tuv-iso-logo tuv-iso-27001-logo

Ιστορία: Οι πρώτες συνδικαλιστικές οργανώσεις επαγγελματιών -βιοτεχνών

Την δεκαετία του 1850 σημειώνονται κινητοποιήσεις επαγγελματικών κατηγοριών (αρτοποιοί, κρεοπώλες κ.ά.) εκδηλώνοντας την αντίθεσή τους στις διατιμήσεις

«Την δεκαετία του 1850 σημειώνονται κινητοποιήσεις επαγγελματικών κατηγοριών (αρτοποιοί, κρεοπώλες κ.ά.) εκδηλώνοντας την αντίθεσή τους στις διατιμήσεις των πωλούμενων προϊόντων. Θα ακολουθήσουν και άλλες διαμαρτυρίες τις επόμενες δεκαετίες εναντίον φορολογικών μέτρων, περιορισμών στην διάθεση εμπορευμάτων, τον τρόπο ρύθμισης του ωραρίου καταστημάτων κ.ά.»

 

 

Η ιστορία των συνδικαλιστικών οργανώσεων στη νεώτερη Ελλάδα έχει δύο περιόδους.

Α) την περίοδο μέχρι το 1914 που τα περισσότερα σωματεία ήταν μεικτά εργαζομένων και εργοδοτών και είχαν περισσότερο χαρακτήρα αλληλεγγύης και

Β) την περίοδο μετά το 1914 όταν διαχωρίστηκαν τα σωματεία εργοδοτών και εργαζομένων.

 

 

Στις πρώτες δεκαετίες ζωής του ανεξάρτητου Κράτους επιβίωσαν κάποιες συντεχνίες και αδελφότητες, όμως το πλαίσιο λειτουργίας τους ήταν ριζικά διαφορετικό. Στερημένες από τις ρυθμιστικές λειτουργίες επί της αγοράς και της παραγωγής που τους είχαν ανατεθεί από τους Οθωμανούς, λειτουρ­γούσαν περισσότερο ως άτυπες συλλογικότητες και χώροι κοινωνικοποίησης  ατόμων που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα.[1]

 

Το δρόμο για την ίδρυση ανεξάρτη­των σωματειακών ενώσεων άνοιξε η Εθνική Συνέλευση του 1864. Το άρθρο 11 του νέου Συντάγματος αναγνώριζε το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κι απαγόρευε τον προληπτικό κρατικό έλεγχο, με εξαίρεση τις κοινές αστικές και εμπορικές εταιρείες: «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, τηρούντες τους νόμους του Κράτους, οίτινες όμως ουδέποτε δύνανται να υπαγάγωσι το δικαίωμα τούτο εις προηγούμενην της Κυβερνήσεως άδειαν». Ας σημειωθεί πάντως ότι σωματεία από το 1890 και έπειτα ελέγχονταν από το Υπουργείο Εσωτερικών, γεγονός που περιόριζε το πεδίο δραστηριοτήτων τους. Σε κάποιες περιπτώσεις ο έλεγχος είχε σαν αποτέλεσμα την ανάκληση της λειτουργίας τους, ακόμη και τη διάλυση σωματείων όταν διαπιστωνόταν ότι είχαν παραβιαστεί τα καταστατικά τους.[2]

 

Την εποχή εκείνη ιδρύθηκαν τα πρώτα ελευθέρως συγκροτημένα σωματεία ομότεχνων επαγγελματιών και βιοτεχνών. Ήταν διαταξικά και συσπείρωναν εργοδότες και μισθωτούς∙ η αναλογία εκπροσώπησης ποίκιλε ανάλογα το σωματείο. Η «Εταιρία των τυπογράφων και βιβλιοδετών “Γουτεμβέργιος”» με έδρα την Αθήνα (1868) υπήρξε η πρώτη επαγγελματική συντεχνία που απέκτησε καταστατικό και νομική υπόσταση. Θα ακολουθήσουν, μεταξύ άλλων, η «Συντεχνία των Κουρέων» Πατρών (1868), το «Σωματείο των Υποδηματοποιών» Πατρών (1871), η «Συντεχνία των Κουρέων» Αθηνών (1873), το «Σωματείο των σανδαλοποιών και σκυτοτόμων» Πύργου (1874), η «Συντεχνία των Υποδηματοποιών» Αθηνών (1880) η «Ένωσις των μαγείρων» Αθηνών (1882) και η «Εταιρία Αρτοποιών» Αθηνών (1883).

 

Το τελευταίο πέμπτο του 19ου αιώνα, παράλληλα με την εκσυγχρονιστική προσπάθεια της κυβέρνησης Τρικούπη, σημειώνεται αύξηση του αριθμού των σωματείων, των οποίων η ίδρυση εγκρίθηκε από την κυβέρνηση. Τα σημαντικότερα από αυτά, για να περιοριστούμε στο χώρο του λεκανοπεδίου της Αττικής, υπήρξαν η «Εταιρία των οινοπαντοπωλών Αθηνών» (1887), η «Αδελφότης των Σιδηρουργών» (1888), η «Εταιρία του λαού “Ξυλουργός”» (1888), η «Εταιρία του Λαού “ο Αρτοποιός”» (1889), η «Συντεχνία γαλακτοπωλών Αθηνών και Πειραιώς» (1889), η «Αδελφότης Καφεπωλών» (1889), η «Αδελφότης ζαχαροπλαστών Αθηνών και Πειραιώς» (1890), η «Εταιρία κρεοπωλών Αθηνών» (1890), η «Αδελφότης ιχθυοπωλών» (1890), η «Αδελφότης Βυρσοδεψών» (1894).[3] Κύριοι θεματικές ενδιαφέροντος των συντεχνιών, όπως τεκμαίρεται από τα καταστατικά τους, ήταν κατά σειρά προτεραιότητας η αλληλοβοήθεια, η συνδικαλιστική δράση, η δημόσια παρέμβαση, η συνεταιριστική δραστηριότητα κ.ά.[4]  

 

Η ελληνική οικονομία του 19ου αιώνα δεν συγκροτήθηκε στη βάση ενός βιομηχανικού καπιταλισμού δυτικού τύπου. Ωστόσο, η αύξηση της παραγωγής, η επέκταση του εμπορίου, η μετανάστευση προς τις πόλεις, η βιοτεχνική και η βιομηχανική άνοδος, μαρτυρούν έναν διαρκή οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1870 σημειώθηκε η πρώτη σχετικά σοβαρή προσπάθεια βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας. Βέβαια  στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για εμφάνιση μικρών βιοτεχνικών εργαστηρίων. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, ο όρος «βιομηχανία» αφορούσε στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικά επαγγέλματα της περιόδου ήταν οι σιδεράδες, οι μυλωνάδες, οι αμαξάδες, οι ναυτικοί, οι ψαράδες, οι τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων και οι μικρομαγαζάτορες. Συγχρόνως, την ίδια περίοδο επιταχύνονται οι ρυθμοί αστικοποίησης και σημειώνουν ταχεία αύξηση τα ποσοστά απασχόλησης στον τριτογενή τομέα. Μετά το 1875 σταδιακά αναδύεται ισχυρότερη η οικονομική τάξη των βιομηχάνων και των μεγαλέμπορων, χωρίς πάντως να είναι πάντα σαφής ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών και της μεσαίας τάξης των επαγγελματοβιοτεχνών. Ωστόσο, η απόκλιση οικονομικών συμφερόντων καθιστούσε αδύνατη την δημιουργία κοινών φορέων των μεγαλοαστών και των μεσαίων στρωμάτων.[5]

 

 

Ο δημοσιονομικός ρεαλισμός και η ανάγκη για σταθεροποιητική αύξηση των δημοσίων εσόδων του Κράτους μορφοποιήθηκε με την κατ’ αρχήν κατάρτιση άμεσης φορολογίας. Για το χώρο των τεχνιτών και εμπόρων αυτή εξειδικεύτηκε με διάταγμα του Καποδίστρια τον Μάρτιο του 1830, το οποίο καθιέρωνε τον φόρο επιτηδεύματος. Σύμφωνα με αυτόν επιβαλλόταν η άμεση φορολογία των επαγγελματιών με κλίμακα 10% έως 25% και όχι βάσει του πραγματικού εισοδήματος, αλλά με κριτήριο την ιδιότητα ή το επάγγελμα, ενίοτε δε και τον τόπο άσκησής του. Προέβλεπε δε την πληρωμή σε χρήμα και όχι σε είδος. Ο φόρος επιτηδεύματος έμελλε να αποτελέσει ένα μόνιμο σημείο προστριβής με την κεντρική διοίκηση, σε σημείο που να καθορίζει από μόνο του ένα συνεχές κλαδικό πλαίσιο διεκδίκησης. Οι βιοτέχνες και επαγγελματίες, πριν ακόμα από την ευόδωση της κλαδικής τους συνένωσης, εμπέδωναν την ιδιαίτερη οικονομικοκοινωνική τους φυσιογνωμία μέσα από τις κινητοποιήσεις της με κυρίαρχο αίτημα τη φορολογική της ελάφρυνση. Σταθμό στην πρώιμη συνειδητοποίησή της αποτελεί ο θερμός Αύγουστος του 1857, όταν και πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η πρώτη απεργιακή κινητοποίηση διαρκείας στην ιστορία των επαγγελματιών με μεγάλη και αντιπροσωπευτική συμμετοχή βιοτεχνών, αλλά και εργατών. Επίσης, την ίδια δεκαετία του 1850 σημειώνονται κινητοποιήσεις επαγγελματικών κατηγοριών (αρτοποιοί, κρεοπώλες κ.ά.) εκδηλώνοντας την αντίθεσή τους στις διατιμήσεις των πωλούμενων προϊόντων.[6] Θα ακολουθήσουν και άλλες διαμαρτυρίες τις επόμενες δεκαετίες εναντίον φορολογικών μέτρων, περιορισμών στην διάθεση εμπορευμάτων, τον τρόπο ρύθμισης του ωραρίου καταστημάτων κ.ά.

 

Είχε πια καταστεί φανερή η ανάγκη συγκρότησης ενός συντονιστικού οργάνου που θα καθοδηγούσε το υπάρχον δίκτυο συντεχνιών και σωματείων και θα λειτουργούσε ως ιμάντας προώθησης των επιμέρους διεκδικήσεων. Έπειτα από μερικά αποτυχημένα ενωτικά εγχειρητικά, τον Ιανουάριο του 1891 συνήλθαν σε Γενική Συνέλευση οι πρόεδροι εικοσιτριών αθηναϊκών συντεχνιών. Αποτέλεσμα της συνάντησης υπήρξε η σύσταση του «Συνδέσμου των Συντεχνιών». Στόχοι του ήταν η «ίδρυση κέντρου συνεργασίας και αδελφικής αρμονίας», η «περιφρούρηση και προστασία των ευρισκόμενων στην Αθήνα Συντεχνιών», καθώς και την ανέγερση συνδεσμικού καταστήματος στην πρωτεύουσα. Μέλη του Συνδέσμου μπορούσαν να γίνουν μόνο πρόεδροι συντεχνιών. Εκλέχτηκε πενταμελής επιτροπή, την προεδρία της οποίας ανέλαβε ο πρόεδρος των καφεπωλών Δ. Κανέλλης και τη θέση του γενικού γραμματέα ο Β. Αλβάνωφ, πρόσωπο αναμεμιγμένο στην ίδρυση δεκάδων συντεχνιών και αδελφοτήτων.[7] Αρκετά γρήγορα ο Σύνδεσμος έδειξε σημάδια αποδιοργάνωσης εξαιτίας πολιτικών και προσωπικών διαφορών. Οι αλλεπάλληλες προσπάθειες ανασυγκρότησης δεν επέλυσαν τα οργανωτικά προβλήματα. Ωστόσο, παρά την αδυναμία συγκρότησης και ικανοποιητικής λειτουργίας ενός συντονιστικού οργάνου, στη διάρκεια των επόμενων ετών οι συντεχνίες πολλαπλασίασαν τις παρεμβάσεις τους στη δημόσια σφαίρα μέσω ποικίλων κινητοποιήσεων και της συμμετοχής υποψηφίων από τους κόλπους της στις δημοτικές εκλογές.

 

 

Ο νέος αιώνας σημαδεύτηκε από την αλματώδη μεγέθυνση του αστικού πληθυσμού στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Το 1907 περίπου ένας στους τέσσερις κατοίκους της χώρας ζούσε σε πόλη άνω των 5.000 κατοίκων. Το γεγονός αυτό επέφερε μια αύξηση του βιοτεχνικού και εμπορικού ποσοστού στο 25% του ενεργού πληθυσμού.[8] Στις 29 Ιανουαρίου 1907, έπειτα από την καταγραφή των διισταμένων απόψεων του βιομηχανικού και εμπορικού κόσμου όσον αφορά τον οικονομικό προσανατολισμό της χώρας, ιδρύθηκε ο «Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών» (Σ.Ε.Β.Β.). Η εξέλιξη αυτή απαντούσε τόσο στην ανάγκη προώθησης των συμφερόντων της πρώιμης ελληνικής βιομηχανίας, όσο και στις συνεχώς αυξανόμενες διεκδικήσεις των εργατικών στρωμάτων.[9] Αρχικά ένα τμήμα των μικρομεσαίων στρωμάτων θεώρησε ότι ο Σ.Ε.Β.Β., αποτελώντας μια νέα σωματειακή στέγη, θα εκπλήρωνε τις οικονομικές διεκδικήσεις τους. Σύντομα όμως έγινε φανερό πως οι προσδοκίες τους θα διαψεύδονταν.

 

 Το ίδιο έτος αποφασίστηκε η εκ νέου ανασύνταξη του Συνδέσμου των Συντεχνιών, ο οποίος από τις αρχές του αιώνα βρισκόταν πάλι σε κρίση. Στις 30 Μαΐου του 1907 στην αίθουσα της Αδελφότητας των Κουρέων ψηφίστηκε νέο Καταστατικό, βάσει του οποίου εκλέχτηκε Διοικητική Επιτροπή. Πρόεδρος αναδείχτηκε ο Φώτης Παπαφώτης, πρόεδρος του Συνδέσμου Καπνεμπόρων και Καπνοπωλών, ο οποίος μάλιστα συμμετείχε και στη πρώτη διοικητική επιτροπή του Σ.Ε.Β.Β.. Στη θέση του γενικού γραμματέα αναδείχθηκε ο Π. Α. Αντωνόπουλος.[10] Στη διοίκηση εξελέγησαν πρόεδροι τόσο επαγγελματικών όσο και εργατικών συντεχνιών, δείγμα του διαταξικού χαρακτήρα του Συνδέσμου. Σύμφωνα με το καταστατικό του, πρωταρχικός σκοπός του Συνδέσμου ήταν η ανάπτυξη και ενίσχυση των Συντεχνιών και η υποστήριξη των δικαιωμάτων της τάξης με όλα τα νόμιμα μέσα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στο εξώφυλλό του, απεικονίζονταν δύο ενωμένα χέρια που συνοδεύονταν από την φράση «ισχύς εν τη ενώσει», ενώ σύμβολο του Συνδέσμου – όπως απεικονιζόταν στη σφραγίδα του – ήταν ο φοίνικας, ο οποίος προφανώς αποτύπωνε τη θέληση αναγέννησης του συντεχνιακού θεσμού.

 

 

 

Πηγή: ΓΣΕΒΕΕ

 

 

ΣΒ

 


([1] Ν. Ποταμιάνος, Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη της Αθήνας. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες 1880-1925, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Ρέθυμνο: Παντεπιστήμιο Κρήτης, 2011, σ.248-251.

[2] Γκούτος, ό.π.,σ.232-233, 247.)

[3] Στο ίδιο, σ.68-76∙ Ποταμιάνος, ό.π., σ.255-257.

[4] Ποταμιάνος, ό.π., σ.283-307.

[5] Δ. Α. Ζώτος, Η οργάνωσις της επαγγελματικής και βιοτεχνικής τάξεως εν Ελλάδι, έκδ. Επαγγελματικού Τμήματος Επιμελητηρίου Πειραιώς: [Πειραιεύς], 1925, σ.22-23.

[6] Στο ίδιο, σ.588.

[7] Παλιγγενεσία 1/12/1895· Ποταμιάνος, ό.π., σ.832, 834-836.

[8] Καραμούζης & Ευστρατίου, ό. π., σ.28.

[9] Γ. Μ. Πανσεληνά & Μ. Μαυροειδή, Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών, Ένας αιώνας στην υπηρεσία της επιχειρηματικής ιδέας, Αθήνα: ΣΕΒ, 2007, σ.70.

[10] Στο ίδιο, σ.72· Ποταμιάνος, ό.π., σ.859.

Ψηφιακός Βοηθός Ε.Ε.Α.
Έναρξη συνομιλίας