Οι φορείς άσκησης πολιτικής πρέπει να κινηθούν προσεκτικά διαφορετικά θα δημιουργήσουν τον κίνδυνο να προκαλέσουν ένα sell-off σαν αυτό που έπληξε την αγορά κρατικών βρετανικών ομολόγων, επιτείνοντας τα οικονομικά προβλήματα με τα οποία είναι αντιμέτωπη η ευρωζώνη. «Θα είναι ένα δύσκολο εξάμηνο για την ΕΚΤ, κατά το οποίο θα είναι μεγάλη πρόκληση να βρεθεί το σωστό μείγμα μέτρων για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και των κινδύνων στη χρηματοοικονομική αστάθεια από τη μία και τη στήριξη της ανάπτυξης από την άλλη» τόνισε η Σίλβια Αρντάγκνα, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Barclays.
Οι αγορές έχουν συνηθίσει στη γενναιόδωρη στήριξη από την ΕΚΤ. Η κατάργηση αυτής της τόνωσης σε μια στιγμή που η ευρωζώνη οδηγείται σε ύφεση εν μέσω μιας ενεργειακής κρίσης και ενώ οι επενδυτές ανησυχούν ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους των χωρών της Νότιας Ευρώπης μπορεί να προκαλέσουν αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η Τζόρτζια Μελόνι είπε στην πρώτη της κοινοβουλευτική ομιλία ως πρωθυπουργός της Ιταλίας ότι η αυστηρότερη νομισματική πολιτική «θεωρήθηκε από πολλούς ως μια βιαστική επιλογή» που «δημιουργεί περαιτέρω δυσκολίες» για υπερχρεωμένα κράτη μέλη όπως η Ιταλία.
Μια βασική απόφαση που περιμένει την ΕΚΤ αυτή την εβδομάδα είναι πώς να καταστήσει λιγότερο ελκυστικά τα 2,1 τρισ. ευρώ σε εξαιρετικά φθηνά δάνεια που παρείχε σε τράπεζες μετά το χτύπημα της πανδημίας, γνωστά ως στοχευμένες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO).
Ένα sell off στις αγορές ομολόγων του Ηνωμένου Βασιλείου ανάγκασε την BoE να παρέμβει τον περασμένο μήνα, επανεκκινώντας προσωρινά τις αγορές ομολόγων λίγες μόλις εβδομάδες πριν την ημερομηνία κατά την οποία σχεδιάζε να ξεκινήσει την πώληση του μεγάλο χαρτοφυλάκιο ομολόγων που ήδη κατέχει.
Ο Φρέντερικ Ντουκροζέτ, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας στην Pictet Wealth Management, τόνισε ότι το sell-off στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν «μια χρήσιμη υπενθύμιση ότι οποιαδήποτε επιθετική απόσυρση της ρευστότητας διακινδυνεύει να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην αγορά ομολόγων και τη μετάδοση της νομισματικςή πολιτικής».
Δεδομένων των πληγών που άφησε η κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης πριν από μια δεκαετία, όταν η εκτίναξη του κόστους δανεισμού για τις κυβερνήσεις στη Νότια Ευρώπη έφερε την ευρωζώνη στο χείλος της κατάρρευσης, η ΕΚΤ σκοπεύει να κάνει προσεκτικά βήματα.
Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Γαλλίας Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλώ τάχθηκε υπέρ μιας προσεκτικής προσέγγισης όταν είπε στους Financial Times την περασμένη εβδομάδα: «Η ομαλοποίηση ισολογισμού δεν πρέπει να είναι εντελώς στον αυτόματο πιλότο: ας ξεκινήσουμε ξεκάθαρα αλλά προσεκτικά, και στη συνέχεια επιταχύνουμε σταδιακά».
Η ΕΚΤ αγόρασε περισσότερα από 2 τρισ. ευρώ ομόλογα τα τελευταία δύο χρόνια, μαζεύοντας όλο το επιπλέον χρέος που εξέδωσαν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης εκείνη την περίοδο. Σταμάτησε τη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου ομολόγων της τον Ιούλιο και συνεχίζει να αγοράζει περίπου 50 δισ. ευρώ τον μήνα για την αντικατάσταση αυτών που λήγουν.
Ο Βιλερουά τόνισε ότι αναμένει πως η ΕΚΤ θα αποφασίσει σχετικά με τα σχέδια να σταματήσει τις επανεπενδύσεις στη μεγαλύτερη δεξαμενή ομολόγων της – το χαρτοφυλάκιο αγοράς περιουσιακών στοιχείων 3,26 τρισ. ευρώ – τον Δεκέμβριο, με σκοπό την εφαρμογή της αλλαγής κατά το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους.
Η κεντρική τράπεζα αναμένεται να συνεχίσει να επανεπενδύει ως τουλάσχιστον το 2025 τα ομόλογα από ένα ξεχωριστό χαρτοφυλάκιο 1,7 τρισ. ευρώ από τις αγορές τίτλων στις οποίες προέβη κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Η ΕΚΤ μπορεί να εστιάσει τις επαπεπενδύσεις στα ομόλογα ορισμένων χωρών, παρέχοντας μια πρώτη γραμμή άμυνας έναντi ενός τυχόν σοβαρού sell-οff στις αγορές ομολόγων των υπερχρεωμένων χωρών.
Με τη δημιουργία ενός τόσο μεγάλου χαρτοφυλάκιου κρατικών ομολόγων, η ΕΚΤ δημιούργησε ένα έλλειμμα τίτλων υψηλής αξιολόγησης, όπως τα γερμανικά ομόλογα, που οδηγεί χαμηλότερα τα επιτόκια χαμηλόυ ρίσκου τη στιγμή που η ΕΚΤ προσπαθεί να τα αυξήσει.
Ο Κονσταντίν Βελτ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Pimco, δήλωσε: «Καθώς υπάρχουν περιορισμένες ασφαλείς επιλογές για επενδύσεις εκεί έξω, αυτό οδηγεί σε έλλειψη ενέχυρων και οδηγεί ένα μεγάλο μέρος της αγοράς χρήματος να διαπραγματεύεται αρκετά κάτω από το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ».
Η υπηρεσία διαχείρισης χρέους της Γερμανίας προσπάθησε αυτόν τον μήνα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα δημιουργώντας περισσότερα ομόλογα τα οποία μπορεί να δανείσει στους επενδυτές μέσω των αγορών repo.
Πηγή : Euro2day.gr