Κλοπή ασφαλισμένου οχήματος και ισχυρισμός για καταβολή μειωμένου ασφαλίσματος – ΑΠ 1260/2017

 Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Πολλές φορές οι ιδιοκτήτες ασφαλισμένων οχημάτων, τα οποία έχουν ασφαλίσει για την περίπτωση κλοπής, πυρκαγιάς, τρομοκρατικής ενέργειας κ.λ.π. έρχονται αντιμέτωποι με την άρνηση, ή τις αντιρρήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας να τους καταβάλει το σύνολο της αξίας του οχήματος, για την οποία το είχαν ασφαλίσει και για το οποίο καταβαλλόταν το ανάλογο ποσό ασφαλίστρου.

Τη λύση στο συγκεκριμένο αυτό ζήτημα έδωσε η υπ. αριθμ. 1260/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε επί αίτησης αναίρεσης ασφαλιστικής εταιρείας κατά απόφασης Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δικαίωσε τον ασφαλισμένο, υποχρεώνοντας την ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει ολόκληρο το συμφωνημένο ασφάλισμα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής:

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης), ή σε τρίτον παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση). Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου, κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται, να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες, για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Τέλος, κατά τα άρθρα 16 και 17τ ου ίδιου ως άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο          βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία, ή αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών, κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου .Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος, πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.

Ο ασφαλιστής μπορεί με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο να προβεί σε αποτίμηση της ασφαλισμένης περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή, το ασφάλισμα υπολογίζεται με βάση την αξία της αποτίμησης .Η αποτίμηση μπορεί να προσβληθεί μόνο για πλάνη, απάτη ή απειλή ή εικονικότητα (άρθρο 16). Στην ασφάλιση πραγμάτων, αν η αξία τους, που δηλώθηκε κατά την σύναψη της σύμβασης ( ασφαλιστική αξία ) υπολείπεται της τρέχουσας, ή αν δεν υπάρχει, της συνηθισμένης αξίας αυτών, κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, η ευθύνη του ασφαλιστή περιορίζεται στην αποκατάσταση ανάλογου μέρους της ζημίας .Αν η αξία των πραγμάτων που δηλώθηκε, κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, υπερβαίνει την τρέχουσα, ή αν δεν υπάρχει, τη συνηθισμένη αξία αυτών, κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους μπορεί να απαιτήσει την μείωση της ασφαλιστικής αξίας και του ασφαλίστρου, για το υπολειπόμενο διάστημα ισχύος της σύμβασης.

Σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για το υπερβάλλον. Αν η υπερασφάλιση οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, η ασφάλιση είναι άκυρη .Ο καλόπιστος ασφαλιστής δικαιούται τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα (άρθρο 17). Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται η αρχή του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να χρησιμοποιούν τη σύμβαση για τον πορισμό κέρδους, προς πραγματοποίηση του οποίου είναι ενδεχόμενη, η ψευδής αποτίμηση των ασφαλιζομένων πραγμάτων και στη συνέχεια, η από δόλο καταστροφή αυτών, δηλαδή η πρόκληση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, με μέσα, τα οποία αποκλείονται από την έννομη τάξη .Ενόψει του σκοπού της απαγόρευσης της υπερασφάλισης και του περιορισμού της ασφαλιστικής σύμβασης στον αποζημιωτικό και μόνο χαρακτήρα της, οι διατάξεις που καθιερώνουν την απαγόρευση και τον περιορισμό αυτόν και αποσκοπούν στην προστασία της έννομης τάξης, είναι δημόσιας τάξεως, μη δυνάμενες να μεταβληθούν με την ιδιωτική βούληση ( ΟλΑΠ 6/1990) .Έτσι, αν έλαβε χώρα αποτίμηση της αξίας από τον ασφαλιστή, η οποία έγινε αποδεκτή, τότε η αποτίμηση αυτή υπερισχύει έναντι κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αποτρέπει τον ασφαλιστή από το δικαίωμα να αποδείξει τη μικρότερη αξία του πράγματος, εκτός αν η αποτίμηση έγινε από τον ασφαλισμένο, κατά τρόπο δόλιο (βλ. υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 208 ΕμπΝ , αναλόγου περιεχομένου με τις ανωτέρω διατάξεις ΑΠ 739/2003, ΑΠ 622/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, την οποία εκπροσώπησε ο ασφαλιστικός της πράκτορας, σύμβαση ασφάλισης, με την οποία ασφάλισε το αυτοκίνητο του, αρχικά για την αστική του ευθύνη έναντι τρίτων από την πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων και ζημιών και για άλλους κινδύνους (νομική προστασία, κρύσταλλα, υλικές ζημίες από ανασφάλιστο όχημα κ.α.), έναντι συνολικού ασφαλίστρου 239 Ευρώ. Στην συνέχεια, με αίτηση του προς την ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε να περιληφθούν στην σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου και πρόσθετοι κίνδυνοι, πυρός, τρομοκρατικών ενεργειών και ολικής ή μερικής κλοπής και για τον λόγο αυτό η ασφαλιστική εταιρεία διόρισε, ως πραγματογνώμονα, εξωτερικό συνεργάτη της , προκειμένου να ελέγξει το όχημα και να διαπιστώσει την εμπορική του αξία, στον ανωτέρω χρόνο. Πράγματι αυτός έλεγξε το όχημα και εκτίμησε ότι η εμπορική του αξία ανέρχονταν στο ποσό των 38.000 ευρώ.

Επί τη βάσει της προηγηθείσας εκτίμησης, την οποία αποδέχτηκε ο ασφαλισμένος, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων έγγραφη πρόσθετη πράξη της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης, με την οποία συμφωνήθηκε η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης του αυτοκινήτου, μεταξύ άλλων και στους κινδύνους πυρός, τρομοκρατικών ενεργειών και ολικής ή μερικής κλοπή, στην οποία αναφέρονταν το ποσό των 38.000 Ευρώ, ως εμπορική αξία, προσδιορίζοντας εκ νέου του ασφάλιστρο στο ποσό των 643, Ευρώ, το οποίο ο ασφαλισμένος κατέβαλε αμέσως στην εταιρεία. Επομένως, αποδεικνύεται ότι, περί της αξία του αυτοκινήτου υφίσταται έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, η οποία στηρίζεται στην γνωμοδότηση    του πραγματογνώμονα που είχε διορίσει η ίδια η ασφαλιστική εταιρεία, η ειδική δε αυτή συμφωνία αποτυπώθηκε στην πρόσθετη πράξη, με την αναγραφή του ποσού των 38.000 Ευρώ, ως αμοιβαίως γενόμενης αποδεκτής της αποτίμησης της αξίας του αυτοκινήτου.

Στην συνέχεια, το αυτοκίνητο εκλάπη χωρίς έκτοτε να ανευρεθεί και ο ασφαλισμένος γνωστοποίησε στην εταιρεία το γεγονός της κλοπής και ζήτησε να του καταβάλλει το ασφάλισμα των 38.000 Ευρώ, πλην όμως, η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απορρέουσα από τη μεταξύ τους πρόσθετη πράξη σύμβαση ασφάλισης, υποχρέωση, προβάλλοντας την αιτίαση ότι, η εμπορική αξία του ως άνω ασφαλισμένου οχήματος, κατά το χρόνο της κλοπής ανέρχονταν στο ποσό των 21.000 Ευρώ .Η ασφαλιστική εταιρεία πρόβαλλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ότι, δεν υπήρξε συμβατική αποτίμηση της; αξίας του οχήματος, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν.2496/1997.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον η αποτίμηση της εμπορικής αξίας του οχήματος αποτυπώθηκε στην πρόσθετη πράξη της ασφαλιστικής σύμβασης, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η οποία έγινε κατόπιν εκτίμησης από τον πραγματογνώμονα που διόρισε η ασφαλιστική εταιρεία, την οποία και αποδέχτηκε ο ασφαλισμένος και η οποία σημειωτέον, δεν προσβάλλεται από την εταιρεία για πλάνη, απάτη ή απειλή, ή εικονικότητα. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά και την παραδοχή ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, προσδιόρισε την ασφαλιστική αποζημίωσε επί τη βάσει της συμβατικής αποτίμησης της αξίας του οχήματος, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 και όχι κατόπιν αντιπαραβολής της αξίας του, πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου, δηλαδή την κλοπή του, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα υποστήριξε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που περιέχονται στον μοναδικό λόγο της αναίρεσης της ότι, η κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν.2496/1997, προβλεπόμενη αποτίμηση της αξίας των ασφαλιζομένων πραγμάτων, αναφέρεται σε σύνταξη έγγραφης σύμβασης  μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, πράγμα που δήθεν δεν συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση, διότι η πρόσθετη πράξη ασφάλισης είναι συμπληρωματική ασφαλιστική σύμβαση, η οποία εκδίδεται με αίτηση του ασφαλισμένου και δεν είναι η προβλεπόμενη από το νόμο σύμβαση περί αποτίμησης της αξίας του πράγματος, ούτε και ο ασφαλιστικός πράκτορας είναι εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι κατά τις παραδοχές της προσσβαλλόμενης  απόφασης, κατόπιν αίτησης του ασφαλισμένου προς την ασφαλιστική εταιρεία για να περιληφθούν στην σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου του και πρόσθετοι κίνδυνοι πυρός, κλοπής κ.λ.π., η ασφαλιστική εταιρεία διόρισε τον εξωτερικό συνεργάτη της, ως πραγματογνώμονα, προκειμένου να ελέγξει το όχημα και να διαπιστώσει την αξία του, αυτός δε την αποτίμησε στο ποσό των 38.000 Ευρώ και ότι βάσει της προηγηθείσας αποτίμησης, συνήφθη η πρόσθετη πράξη ασφάλισης. Επομένως, η αποτίμηση της αξίας του οχήματος έγινε από πρόσωπο της επιλογής της ασφαλιστικής εταιρείας και εγκύρως συνήφθη έγγραφη πρόσθετη πράξη ασφάλισης, με βάση την οποία, προβλέπονταν η καταβολή πρόσθετου αυξημένου ασφαλίστρου, βάση της γενόμενης αποτίμησης τη; αξίας του αυτοκινήτου.

Για τους παραπάνω λόγους ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας δικαιώνοντας τον ασφαλισμένο.