι θα κοστίσουν στην ευρωπαϊκή οικονομία πάνω από 100 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια τεράστια απώλεια, σε μια περίοδο που η ήπειρος βρίσκεται αντιμέτωπη με ενεργειακή αστάθεια, πληθωριστικές πιέσεις και ρυθμούς ανάπτυξης που επιβραδύνονται δραματικά, ιδίως στις μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία και η Γαλλία.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το οικονομικό τίμημα, αλλά το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται. Η πρόβλεψη της συμφωνίας για ενεργειακές προμήθειες από τις ΗΠΑ ύψους 750 δισ. ευρώ και η πρόβλεψη για ευρωπαϊκές επενδύσεις στην αμερικανική αγορά 600 δισ., φανερώνουν μια πολιτική υποταγής. Είναι αδιανόητο να μεταφέρονται τέτοιοι πόροι στο εξωτερικό, την ίδια στιγμή που η Ε.Ε. στερείται ενός ουσιαστικού επενδυτικού σχεδίου για τις ίδιες της τις ανάγκες.
Αξίζει να θυμίσουμε πως ο Μάριο Ντράγκι, σε πρόσφατη εισήγησή του, είχε επισημάνει την ανάγκη επενδύσεων ύψους 750-800 δισ. ευρώ ετησίως για την τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και όμως, η Ένωση επιλέγει –αντί να επενδύσει σε δικές της παραγωγικές δυνάμεις και στρατηγικές υποδομές– να εξυπηρετήσει την αναπτυξιακή στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ηγεσία της Ε.Ε. αποφεύγει διαχρονικά τη ρήξη. Είτε απέναντι στις ΗΠΑ, είτε σε κρίσιμες εσωτερικές προκλήσεις, όπως το ενεργειακό, το μεταναστευτικό ή το δημογραφικό, επιλέγει μια στάση αναμονής, αδράνειας και συχνά αδιαφορίας. Τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν τεράστιες πιέσεις, όμως η Κομισιόν αδυνατεί να δώσει ενιαίες, αποτελεσματικές απαντήσεις.
Πέρα από το περιεχόμενο, ακόμα και το σκηνικό της διαπραγμάτευσης είναι ενδεικτικό της έλλειψης σοβαρότητας: μια συνάντηση σε γήπεδο γκολφ, την ώρα που κρίνονται τα οικονομικά συμφέροντα εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών. Όχι μόνο δεν κρατήθηκαν τα προσχήματα, αλλά η Ε.Ε. εμφανίστηκε –για ακόμη μια φορά– χωρίς κύρος, χωρίς πολιτικό βάρος, χωρίς διεκδικητική διάθεση.
Το ερώτημα είναι απλό: Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσει έτσι; Μπορεί να επιβιώσει ως πολιτική ένωση χωρίς πυγμή, χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς αξιοπιστία στις διεθνείς σχέσεις; Η απάντηση είναι αρνητική.
Χρειαζόμαστε μια διαφορετική Ευρώπη. Όχι μια Ευρώπη που αποδέχεται ρόλο «υπαλλήλου» του κάθε Αμερικανού Προέδρου, αλλά μια δύναμη που σέβεται τον εαυτό της και τους πολίτες της. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις –ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας– και οι λαοί της Ευρώπης δεν μπορούν να πληρώνουν κάθε φορά το τίμημα των διεθνών διαπραγματεύσεων που γίνονται ερήμην τους.
Το μέλλον δεν μπορεί να βασίζεται σε πρόχειρες διευθετήσεις και πολιτικές υποχωρήσεις. Πρέπει να ανοίξει ξανά σοβαρά η συζήτηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης – μια πραγματική πολιτική και οικονομική ένωση, με ενιαία εξωτερική πολιτική, αμυντικό σχεδιασμό και κοινή οικονομική στρατηγική. Μόνο έτσι θα μπορέσει η Ευρώπη να διεκδικήσει τον ρόλο που της αναλογεί στον παγκόσμιο χάρτη.
Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα πρόκειται απλώς για ήττα σε μία διαπραγμάτευση. Θα πρόκειται για σταδιακή εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού οράματος – και αυτό, κανείς μας δεν πρέπει να το επιτρέψει.


