ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη 1,8%, και όχι οριζόντια μείωση των φορολογικών συντελεστών

  • «Η μείωση των φορολογικών συντελεστών πρέπει να εστιαστεί στην ενίσχυση των κινήτρων για παραγωγή και αποταμίευση και όχι στην κατανάλωση»

 

Ρυθμό ανάπτυξης το 2019 ελαφρώς χαμηλότερο του 2018, 1,8%, προβλέπει το ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία στη τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία που παρουσιάστηκε στις 10 Ιουλίου 2019. Διαπιστώνει επίσης περαιτέρω κάμψη της ανεργίας σε σχέση με έναν χρόνο πριν, στο πρώτο τρίμηνο φέτος (19,2%) δύο ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ότι πριν ένα χρόνο.

Η εξασθένιση της ανεργίας κατά 94,1 χιλ. άτομα, προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από την αύξηση της απασχόλησης κατά 2,4% ή 90,2 χιλ. άτομα (95,9% της μείωσης του αριθμού των ανέργων). Το υπόλοιπο 4,1% (3,9 χιλ. θέσεις) προήλθε από τη μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Οι περισσότερες θέσεις εργασίας στο φετινό τρίμηνο Ιανουαρίου – Μαρτίου, προήλθαν πρωτίστως από τους κλάδους του τουρισμού (+20,2 χιλ. ή +6,7% σε σχέση με πέρσι), της εκπαίδευσης (επίσης +20,2 χιλ. ή +6,7%) και της ενημέρωσης-επικοινωνίας (+14,7 χιλ.), με την τελευταία να είναι δυσερμήνευτη, δεδομένης της υποχώρησης κατά την ίδια περίοδο, του προϊόντος του κλάδου κατά 2,3%.

Το 2019 αναμένεται αύξηση της απασχόλησης κυρίως σε εξαγωγικές δραστηριότητες και στις κατασκευές. Καθώς η διεύρυνση των εξαγωγών φέτος θα είναι μικρότερη από πέρυσι, θα επιβραδυνθεί η επέκταση της απασχόλησης στον τουρισμό και σε κάποιους κλάδους της μεταποίησης. Στις μεταφορές η τάση θα είναι φέτος ανοδική. Θα συνεχιστεί η ώθηση στην απασχόληση από το δημόσιο τομέα. Ακολούθως, η ανεργία θα σημειώσει ηπιότερη πτώση, και θα διαμορφωθεί κοντά στο 18,0%.

Όπως ανέφερε επίσης κατά την παρουσίαση της έκθεσης, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Νίκος Βέττας, η εκλογική διαδικασία δημιούργησε εύλογα ισχυρές προσδοκίες για θετικές εξελίξεις στην οικονομία, με επιτάχυνση των ρυθμών μεγέθυνσής της και άνοδο της ευημερίας των νοικοκυριών. Αυτές εστιάζονται κυρίως στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Δέκα χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης – οκτώ χρόνια με τρία προγράμματα προσαρμογής, με το τελευταίο να έχει ολοκληρωθεί τον περασμένο Αύγουστο – την οικονομία να έχει ισορροπήσει μέσα και από τη συσσωρευμένη βαθιά ύφεση, υπάρχει παράθυρο ευκαιρίας ώστε η νέα ελληνική κυβέρνηση, σε συνεργασία και με τη νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να δρομολογήσουν ισχυρότερη ανάπτυξη της χώρας, πρόσθεσε ο κ Βέττας.

Η σημερινή συγκυρία βρίσκει την ελληνική οικονομία σε ανοδική τροχιά, αλλά με ρυθμούς μεγέθυνσης που είναι σχετικά ασθενείς. Κατά το τρέχον έτος, όπως από καιρό είχε επισημάνει το ΙΟΒΕ, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να κινηθεί κάτω από 2%, πιθανότερα πέριξ του 1,8%. Αυτός ο ρυθμός μεγέθυνσης, είναι σαφώς κατώτερος από αυτόν που είχε τεθεί ως στόχος από την οικονομική πολιτική – εξέλιξη που συμβαίνει τα τρία τελευταία χρόνια. Επιπλέον, τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας από μόνα τους οδηγούν μεσοπρόθεσμα σε μείωση αυτών των ρυθμών από την περιοχή του 2% προς σε αυτή του 1%. Με αυτό το δεδομένο, οι κινήσεις στην οικονομική πολιτική πρέπει να είναι αποφασιστικές και κατάλληλα στοχευμένες, αν το ζητούμενο είναι η συστηματική ενίσχυση της ανάπτυξης. Αυτό είναι αδήριτη ανάγκη, δεδομένου πως δεν αποκλείονται αναταράξεις στο εξωτερικό περιβάλλον τα αμέσως επόμενα χρόνια, εκτίμησε ο κ.Βέττας.

Το επίπεδο επενδύσεων είναι περίπου στο μισό από αυτό στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες και η ανεργία περίπου τέσσερις φορές πιο πάνω. Συστηματικό έλλειμμα παραγωγικών επενδύσεων, όσο και συμμετοχής στο δυναμικό εργασίας, είχαμε στην οικονομία μας ακόμη και πριν την κρίση, ως αποτέλεσμα και της χαμηλής αμοιβής αυτών των παραγωγικών συντελεστών. Ο στόχος δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στην προ κρίσης «κανονικότητα», καθώς αυτή, μετά από μια αρχική περίοδο ενίσχυσης των εισοδημάτων, θα οδηγούσε και πάλι την οικονομία σε οπισθοδρόμηση και ενδεχομένως νέα κρίση. Το ζητούμενο πλέον είναι ο δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας, που μόνο σε μικρό βαθμό έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία, ανέφερε ο κ.Βέττας.

Η μείωση των φορολογικών συντελεστών, δεν μπορεί να είναι καθολική, γιατί θα οδηγούσε σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Απαιτούνται δύσκολες επιλογές και η μείωση των φορολογικών συντελεστών πρέπει να εστιαστεί στην ενίσχυση των κινήτρων για παραγωγή και αποταμίευση και όχι στην κατανάλωση. Αν η φορολογία στα εισοδήματα απλοποιηθεί, πολύ χαμηλότεροι συντελεστές θα απέφεραν τα ίδια έσοδα στα κρατικά ταμεία, ενισχύοντας την ανάπτυξη και χρηματοδοτώντας και ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για τους ασθενέστερους. Σύγχρονες μέθοδοι, κυρίως μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών, μπορούν να συνδεθούν με τις εκπτώσεις φορών και να συμβάλουν κρίσιμα στην ευθυγράμμιση των κινήτρων των φορολογούμενων. Οι εισφορές στο υπάρχον ασφαλιστικό σύστημα, θα πρέπει να μειωθούν, ώστε να υπάρχουν και εισφορές σε προσωπικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς, με κίνητρα για αποταμίευση και ενίσχυση της εργασίας, ιδίως της νέας γενιάς. Η μετάβαση σε ένα τέτοιο σύστημα έχει σχετικά χαμηλό κόστος, ενώ τα οφέλη για την οικονομία θα είναι πολύ υψηλά, ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ.Βέττας.

Η ανάπτυξή στα επόμενα χρόνια για την ελληνική οικονομία, μπορεί να είναι πολύ ισχυρή, αλλά μόνο υπό όρους. Το παράθυρο ευκαιρίας είναι σημαντικό και δεν πρέπει να χαθεί, εκτίμησε ο κ. Βέττας.

Δείτε ολόκληρο το δελτίο

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Β