Καταχρηστική επίσχεση εργασίας και καταβολή μισθών και ασφαλιστικών εισφορών

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΝΣΚ 225/2018 

Με την ανωτέρω ατομική γνωμοδότηση του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε ερώτημα, που έθεσε σε αυτό Εφορία Αρχαιοτήτων, σχετικά με την υποχρέωση της να καταβάλλει τον συμφωνημένο μισθό και τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές σε εργαζομένους, τους οποίους είχε προσλάβει με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίοι προχώρησαν σε επίσχεση εργασίας, λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των δεδουλευμένων και σε καταγγελία στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ, καθώς η Εφορία Αρχαιοτήτων ισχυρίζονταν ότι, η καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων δεν προέρχεται από δική της υπαιτιότητα, αλλά από καθυστερήσεις στην χρηματοδότηση του όλου έργου, το οποίο είχε ενταχθεί σε επιδοτούμενο Κοινοτικό πρόγραμμα .

Τα σχετικά με την καταχρηστικότητα της επίσχεσης εργασίας ζητήματα, τα οποία έκρινε η ως άνω Γνωμοδότηση παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ειδικότερα και σύμφωνα με την ως άνω Γνωμοδότηση:

Στο άρθρο 325ΑΚ ορίζεται ως δικαίωμα επίσχεσης, το δικαίωμα του οφειλέτη μιας παροχής να παρακρατήσει αυτή, μέχρι ότου ο δανειστής εκπληρώσει προς αυτόν  (τον οφειλέτη) τη δική του συναφή παροχή . Το εν λόγω δικαίωμα επίσχεσης έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ενοχικής αμφοτεροβαρούς σύμβασης εργασίας (648επ. ΑΚ), με την οποία, ο μεν εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση παροχής εργασίας, ο δε εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής του συμφωνημένου, ή συνηθισμένου μισθού, καταβλητέου κατά κανόνα, μετά την παροχή της εργασίας. Εάν παρέλθει η ημέρα κατά την οποία ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή του μισθού, καθίσταται αυτός υπερήμερος και ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη, σχετικά με την παροχή εργασίας που έχει ήδη προσφέρει. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325ΑΚ, να απέχει από την προσφορά μελλοντικής εργασίας του, ωσότου ο εργοδότης καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές (ΑΠ 1412/1986, ΑΠ 1603/1987, ΕφΑθ 1585/2015).Το δικαίωμα αυτό έχουν και οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ΝΣΚ 38/2011, ΝΣΚ 276/2010, Α.Ι. Τάχου –Ι.Λ. Συμεωνίδη, Ερμ. Υπαλληλικού Κώδικα μ, άρθρο 18).

Το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας  ασκείται κατ’ αρχήν, άτυπα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του εργοδότη (ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1217/2013), με απευθυντέα εξώδικη έγγραφη, ή και προφορική δήλωση (ΕφΑθ 5882/2007,ΕφΑθ 1585/2005). Η δήλωση αυτή εφόσον είναι σαφής και συναρτάται ρητά προς ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη, επιφέρει τα αποτελέσματα της αφ’ ής περιέλθει σε γνώση του εργοδότη (ΕφΑθ 2685/2006). Ειδικότερα, από τη στιγμή που ο εργαζόμενος θα εκφράσει προς τον εργοδότη τη βούληση του για άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, ο υπερήμερος εργοδότης υποχρεούται, όσο διαρκεί η υπερημερία του, να καταβάλλει τις αποδοχές στον εργαζόμενο, σαν αυτός να εργάζονταν κανονικά, καίτοι ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία (ΑΠ 2094/2014). Ωστόσο, ο εργοδότης δικαιούται να εκπέσει από τις αποδοχές του διαστήματος της επίσχεσης ότι τυχόν, αποδεδειγμένα ωφελήθηκε ο εργαζόμενος από τη ματαίωση της εργασίας του, ή από την προσφορά αυτής σε άλλο εργοδότη, κατά το διάστημα της επίσχεσης (ΕφΑθ 3387/1986, ΝΣΚ 736/1987,ΝΣΚ 296/1994).

Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, κατά το διάστημα της επίσχεσης, διατηρείται άθικτη η υποχρέωση του εργοδότη και του Δημοσίου, να καταβάλλει μισθό προς τον συμβασιούχο ΙΔΟΧ και εν γένει προς τον μισθωτό και διατηρείται ενεργή η ασφαλιστική σχέση του συμβασιούχου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί με τους ίδιους όρους και συνέπειες από την άποψη της καταβολής εισφορών στον οικείο ασφαλιστικό φορέα. Όμως, όπως κάθε δικαίωμα έτσι και το δικαίωμα του συμβασιούχου του Δημοσίου – και κάθε εργαζομένου – για επίσχεση εργασίας πρέπει να ασκείται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού, για τον οποίο θεσπίστηκε (ΑΚ 281). Διαφορετικά, η άσκηση του είναι καταχρηστική και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή ο εργοδότης (και το Δημόσιο) δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν οφείλει στον συμβασιούχο μισθό και ασφαλιστικές εισφορές του διαστήματος της καταχρηστικής επίσχεσης (ΝΣΚ 103/2018).

Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων, ως περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της μελλοντικής εργασίας έχουν κριθεί ενδεικτικά οι εξής περιπτώσεις: α) όταν η καθυστέρηση καταβολής του μισθού οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις, ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του εργοδότη, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς για αυτόν αιφνίδιες αντιξοότητες (ΑΠ 2094/2014), β) όταν προκύπτει με ασφάλεια ότι, θα πληρωθεί η αξίωση του εργαζομένου (ΑΠ 790/2014), γ) όταν η επίσχεση εργασίας του μισθωτού προξενεί στον εργοδότη δυσβάσταχτη ζημία, δυσανάλογη προς το αποτέλεσμα που επιδιώκει ο εργαζόμενος, που ασκεί το δικαίωμα, ή η αντιπαροχή του εργοδότη είναι ασήμαντη (ΑΠ 1586/2010, ΑΠ1264/1986), δ) όταν το διάστημα της καθυστέρησης δεν είναι αξιόλογο, κατά συνεκτίμηση των ατομικών, οικογενειακών, και οικονομικών αναγκών του εργαζομένου (ΕφΑθ 1585/2005, ΕφΑθ 306/1970), και ε) όταν ο εργαζόμενος παρ’ ότι μπορούσε εύκολα να ανεύρει απασχόληση σε άλλο εργοδότη, εντούτοις απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, κατά το διάστημα της επίσχεσης, προκειμένου να δικαιούται αποδοχών υπερημερίας, χωρείς να εργάζεται. Στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης της οκνηρίας, ή της κακοβουλίας του μισθωτού (ΑΠ 1248/2015) .

Στην περίπτωση της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους συμβασιούχου ΙΔΟΧ απασχολούμενου στο Δημόσιο, η αρμόδια για την καταβολή της μισθοδοσίας του υπηρεσία δύναται και οφείλει να εκτιμήσει την τυχόν καταχρηστικότητα της επίσχεσης, συνεκτιμώντας τις ειδικές συνθήκες κάθε περίπτωσης Εάν κριθεί ότι, η γενόμενη επίσχεση ασκήθηκε εντός  των ορίων του άρθρου 281ΑΚ, η υπηρεσία δεν οφείλει αποδοχές, ούτε και ασφαλιστικές εισφορές του διαστήματος της καταχρηστικής επίσχεσης . Σε περίπτωση έκδοσης πράξεων καταλογισμού εισφορών εκ μέρους του ασφαλιστικού φορέα του συμβασιούχου, για το διάστημα της καταχρηστικής επίσχεσης η υπηρεσία πρέπει να ασκήσει κάθε διοικητικό ή άλλο μέσο, προκειμένου να υποστηρίξει την ανυπαρξία της οφειλής της, λόγω καταχρηστικότητας.

Σε κάθε περίπτωση οι σχετικοί ισχυρισμοί θα εξεταστούν από τα αρμόδια ασφαλιστικά όργανα, τα οποία στο πλαίσιο του καθήκοντος τους να εφαρμόζουν την κοιωνικοασφαλι8στική νομοθεσία, οφείλουν να ελέγχουν όλες τις επιμέρους παραμέτρους υπαγωγής  ενός προσώπου στην ασφάλιση και να προβαίνουν στην εκφορά της δικής τους κρίσης (ΝΣΚ 136/206, έγγραφο ΕΦΚΑ με αριθμ. πρωτ. Δ.ΑΣΦ.1010/1372291/2017 περί  Ασφαλιστικής Τακτοποίησης  κατά την επίσχεση εργασίας ).

Τέλος, το ΝΣΚ στην προκειμένη κρινόμενη έκρινε ότι, η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης των εργαζομένων με σύμβαση ΙΔΟΧ της Εφορίας Αρχαιοτήτων έγινε μεν νομότυπα και με την τήρηση των όρων που ο νόμος προβλέπει, όμως ερευνητέο τυγχάνει το ζήτημα της τυχόν καταχρηστικής άσκησης αυτού, πλην όμως, η εκτίμηση περί καταχρηστικότητας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο γνωμοδότησης του ΝΣΚ, καθώς τον σχετικό ισχυρισμό οφείλει να διενεργήσει η έχουσα την πλήρη εικόνα του ζητήματος, υπηρεσία της Εφορίας Αρχαιοτήτων, η οποία  θα κρίνει αν στην ερευνώμενη επίσχεση εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικότητας, σύμφωνα με την πάγια, ως άνω νομολογία των Δικαστηρίων, σε συνδυασμό με τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες των συμβασιούχων, αλλά και τις ειδικές συνθήκες της υπόθεσης.

Εάν μετά από αιτιολογημένη αξιολόγηση, η αρμόδια Υπηρεσία κρίνει ότι, η εκ μέρους των συμβασιούχων επίσχεση εργασίας δεν ασκήθηκε καταχρηστικά οφείλει να καταβάλλει τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές του διαστήματος της επίσχεσης, ενώ σε περίπτωση που κρίνει ότι η επίσχεση ασκήθηκε καταχρηστικά δεν οφείλει να καταβάλλει μισθούς και εισφορές, οίκοθεν δε νοείται ότι, τόσο οι συμβασιούχοι, όσο και η υπηρεσία δύνανται να προσφύγουν στα αρμόδια Δικαστήρια, στα οποία ανήκει και η τελική κρίση και εκτίμηση περί καταχρηστικότητας.