- Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα δώσει νέα «ζεστά» χρήματα, ζητά από τις χώρες της ΕΕ να χρησιμοποιήσουν υπάρχοντα κονδύλια.
- Η στρατηγική ζητά καλύτερο συντονισμό πολιτικών, ενεργοποίηση νέων, υποστήριξη ευάλωτων, αντιμετώπιση στέγασης και δικαιωμάτων αναπήρων.
- Δεν συνοδεύεται από νέα χρηματοδότηση· επικριτές λένε αποτυχία χωρίς στοχευμένη χρηματοδότηση και ισχυρότερο ρόλο της Επιτροπής.
- Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υπάρχουν περίπου 100 δισ. ευρώ για κοινωνικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων 50 δισ. από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Plus.
- Η ακροδεξιά κερδίζει από την οργή για το κόστος ζωής. Ο στόχος μείωσης 15 εκατ. έως 2030 απομακρύνεται.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα δώσει «ζεστό» χρήμα, την ώρα που τα ακροδεξιά κόμματα αυξάνουν τα εκλογικά κέρδη τους εκμεταλλευόμενα την οργή του κόσμου για το υψηλό κόστος ζωής.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ζητήσει σήμερα Τετάρτη, από τις χώρες της ΕΕ να εξαλείψουν τη φτώχεια, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να βρουν τα χρήματα για να δράσουν αν χρησιμοποιήσουν πιο αποτελεσματικά τα υπάρχοντα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Το σχέδιο, που περιγράφεται στην πρώτη στρατηγική της Επιτροπής κατά της φτώχειας και δημοσιοποιείται από το Politico, θα παροτρύνει τις κυβερνήσεις να συντονίσουν καλύτερα τις εθνικές πολιτικές, να ενεργοποιήσουν τους νέους, να υποστηρίξουν όσους δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα και να επανεξετάσουν την προστασία των ηλικιωμένων και άλλων ευάλωτων ατόμων.
Ωστόσο, προς το παρόν η στρατηγική δεν συνοδεύεται από νέα χρηματοδότηση, και οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η προσπάθεια δεν θα πετύχει αν η ΕΕ δεν τη στηρίξει με στοχευμένη χρηματοδότηση και δεν δώσει στην Επιτροπή ισχυρότερο ρόλο, ώστε να διασφαλίσει πως τα κράτη-μέλη θα υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Eurostat: Το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
Το σχέδιο έρχεται σε μια περίοδο που οι πιέσεις από το κόστος ζωής παραμένουν ψηλά στην πολιτική ατζέντα σε όλη την Ευρώπη, μετά τα εκλογικά κέρδη των ακροδεξιών κομμάτων στις ομοσπονδιακές εκλογές της Γερμανίας και στις δημοτικές εκλογές της Γαλλίας, με την κεφαλαιοποίηση της δυσαρέσκειας του κόσμου για τη στέγαση, τους μισθούς και τις δημόσιες υπηρεσίες.
«Οι άνθρωποι που βιώνουν τη φτώχεια πολύ συχνά δεν ακούγονται και δεν υποστηρίζονται, και αυτό τροφοδοτεί την αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στις δημόσιες πολιτικές που υποτίθεται πρέπει να τους προστατεύουν. Η Ακροδεξιά εκμεταλλεύεται αυτό το κενό», δήλωσε η ευρωβουλεύτρια των Σοσιαλιστών και αντιπρόεδρος της Διακομματικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας, Μάριτ Μάι.
Η Κάριν Γιόχανσον, η οποία έχει βιώσει τη φτώχεια και εργάζεται σε κοινοτικό κέντρο που στηρίζει άστεγους στο Νίκεπινγκ της Σουηδίας, αναφέρει ότι η αποτυχία των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν το ζήτημα έχει οδηγήσει νέους στην αποξένωση.
«Πολλοί νέοι άνδρες αποχαιρετούν τη σουηδική κοινωνία επειδή δεν την εμπιστεύονται. Και αυτό φαίνεται: πυροβολισμοί, εκρήξεις, ενισχυμένη μαφία…» τόνισε η Johansson, η οποία είναι επίσης μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του ευρωπαϊκού δικτύου κατά της φτώχειας. Η Ακροδεξιά «επηρεάζει τα πάντα και δεν θέλει μια σταθερή κοινωνία. Θέλει οι κοινωνίες να βρίσκονται συνεχώς σε ένα χάος».
Η Επιτροπή θα παρουσιάσει τη στρατηγική της την Τετάρτη μαζί με προτάσεις για την αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας, του αποκλεισμού από τη στέγαση και των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία.
«Όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τη στέγαση, την τροφή, τη φροντίδα, την εκπαίδευση ή μια σταθερή ζωή, οι κοινωνίες μας αποδυναμώνονται και η εμπιστοσύνη διαβρώνεται», δήλωσε η αντιπρόεδρος της Επιτροπής, Ροξάνα Μινζάτου, η οποία θα παρουσιάσει τα μέτρα. «Η Ευρώπη χρειάζεται μια ισχυρότερη, πιο συντονισμένη απάντηση… Μια απάντηση που προλαμβάνει τη φτώχεια, στηρίζει όσους ήδη επηρεάζονται και μετατρέπει τις κοινωνικές δεσμεύσεις σε πραγματικά αποτελέσματα για τους πολίτες».
Μάχη για τη χρηματοδότηση
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα χρήματα ήδη υπάρχουν, αλλά οι εθνικές κυβερνήσεις δεν τα χρησιμοποιούν αποτελεσματικά.
Το προσχέδιο πρότασης για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ περιλαμβάνει περίπου 100 δισ. ευρώ για κοινωνικές πολιτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για στρατηγικές κατά της φτώχειας, από 50 δισ. ευρώ που προηγουμένως ήταν διαθέσιμα μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου Plus, σύμφωνα με αξιωματούχο της ΕΕ που γνωρίζει το σχέδιο. Το πρόβλημα είναι ότι οι πρωτεύουσες δεν έχουν αξιοποιήσει σωστά τα ήδη διαθέσιμα κονδύλια, τόνισε.
«Η πρόοδος ήταν αργή και πρέπει να το αναγνωρίσουμε αυτό», δήλωσε ο αξιωματούχος, προσθέτοντας ότι η πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης και η «διατήρηση της πίστης στην ΕΕ» αποτελούν βασικούς λόγους για τους οποίους οι Βρυξέλλες πιέζουν τις κυβερνήσεις για την πρόληψη και την ανακούφιση της φτώχειας.
Το σχέδιο θα «δώσει στα κράτη-μέλη επιπλέον εργαλεία για να κάνουν τη δουλειά», είπε ο αξιωματούχος, περιγράφοντάς το ως αφετηρία πριν από πιο συγκεκριμένες προτάσεις μέσα στον επόμενο χρόνο.
Ωστόσο, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτό που χρειάζονται περισσότερο οι πρωτεύουσες είναι χρήματα και όχι εργαλεία.
«Η προτεραιότητα της ΕΕ πρέπει να είναι η υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων και η παροχή στοχευμένης χρηματοδότησης», δήλωσε η ευρωβουλεύτρια Μαρί Τουσέν. «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στη διασφάλιση της εφαρμογής, αντί να αφήνει την υλοποίηση αποκλειστικά στα κράτη-μέλη».
«Δεν υπάρχει στρατηγική χωρίς χρήματα», δήλωσε η Τζουλιάνα Γουόλγκρεν, διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Φτώχειας. «Πώς θα την εφαρμόσουμε αν, από πλευράς χρηματοδότησης, αυτό δεν αποτελεί προτεραιότητα;»
Ο στόχος για τη φτώχεια απομακρύνεται
Η ΕΕ θέλει να μειώσει τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κατά τουλάχιστον 15 εκατομμύρια από το 2019 έως το 2030 και να την εξαλείψει έως το 2050.
Ο στόχος τέθηκε το 2021. Ωστόσο, μέχρι το 2025, ο αριθμός είχε μειωθεί μόλις κατά 3,4 εκατομμύρια, σύμφωνα με το προσχέδιο της στρατηγικής που έχει δει το Politico. Σε ολόκληρη την ΕΕ, το 2025, το 20,9% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, σημειώνοντας μόνο οριακή μείωση από το 21,1% του 2019.
Πηγή: dnews.gr
Β