Καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγής σε σύμβαση μικτής ασφάλισης αυτοκινήτου

Του Κωνσταντίνου Λάιου, Νομικού Συνεργάτη του ΕΕΑ


ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ του Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) που εξαιρούσε την κάλυψη των ιδίων ζημιών του αυτοκινήτου στην περίπτωση οδήγησής του από οδηγό ηλικίας κάτω των είκοσι πέντε (25) ετών.

Ο ελεγχόμενος συμβατικός όρος, που αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2251/1994 ήταν καταχρηστικός κατά τη γενική ρήτρα της παρ. 6 του ίδιου άρθρου και για το λόγο αυτό άκυρος.

Συνεπώς το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω διατάξεων. Τούτο δε διότι: ενόψει των παραδοχών του:

α) ότι ο όρος αυτός ήταν μονομερώς προδιατυπωμένος για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων και δεν υφίστατο κατά την κατάρτιση της σύμβασης δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, ως προς το περιεχόμενο του όρου, αφού, όπως δέχτηκε ανελέγκτως, μολονότι ο ανωτέρω ειδικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, στην περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του παρεκκλίνει από την αίτηση με την οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δεν είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του αλλά το 23ο έτος ζήτησε την ασφαλιστική κάλυψη των ιδίων ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος του και συνεπώς θα ήταν ο δικαιούχος του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ουδέποτε αναπτύχθηκε ούτε επισημάνθηκε στον ενάγοντα, κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, ούτε σημειώθηκε στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 2 § 5 του Ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική σύμβαση κ.λπ.»,

β) ότι λήπτης του έννομου αγαθού της ασφάλισης και αντισυμβαλλόμενος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία είχε τεθεί από την τελευταία ο ως άνω όρος, ήταν ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης το 25ο έτος της ηλικίας του αλλά το 23ο έτος του,

γ) ότι με βάση τις γενόμενες δεκτές από το Εφετείο παραπάνω περιστάσεις της ένδικης σύμβασης η διατήρηση της ισχύος του προπαρασκευασμένου έντυπου γενικού όρου συναλλαγών του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη ιδίων ζημιών, περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα του ενάγοντος, που προκύπτουν από τη φύση της άνω σύμβασης και οδηγούν σε διακινδύνευση του κύριου σκοπού της, που ήταν η κάλυψη των ιδίων ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος ενώ αντιθέτως, για τους λόγους που αναφέρει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργηση τούτου ενέχει ως συνέπεια σημαντική επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, τέτοια, που να θεμελιώνει ολική απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας από την ευθύνη της για την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου οχήματος από τον κίνδυνο ιδίων ζημιών και

επομένως ο ελεγχόμενος συμβατικός όρος, που αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2251/1994 ήταν καταχρηστικός κατά τη γενική ρήτρα της παρ. 6 του ίδιου άρθρου και για το λόγο αυτό άκυρος.

Αριθμός 413/2019                                                                                          

ΤO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές……………………………………………………………………….

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις …………….. , με την παρουσία και του Γραμματέα ……………………………………. , για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία……………………… , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………………………………………..

Του αναιρεσιβλήτου: ……………………………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του …………………………………………………………….

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ……………………  αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……………………….. οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ……………….  του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …………….. αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη ………………………..  που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμό ……………..  απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 14-1-2014 (αριθμό κατάθεσης …………… /2014) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθμό …………….. /2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, των άρθρων 681Α, 666 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, το οποίο είχε απορρίψει την από 14-1-2009 και με αριθμό κατάθεσης …………/2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας που αφορούσε την επιδίκαση ασφαλιστικής αποζημίωσης, απορρέουσας από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης ιδίων ζημιών του αυτοκινήτου του (μικτή ασφάλιση), δέχτηκε κατ’ ουσία την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.

Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) είναι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Ως ΓΟΣ νοούνται εκείνοι οι συμβατικοί όροι, που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζει εκ των προτέρων κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσουν το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού συμβάσεων. Κύριο χαρακτηριστικό των ΓΟΣ είναι η μονομερής προδιατύπωση, με την έννοια ότι ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου που τις προδιατύπωσε δεν μετείχε στη διαμόρφωσή τους. Αυτό το χαρακτηριστικό όμως δεν αρκεί. Απαιτείται, περαιτέρω, να μην υφίστατο κατά την κατάρτιση της σύμβασης δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης ως προς το περιεχόμενο των όρων. Αντίποδας αυτών (ΓΟΣ) είναι οι ειδικοί όροι, που συμφωνήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση ύστερα από διαπραγμάτευση, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι προστατευτικές υπέρ του καταναλωτή διατάξεις…………  Συνήθης είναι η χρήση ΓΟΣ και στις ασφαλιστικές συμβάσεις του ν. 2496/1997, διότι περιέχουν ασφαλιστικούς όρους, γενικούς και ειδικούς, τους οποίους ο ασφαλιστής επαναλαμβάνει ομοιόμορφα στις συμβάσεις του και δεν διαπραγματεύεται το περιεχόμενο αυτών με κάθε λήπτη ασφάλισης, αλλά τους έχει ετοιμάσει εκ των προτέρων, έτσι ώστε ο μέλλων να ασφαλιστεί ή τους δέχεται όλους και προσχωρεί στη σύμβαση ή δεν τους δέχεται και δεν συνάπτεται η σύμβαση. Ωστόσο, η ασφαλιστική σύμβαση περιέχει και όρους, που έχουν συνταχθεί μετά από διαπραγμάτευση με το λήπτη. Τέτοιοι είναι οι όροι, που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, όπως είναι τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, οι κίνδυνοι που καλύπτονται, η περιουσία ή το αντικείμενο που ασφαλίζεται και η χρηματική αξία αυτών, η διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο, ο χρόνος και ο τόπος έκδοσης του ασφαλιστηρίου, το τυχόν ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή και γενικά τα κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997 στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 2, και ό,τι άλλο επί πλέον στοιχείο απαιτεί η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως τυχόν ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή για ένα μέρος της κάθε ζημίας κ.λπ. Συνεπώς, οι όροι αυτοί (καλούμενοι και «χειρόγραφοι») περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε ο λήπτης και όχι τους γενικούς όρους με τους οποίους ο ασφαλιστής παρέχει την κάλυψη ομοιόμορφα στους πελάτες του. Έτσι δεν τίθεται γι’ αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 2251/1994 (ΑΠ 788/2018).

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 « περί προστασίας των καταναλωτών », όπως η παρ. 6 του άρθρου 2 αντικαταστάθηκε από το εδάφιο β’ της παρ. 24 του άρθρου 10 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚ Α’ 199), με έναρξη ισχύος της την 28.9.1999                  « Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται ». Κατά δε την § 7 του ίδιου άρθρου, καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική  απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών όταν, εκτός άλλων…, ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Οι ενδεικτικά αναφερόμενοι στην ανωτέρω παράγραφο γενικοί όροι, θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των γενικών όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ), αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει, κάθε φορά, το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, ως υπέρμετρη. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων, στη συγκεκριμένη σύμβαση, μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Δηλαδή, ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει ν’ αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια. Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης, ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν θεωρείται υπέρμετρη. Για να ορισθεί ουσιώδης ή σημαντική η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει τη μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης, που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου, και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης. Εν τέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 § 7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 296/2001 ΕλλΔνη 42.1321, ΑΠ 1401/1999 ΕλλΔνη 41.56, ΔΕΕ 2000.192). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔκ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 976/2012, ΑΠ 1522/ 2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων  όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε άκυρο ως καταχρηστικό τον όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ιδίων ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος του ενάγοντος και ακολούθως, στηριζόμενο στην κρίση του αυτή δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία, παραβίασε, αφ’ ενός μεν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 361 ΑΚ, 1 § 1, 2 §§ 1, 2, 4, 5 και 6, 6 § 1 και 8 § 1 του ν. 2496/1997, με το να μην τις εφαρμόσει, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφ’ ετέρου δε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 2 § 1 και 6 του ν. 2251/1994, τις οποίες εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες, άλλως διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την κρίση του περί της καταχρηστικότητας του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αγωγής και προτάσεων) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος, με την απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 14-1-2009 αγωγή του, επικαλούμενος την κατάρτιση μεταξύ αυτού και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας σύμβασης προαιρετικής κάλυψης ιδίων ζημιών (μικτή ασφάλιση) για το  … ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, διάρκειας από 1-4-2008 μέχρι 1-4-2009, καθώς και ότι στις 25-10-2008, από υπαιτιότητά του έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα (εκτροπή του αυτοκινήτου του, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, και πρόσκρουση με μαντρότοιχο), εξ αιτίας του οποίου το αυτοκίνητό του υπέστη ζημιές για την αποκατάσταση των οποίων δαπάνησε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει ως αποζημίωση (λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου) το ποσό των 13.436,338 ευρώ, πλέον τόκων. Προς απόκρουση της από 14-1-2009 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα, πρότεινε παραδεκτά, με σχετική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά και με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ένσταση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, στηριζόμενη σε σχετικό όρο της μεταξύ τους συναφθείσας ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, «σε περίπτωση ατυχήματος επερχόμενου όταν το ασφαλισμένο όχημα οδηγείται από οδηγό που δεν έχει συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του, όπως ο ενάγων, η Εταιρεία απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη της για καταβολή αποζημίωσης». Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), προς απόκρουση της ως άνω ένστασης, πρότεινε την αντένσταση της ακυρότητας, ως καταχρηστικού, του συγκεκριμένου όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης προαιρετικής ασφάλισης ιδίων ζημιών (εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, στην περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος, κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του), επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 2 §§ 1 και 6 του ν. 2251/1994.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό ………………… απόφασή του δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: « Με σύμβαση μικτής ασφάλισης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/2008 πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ενάγοντος για τις σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες που θα προκαλούνταν σε τρίτους από την κυκλοφορία του υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ….-… ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του καθώς και την προαιρετική κάλυψη των ιδίων ζημιών από την κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος, μέχρι του ποσού των 18.288 ευρώ, με απαλλαγή ποσού 250 ευρώ, για την ασφαλιστική περίοδο από 1-4-2008 έως 1-4-2009, έναντι ολικών ασφαλίστρων ποσού 733,64 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο). Σύμφωνα με τον 1ο όρο του ως άνω ασφαλιστηρίου, που αναγράφεται με ψιλά γράμματα στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας αυτού, η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις και τους γενικούς και ειδικούς όρους (αστικής ευθύνης και προαιρετικών καλύψεων), που περιλαμβάνονται στις επόμενες σελίδες του ασφαλιστηρίου, ενώ, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην αρχή του κεφαλαίου με τίτλο « Γενικοί Όροι Προαιρετικών Καλύψεων Αυτοκινήτου», όλες οι προαιρετικές καλύψεις αυτοκινήτου «διέπονται από το Ν.Δ. 400/1970, το Ν. 2496/97 όπως ισχύουν, την πρόταση ασφάλισης, τα όσα αναφέρονται στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου καθώς και από τους κατωτέρω όρους..», σύμφωνα δε με τα αναγραφόμενα στην αρχή του κεφαλαίου με τίτλο «Ειδικοί Όροι Προαιρετικών Καλύψεων Αυτοκινήτου», οι προαιρετικές ασφαλιστικές καλύψεις και εφόσον αυτές έχουν παρασχεθεί «διέπονται εκτός από τους ανωτέρω γενικούς όρους και από τους κατωτέρω ειδικούς επί μέρους όρους, διευκρινίσεις και εξαιρέσεις». Ειδικότερα, στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 6 των άνω Ειδικών Όρων με τίτλο «Ίδιες Ζημίες (Μικτή)» ορίζονται τα ακόλουθα «1. Η ασφάλιση ιδίων ζημιών καλύπτει ζημίες στο ασφαλισμένο αυτοκίνητο μέχρι του ύψους του αναφερόμενου στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, προκαλούμενες αποκλειστικά και μόνο από σύγκρουση, πρόσκρουση, εκτροπή και ανατροπή του, με την προϋπόθεση ότι οδηγείται από το νόμιμο κάτοχό του… 4. Σε περίπτωση ατυχήματος επερχόμενου  όταν το ασφαλισμένο όχημα οδηγείται από οδηγό που δεν έχει συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του ή έχει συμπληρώσει το 70° έτος της ηλικίας του, η Εταιρεία απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη της για καταβολή αποζημίωσης».

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις …………. 2008 και περί ώρα 04:40 π.μ., ο ενάγων, οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητό του, επί ……………………………… από αμέλεια του και έλλειψη της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, κινούμενος σε δεξιά, κατά την πορεία του καμπύλη της οδού, στη διασταύρωσή της με την κεντρική………………… , απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτό της πορείας του προς τα αριστερά, να επιπέσει με σφοδρότητα σε παρακείμενο μανδρότοιχο και να υποστεί εκτεταμένες βλάβες στο εμπρόσθιο τμήμα του, γεγονός που συνομολογείται από την εναγόμενη, καθόσον δεν αμφισβητείται ειδικά από αυτήν (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Ο ενάγων ειδοποίησε εγγράφως την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για το άνω ατύχημα, εμπροθέσμως, ήτοι εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας των 8 ημερών από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (άρθρο 5 περ. 1 των «Γενικών Όρων Προαιρετικών Καλύψεων Αυτοκινήτου»), με την από ….. 2008 δήλωση ατυχήματος για τις ίδιες ζημίες του ασφαλισμένου οχήματος πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε την καταβολή του συμφωνηθέντος ασφαλίσματος (ασφαλιστικής αποζημίωσης), επικαλούμενη την εφαρμογή του ως άνω ειδικού όρου του Αρείου Πάγου εξαίρεσής της από την ασφαλιστική κάλυψη, για το λόγο ότι ο ενάγων, αντισυμβαλλόμενός της και οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του. Όπως, όμως, αποδείχθηκε, ο ανωτέρω ειδικός όρος εξαίρεσης, μολονότι παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, ουδέποτε αναπτύχθηκε ούτε επισημάνθηκε στον ενάγοντα, κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, ούτε σημειώθηκε στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 2 § 5 του Ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική σύμβαση κ.λπ.». Αντίθετα, στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας του ασφαλιστηρίου, με πολύ μικρά γράμματα (ψιλά γράμματα), κατά πολύ μικρότερα από αυτά του υπόλοιπου κειμένου της πρώτης σελίδας του ασφαλιστηρίου, αναγράφεται στο τελευταίο εδάφιο του 1ου όρου του ασφαλιστηρίου η φράση: «Εφιστάται η προσοχή του λήπτη της ασφάλισης στους όρους αυτούς και ιδιαίτερα στις εξαιρέσεις από τις ασφαλιστικές καλύψεις». Όμως, ο ανωτέρω όρος εξαίρεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική κάλυψη, ως προπαρασκευασμένος έντυπος γενικός όρος συναλλαγών του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ήτοι όρος που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού ληφθούν υπόψη η φύση και ο σκοπός της εν λόγω ασφάλισης καθώς και τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και τα συμφέροντα του ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, σύμφωνα και με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, κρίνεται από το Δικαστήριο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 2 §§ 1 και 6 του Ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», που ενσωμάτωσε την οδηγία 93/13 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων με καταναλωτές, ότι είναι καταχρηστικός και επομένως άκυρος.

Είναι δε καταχρηστικός ο όρος αυτός ως εξαίρεση ασφαλιστικής κάλυψης, διότι, ενώ περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα του ενάγοντος, που προκύπτουν από τη φύση της άνω σύμβασης και οδηγούν σε διακινδύνευση του κύριου σκοπού της, που ήταν η κάλυψη των ιδίων ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος, δεν είχε γίνει ρητή επισήμανση αυτού (όρου), κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης και ο ενάγων τον εν λόγω όρο τον αγνοούσε, χωρίς υπαιτιότητά του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η οδήγηση ενός οχήματος της κατηγορίας του ασφαλισμένου από άτομο άνω των 23 ετών, που ήταν ο ίδιος κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης και 24 και πλέον ετών, που ήταν κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει σημαντική επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, τέτοια που να θεμελιώνει ολική απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας από την ευθύνη της για την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου οχήματος από τον κίνδυνο ιδίων ζημιών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η άδεια ικανότητας οδήγησης οχημάτων της κατηγορίας του άνω ασφαλισμένου ΙΧΕ αυτοκινήτου μπορεί να αποκτηθεί από την ηλικία των 18 ετών, ο ίδιος δε την είχε αποκτήσει από το έτος 2003, ήτοι σε ηλικία 19 ετών. Εξάλλου, μολονότι ήταν ο ίδιος ο ενάγων αντισυμβαλλόμενος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και από τα προσκομισθέντα, κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και η άδειά του ικανότητας οδήγησης, καθίστατο σαφές, ότι θα οδηγούσε ο ίδιος ή και ο ίδιος το ασφαλισμένο όχημα, ιδιοκτησίας του δεν του επισημάνθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης η ως άνω εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη κατά του κινδύνου των ιδίων ζημιών.

Επομένως, η διατήρηση του ως άνω όρου σε ισχύ, θα είχε ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ενάγοντος και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας.

Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση εξαίρεσής της από την ασφαλιστική κάλυψη, για το λόγο ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω ακυρότητας, ως καταχρηστικού, του επικαλούμενου από αυτήν για την απαλλαγή της ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, γενομένης δεκτής ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της προβληθείσας από τον ενάγοντα αντένστασης καταχρηστικότητας του ως άνω όρου, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 2§1 και 6 του Ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών».

Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, κατά τους σχετικούς λόγους της και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί στην ουσία της, από το Δικαστήριο τούτο, η από …………….. 2009 αγωγή (άρθρα 535 παρ. 1 και 536 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία…».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, και αφού, μετά από εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του ως άνω λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης για να δικαστεί κατ’ ουσία το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως ασφάλισμα από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το ποσό των 7.636,79 ευρώ, ακολούθως, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη κατά το ποσό αυτό και, υποχρέωσε την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ………………………………… να καταβάλει στον ενάγοντα ………… το ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (7.636,79), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα, ότι ήταν καταχρηστικός και επομένως άκυρος ο ανωτέρω όρος της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, διέλαβε δε, στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω διατάξεων. Τούτο δε διότι: ενόψει των παραδοχών του: α) ότι ο όρος αυτός ήταν μονομερώς προδιατυπωμένος για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, και δεν υφίστατο κατά την κατάρτιση της σύμβασης δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, ως προς το περιεχόμενο του όρου, αφού, όπως δέχτηκε ανελέγκτως, μολονότι ο ανωτέρω ειδικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, στην περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του παρεκκλίνει από την αίτηση με την οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δεν είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του αλλά το 23ο ζήτησε την ασφαλιστική κάλυψη των ιδίων ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος του, και συνεπώς θα ήταν ο δικαιούχος του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ουδέποτε αναπτύχθηκε ούτε επισημάνθηκε στον ενάγοντα, κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, ούτε σημειώθηκε στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 2 § 5 του Ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική σύμβαση κ.λπ.», β) ότι λήπτης του έννομου αγαθού της ασφάλισης και αντισυμβαλλόμενος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία είχε τεθεί από την τελευταία ο ως άνω όρος, ήταν ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης το 25ο έτος της ηλικίας του, αλλά το 23ο, γ) ότι με βάση τις γενόμενες δεκτές από το Εφετείο παραπάνω περιστάσεις της ένδικης σύμβασης η διατήρηση της ισχύος του προπαρασκευασμένου έντυπου γενικού όρου συναλλαγών του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη ιδίων ζημιών, περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα του ενάγοντος, που προκύπτουν από τη φύση της άνω σύμβασης και οδηγούν σε διακινδύνευση του κύριου σκοπού της, που ήταν η κάλυψη των ιδίων ζημιών του ασφαλισμένου οχήματος, ενώ αντιθέτως, για τους λόγους που αναφέρει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργηση τούτου ενέχει ως συνέπεια σημαντική επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, τέτοια, που να θεμελιώνει ολική απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας από την ευθύνη της για την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου οχήματος από τον κίνδυνο ιδίων ζημιών, ο ελεγχόμενος συμβατικός όρος, που αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2251/1994 ήταν καταχρηστικός κατά τη γενική ρήτρα της παρ. 6 του ίδιου άρθρου και για το λόγο αυτό άκυρος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ αμφότερα τα μέρη του……………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …………..  αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθμό ……… απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών…………………………………………………………………………………