Καταγγελία σύμβασης εργασίας – Νόμιμη μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπ. αριθμ. 1861/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ( Εργατικές Διαφορές ) , την οποία με επιμέλεια της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Κ. Νικούλη δημοσιεύει ο ΔΣΑ, καθώς εξετάζει το σημαντικό ζήτημα της δυνατότητας μη καταβολής αποζημίωσης από τον εργοδότη στον απολυόμενο υπάλληλο, ενώ παράλληλα είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν συσχετισθεί με τις πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις στο ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς βάσιμο λόγο.

Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε σε αγωγή την οποία άσκησε μισθωτός, ο οποίος είχε προσληφθεί από μεταφορική εταιρεία, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου. Η εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωσή του, με αποτέλεσμα ο υπάλληλος να προσφύγει δικαστικά και μεταξύ άλλων απαιτήσεων του (που αφορούσαν τη μη καταβολή επιδομάτων και αποδοχών αδείας,  μισθούς υπερεργασίας κ.λπ.) να αξιώνει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του και ο υπάλληλος προσέβαλε την απόφαση αυτή στο Εφετείο το οποίο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης έκρινε τα εξής:

Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.2556/1997 η καταγγελία της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Επίσης, ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξαρτήτως από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας.

Όταν, όμως, ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του Ν.2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για αποζημίωση λόγω απόλυσης, ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τήρησης των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της ένστασης για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 182/2008 δημ. Νόμος).

Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ως άνω πρόθεσης του μισθωτού περί εκμετάλλευσης της νομοθετικής επιλογής περί παροχής αποζημίωσης, συμβάλλουν οι συχνές προειδοποιήσεις προς αυτόν, των οποίων η εξακολουθητική παραγνώριση υποδηλώνει μια ευσυνείδητη και ενδεχομένως με απώτερα κίνητρα παραβατική συμπεριφορά.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με την από 13-9-2002 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη για να εργαστεί ως οδηγός εθνικών μεταφορών, με δρομολόγια από τη Θεσσαλονίκη προς το λιμάνι του Πειραιά και αντιστρόφως. Κατά την πρόσληψη του συμφωνήθηκε να εργάζεται οκτώ ώρες καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή και να αμείβεται σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων.

Κατά την διάρκεια της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στην αρμόδια  Επιθεώρηση Εργασίας και κατήγγειλε την εργοδότρια εταιρεία ότι δεν του καταβάλλει την νόμιμη αμοιβή του για υπερωριακή εργασία και υπερεργασία, αλλά και διάφορα επιδόματα που αυτός δικαιούνταν.

Αντίστοιχα, η εργοδότρια εταιρεία διαμαρτυρήθηκε στον ενάγοντα για την άρνηση του να εκτελέσει τα συμβατικά ανειλημμένα καθήκοντα του και μάλιστα του απέστειλε δύο φορές έγγραφες διαμαρτυρίες. Ειδικότερα, με την από 25-8-2014 εξώδικη δήλωση-σύσταση-διαμαρτυρία και επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 1-9-2014 ανέφερε ότι ο εργαζόμενος όλως αντισυμβατικά αρνήθηκε να προβεί στην φόρτωση του επικαθήμενου φορτηγού σε πλοίο με προορισμό την Κρήτη , όπου θα παραλάμβανε τα ευπαθή προϊόντα που μετέφερε πελάτης της εργοδότριας εταιρείας, με αποτέλεσμα να προκληθεί σημαντική ζημία στην εργοδότρια εταιρεία , ενώ παράλληλα του εφιστούσε την προσοχή στην παράλειψη κάθε άλλης αντισυμβατικής του ενέργειας, δηλώνοντας του ότι έχει αντιληφθεί ότι μοναδικός σκοπός των αντισυμβατικών του ενεργειών είναι να εξωθήσει την εργοδότρια εταιρεία στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του  και στην καταβολή της μεγάλης αποζημίωσης.

Εν συνεχεία, όμως, ο ως άνω εργαζόμενος συνέχισε την αντισυμβατική του συμπεριφορά και η εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία απέστειλε και την από 20-10-2014 Εξώδικη Δήλωση – Καταγγελία Εργασιακής Συμβάσεως και Επιφύλαξη Δικαιωμάτων της, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα και με την οποία η εργοδότρια εταιρεία και πάλι διαμαρτύρονταν για νέα αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου και την αδικαιολόγητη άρνηση σας να εκτελέσετε τα καθήκοντα του και για το λόγο αυτό του  δήλωνε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και μάλιστα αζημίως, ήτοι χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, διότι η μόνιμη άρνηση του εργαζομένου να συμμορφωθεί στις εντολές και οδηγίες του εργοδότη και η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, καθιστά πλέον σαφές ότι στοχεύει, όλως καταχρηστικώς και κατά   παράβαση των χρηστών ηθών, στην πρόκληση της απολύσεως του  και στην είσπραξη της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Μετά από αυτ΄τον καλούσε να προσέλθει στα γραφεία της εργοδότριας εταιρίας προκειμένου να υπογράψει και να παραλάβει το έγγραφο της  καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Ο ενάγων βέβαια ισχυρίζεται η τέταρτη εναγομένη εταιρία μεθόδευσε την ως άνω καταγγελία και σκηνοθέτησε τα δύο προαναφερόμενα περιστατικά, μετά την προσφυγή του στο ΣΕΠΕ και τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών του, καθώς και την άρνηση του να εργάζεται υπερωριακά, ενόψει και του προβλήματος της υγείας του. Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι : α) η εναγομένη δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, αφού αυτός εργαζόταν σε αυτήν από το 2002, χωρίς στο παρελθόν να έχει προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα στην εργασία τους, β) το έτος 2008 ο ενάγων υποβλήθηκε σε σοβαρή εγχείρηση στη σπονδυλική στήλη και γι’ αυτό λάμβανε για μεγάλα διαστήματα αναρρωτικές άδειες, μετά τις οποίες και χωρίς την ανανέωση αυτών από το ΙΚΑ, η εναγομένη φρόντιζε άτυπα να μην τον επιβαρύνει με συνεχόμενα δρομολόγια. Βέβαια, ο ενάγων παραπονείται ότι τα διαστήματα αυτά η εναγομένη δεν του έδινε δρομολόγια για να τον εκδικηθεί για τις αναρρωτικές άδειες, πλην όμως τότε δεν διαμαρτυρήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, γ) δεδομένης της σοβαρής κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, ήταν πολύ δύσκολο να ασκήσει τα εργασιακά καθήκοντα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, αφού οι ώρες οδήγησης ήταν πολλές συνεχόμενες και θα επιδείνωναν την κατάσταση της υγείας του. Έτσι, ο ίδιος επιδίωξε την απόλυση του, έχοντας προαποφασίσει να αποχωρήσει από την εργασία του, λόγω του χρόνιου σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, το οποίο καθιστά αδύνατη την παροχή της εργασίας του.

Επιπλέον, ο ενάγων δεν προσκομίζει κάποια ιατρική γνωμάτευση για την κατάσταση της υγείας του, για τις εγχειρήσεις στις οποίες υποβλήθηκε και γενικότερα για τη δυνατότητα του να συνεχίσει να εργάζεται στην παραπάνω εργασία του, έστω και χωρίς την επιβάρυνση από την υπερωριακή εργασία του ή την τυχόν ανάγκη να σηκώσει κάποιο βάρος.

Επομένως, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και συνεπώς ορθά η εργοδότρια εταιρεία δεν κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, χωρίς εξ αυτού του λόγου να δημιουργείται ακυρότητα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση.