Το θέμα με την ελληνική οικονομία είναι ότι, μετά την τυπική έξοδο από τα μνημόνια, δεν έχει εμπεδώσει μια σταθερότητα στην ανάπτυξη ενώ επηρεάζεται αποσταθεροποιητικά από σειρά στοιχείων εντός και εκτός του χώρου της, που αυξάνουν τους κινδύνους και τις αβεβαιότητες.
Οι αβεβαιότητες αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα για το 2018 που δημοσιοποιήθηκε την 1η Απριλίου 2019. Σημειώνουμε μόνο ότι στη θέση της έκθεσης για αρνητική, μακροπρόθεσμα, επίδραση της αύξησης του κατώτατου μισθού, υπήρξαν πολλές αντιδράσεις και αντίθετες απόψεις, με την έννοια της ευρύτερης ομαλοποίησης του εργασιακού κλίματος και της αύξησης της κατανάλωσης η οποία ως ένα σημείο μπορεί να τραβήξει σε άνοδο την παραγωγή του ΑΕΠ.
Όπως αναφέρεται στην Έκθεση, παρά τη θετική πρόοδο που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα και καταγράφεται σε σημαντικά οικονομικά μεγέθη, διαμορφώνοντας ευνοϊκές προοπτικές για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, οι κίνδυνοι, εγχώριοι και εξωτερικοί, παραμένουν.
Σε ό,τι αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας το 2019 λόγω της αύξησης του εμπορικού προστατευτισμού, γεωπολιτικών κινδύνων και ευπαθειών στις αναδυόμενες οικονομίες. Σε συνδυασμό μάλιστα με πιθανές αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και με το ενδεχόμενο μιας μη συντεταγμένης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit), η οικονομική αβεβαιότητα επιτείνεται. Η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας που, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με το Brexit, ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην άνοδο των ελληνικών εξαγωγών και του τουρισμού.
Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, η ενδεχόμενη καθολική εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες έκριναν αντισυνταγματικές προγενέστερες περικοπές των συντάξεων και την κατάργηση των δώρων των συνταξιούχων, αποτελεί το σημαντικότερο δημοσιονομικό κίνδυνο μεσοπρόθεσμα. Και τούτο διότι η πρόσθετη δαπάνη δρα επιβαρυντικά στην ανάλυση βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, καθώς οδηγεί στην αναθεώρηση προς τα άνω της συνταξιοδοτικής δαπάνης και τροφοδοτεί αβεβαιότητα για τη δημοσιονομική πολιτική και την οικονομική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Στους εγχώριους κινδύνους που ενδέχεται να επηρεάσουν την πορεία της οικονομίας περιλαμβάνονται επίσης η υψηλή φορολόγηση και γενικότερα το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και τυχόν ανάκληση μεταρρυθμίσεων ή καθυστερήσεις στην υλοποίησή τους.
Επιπλέον, στην αγορά εργασίας η αύξηση του κατώτατου μισθού που νομοθετήθηκε τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, παρότι εκτιμάται ότι θα αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη όσον αφορά την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και κατ’ επέκταση της ιδιωτικής κατανάλωσης, μεσοπρόθεσμα αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την απασχόληση, κυρίως των νέων, καθώς και την ανταγωνιστικότητα της χώρας σε όρους σχετικού μοναδιαίου κόστους εργασίας. Παρεμβάσεις με ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μπορούν να αμβλύνουν τις δυσμενείς επιδράσεις, ενώ η αποτελεσματικότερη εποπτεία της αγοράς εργασίας μπορεί να αποτρέψει τον κίνδυνο αύξησης της αδήλωτης εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του μέσου μισθού πρέπει να συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ώστε να διασφαλιστούν τα οφέλη σε όρους ανταγωνιστικότητας και ανόδου της απασχόλησης από την επίπονη μεταρρυθμιστική προσπάθεια από το 2010 μέχρι σήμερα.
Τέλος, το 2019 αποτελεί για την Ελλάδα έτος πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων. Καθώς η χώρα εισέρχεται στον εκλογικό κύκλο, η επιβράδυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και η εντονότερη δημοσιονομική επέκταση ενισχύουν την οικονομική αβεβαιότητα.
Β