Ψηφιακός Βοηθός Ε.Ε.Α.

Η αδικοπρακτική ευθύνη των τραπεζών από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και η υποχρέωση χρηματικής αποζημίωσης

Μοιράσου το στο

Η αδικοπρακτική ευθύνη των τραπεζών από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και η υποχρέωση χρηματικής αποζημίωσης

Γράφει η Σουζάνα Κλημεντίδη, Δικηγόρος-Συνεργάτης ΕΕΑ
Οι επενδύσεις αποτελούν μία οικονομική δραστηριότητα, η οποία κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στο οικονομικό γίγνεσθαι. Τα τελευταία έτη έχει αυξηθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών-επενδυτών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις να παίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της χώρας μας. Οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όπως οι τράπεζες, προσφέρουν διάφορες επενδυτικές υπηρεσίες και πολλά διαφορετικά προϊόντα προς επιλογή, ανάλογα το κεφάλαιο που διαθέτει κάθε επενδυτής, τον επενδυτικό του στόχο, άλλα και το ρίσκο που δύναται να αναλάβει. Οι επενδυτικές υπηρεσίες είναι μια σειρά ενεργειών μεταξύ καταναλωτή-επενδυτή και εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Τράπεζας), οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν τη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών προς κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, την εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων, τη διαχείριση χαρτοφυλακίων πελατών στο πλαίσιο εντολής τους, τα οποία συμπεριλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, και την παροχή προσωπικών επενδυτικών συμβουλών σε πελάτη. Οι Τράπεζες υποχρεωτικά προβαίνουν στον έλεγχο καταλληλότητας/συμβατότητας των επενδυτών – πελατών τους, μέσω ενός ερωτηματολογίου, αντλώντας τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη στον επενδυτικό τομέα, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους. Εφόσον οι Τράπεζες κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατηγοριοποιούνται οι πελάτες ως Ιδιώτες Πελάτες, οι οποίοι έχουν το υψηλότερο επίπεδο προστασίας, είτε ως Επαγγελματίες Πελάτες, με μεγαλύτερη γνώση επί των επενδύσεων ή ως Επιλέξιμοι Αντισυμβαλλόμενοι. Εάν τα δύο μέρη είναι σύμφωνα καταρτίζεται μια σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη. Όμως, δεν βαίνουν πάντα όλες οι επενδυτικές κινήσεις καλώς. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κακοδιαχείρισης των επενδυτικών κεφαλαίων από τις Τράπεζες, με αποτέλεσμα τη ζημία των πελατών-επενδυτών. Ο νόμος 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, για την προστασία των καταναλωτών-πελατών από την κακή μεταχείριση των επενδυτικών κεφαλαίων, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε «προμηθευτή» – και στις τράπεζες – την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου «καταναλωτή» -και του ιδιώτη επενδυτή-, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Μάλιστα, ο ίδιος νόμος περιλαμβάνει ρύθμιση κατά την οποία ο παρέχων υπηρεσίες (Τράπεζα) ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή και συμπληρώνει σχετικά με τις αθέμιτες συμπεριφορές των τραπεζών ότι αυτές είναι αντίθετες προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνουν ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή. Περαιτέρω, στα πλαίσια σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ο πάροχος τέτοιων υπηρεσιών φέρει τόσο τις υποχρεώσεις, που απορρέουν ευθέως από τη σύμβαση, όσο και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις γενικότερες περί καλής πίστεως διατάξεις σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα. Συγκεκριμένα, οι Τράπεζες οφείλουν να εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και να απέχουν από ενέργειες ή παραλείψεις, που θα μπορούσαν να βλάψουν άμεσα ή έμμεσα τα συμφέροντα του επενδυτή–πελάτη.  Σύμφωνα μάλιστα με την προσφάτως δημοσιευθείσα υπ’ αρ. 1422/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η υποχρέωση χορήγησης ορθών και σαφών συμβουλών στους πελάτες από τις Τράπεζες, ιδίως επί πολύπλοκων και επικίνδυνων επενδυτικών προϊόντων όπως τα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας «perpetual bonds», η υποχρέωση πληροφόρησης εκ μέρους των τραπεζών ανά κατηγορία επενδυτικών προϊόντων, όπως για την απόδοση αυτών και τυχόν διακινδύνευσή του εισφερόμενου κεφαλαίου, συνεκτιμώντας παράγοντες για την παροχή εξειδικευμένων συμβουλών ανά πελάτη ιδίως αν είναι επαγγελματίας επενδυτής ή μη, γεννούν υποχρέωση αποζημίωσης σε βάρος των Τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό, γεννάται η αδικοπρακτική ευθύνη από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Η παράβαση της γενικής υποχρέωσης ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής δραστηριότητας γεννά την υποχρέωση του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών (Τράπεζας) να προστατεύει τα συμφέροντα των επενδυτών – πελατών και να τους ενημερώνει καταλλήλως. Η παράλειψη να προβαίνει σε τέτοιες ενημερώσεις, όταν αυτές είναι αναγκαίες, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης κατά την καλή πίστη ενέργειας, η οποία ανάγεται σε αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως. Παράλληλα, υφίσταται ευθύνη της Τράπεζας με βάση το άρθρο 919 ΑΚ από παροχή επενδυτικών υπηρεσιών όταν υπάρχει αντίθεση συμπεριφοράς στα χρηστά ήθη και πρόθεση επαγωγής ζημίας, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου. Δέον να σημειωθεί ότι, για αξιώσεις, που απορρέουν από τις παραπάνω γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή. Εν κατακλείδι, η απώλεια χρημάτων από επενδυτικές υπηρεσίες, εξαιτίας της παράβασης υποχρεώσεων από τις Τράπεζες, που παρείχαν τις επενδυτικές υπηρεσίες αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο, πλέον όμως δίδεται η δυνατότητα αποκατάστασης της περιουσιακής  ζημίας των πελατών και η χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική βλάβη αυτών από τις Τράπεζες.    
Μοιράσου το στο

Αναζήτηση