Με απόφαση της Ολομέλειας του ΕΔΔΑ νόμιμη η παρακολούθηση εργαζομένων με κάμερες

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Μια πολύ σημαντική απόφαση εξεδόθη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και δη από την Ολομέλεια αυτού, η οποία μάλιστα ανέτρεψε και προηγούμενη απόφαση Τμήματος του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία, η παρακολούθηση και καταγραφή με κάμερες ασφαλείας εργαζομένων (υπαλλήλων), σε ισπανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ, οι οποίοι διαπιστώθηκε από τον εργοδότη τους ότι, τελούσαν κλοπές, δεν αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού στην ιδιωτική τους ζωή.

Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε σε προσφυγή εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν, ως ταμίες, σε γνωστή αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην Ισπανία και οι οποίοι απολύθηκαν, καθώς καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα καμερών, που ο εργοδότης τους είχε εν αγνοία τους τοποθετήσει στον χώρο εργασίας τους, να προβαίνουν σε κλοπές εμπορευμάτων, είτε οι ίδιοι, είτε και βοηθώντας πελάτες της επιχείρησης σε κλοπές προϊόντων, καθώς περνούσαν τα καλάθια με τα εμπορεύματα μέσα από το ειδικό μηχάνημα ανάγνωσης και στην συνέχεια ακύρωναν την αγορά.

Ειδικότερα, ο εργοδότης σε ανύποπτο χρόνο παρατήρησε ότι, στο κατάστημα, που εργάζονταν οι προσφεύγοντες, υπήρχαν αναντιστοιχίες μεταξύ του επιπέδου των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και των εμπορευμάτων που πωλούνταν κάθε ημέρα. Ο ελεγκτής του καταστήματος διαπίστωσε υπερβάλλουσες οικονομικές απώλειες πολλών χιλιάδων Ευρώ, για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών. Προκειμένου ο εργοδότης να ερευνήσει την σχετική οικονομική απώλεια τοποθέτησε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης με κάμερες, εκ των οποίων άλλες ήταν φανερές και άλλες κρυφές.

Οι φανερές κάμερες σκοπό είχαν να μαγνητοσκοπήσουν τυχόν κλοπές από πελάτες και καταναλωτές και για το λόγο αυτό τοποθετήθηκαν στραμμένες προς τις εισόδους και εξόδους του καταστήματος., ενώ οι κρυφές κάμερες σκοπό είχαν να ελέγξουν και να εντοπίσουν τυχόν κλοπές από υπαλλήλους της επιχείρησης και για το λόγο αυτό τοποθετήθηκαν με μεγενθυμένη εικόνα στους πάγκους των ταμείων για τα εμπορεύματα, καλύπτοντας έτσι όλη την περιοχή πίσω από τα ταμεία . Η εταιρεία ενημέρωσε προηγουμένως τους υπαλλήλους της για την εγκατάσταση των φανερών καμερών, όμως, ούτε οι εργαζόμενοι, ούτε και η Επιτροπή προσωπικού της εταιρείας δεν ενημερώθηκαν για την τοποθέτηση των κρυφών καμερών.

Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, όλοι οι εργαζόμενοι, που αποδείχτηκαν ύποπτοι κλοπής κλήθηκαν σε χωριστές συναντήσεις, κατά την διάρκεια των οποίων οι προσφεύγοντες παραδέχτηκαν την ανάμειξη τους σε κλοπές, με την παρουσία του εκπροσώπου του σωματείου των εργαζομένων της επιχείρησης και του νομικού εκπροσώπου της εταιρείας και στη συνέχεια όλοι αυτοί οι εργαζόμενο απολύθηκαν. Στις επιστολές απόλυσης των εργαζομένων αναφέρονταν ότι κατά την διάρκεια του επίδικου μήνα παρακολούθησης, οι εργαζόμενοι αυτοί απεικονίζονται ξεκάθαρα σε λήψεις από τις κρυφές κάμερες να βοηθούN συναδέλφους τους και πελάτες σε κλοπή εμπορευμάτων, αλλά να διαπράττουν και οι ίδιοι κλοπές.

Στη συνέχεια οι απολυμένοι υπάλληλοι κατέθεσαν αγωγή για παράνομη απόλυση, ενώπιον του κατά τόπο αρμοδίου Εργατικού Πρωτοδικείου, ισχυριζόμενοι ότι, το αποδεικτικό υλικό σε βάρος τους συγκεντρώθηκε παράνομα, καθώς παραβίαζε το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής.

Το Εργατικό Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή τους αποφαινόμενο ότι, η όλη προσέγγιση της εργοδότριας εταιρείας ήταν αντικειμενική και σύμφωνη με την Ισπανική εργατική νομοθεσία, καθώς και με την νομολογία του Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή διατηρήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλονίας, το οποίο απέρριψε την ασκηθείσα έφεση τους. Οι αναιρέσεις που στη συνέχεια άσκησαν οι προσφεύγοντες. επίσης απορρίφθηκαν, ενώ τέλος και οι συνταγματικές προσφυγές, που άσκησαν οι απολυθέντες εργαζόμενοι. ενώπιον του Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, για παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος τους απορρίφθηκαν ομοίως.

Κατόπιν αυτών και έχοντας εξαντλήσει τα ένδικα μέσα την εσωτερικής έννομης (ισπανικής) τάξης, οι απολυθέντες εργαζόμενοι προσέφυγαν ενώπιον του  ΕΔΔΑ, επικαλούμενο παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ήτοι του δικαιώματος τους. για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής.

Επί των σχετικών προσφυγών τους, η Ολομέλεια του ΕΔΔΑ έκρινε κατά μειοψηφία ότι. δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αφορά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και ομόφωνα επίσης έκρινε ότι. δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης, που αφορά το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη.

Ειδικότερα δε, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι. τα Ισπανικά Δικαστήρια εξισορρόπησαν προσεκτικά τα δικαιώματα των υπαλλήλων και υπόπτων για κλοπή και εκείνων του εργοδότη, διεξάγοντας εμπεριστατωμένη εξέταση της αιτιολόγησης της βιντεοεπιτήρησης. Βασικό επιχείρημα των υπαλλήλων ήταν ότι. δεν είχαν προηγουμένως ενημερωθεί από τον εργοδότη τους σχετικά με την βιντεοεπιτήρηση, παρά τη σχετική απαίτηση του νόμου.

Το Δικαστήριο ωστόσο. διαπίστωσε ότι. υπήρξε σαφής αιτιολόγηση ενός τέτοιου μέτρου, λόγω εύλογης υποψίας, για σοβαρά παραπτώματα  λαμβάνοντας υπόψη τηn έκταση και τις συνέπειες του μέτρου. ¨Ετσι στο πλαίσιο αυτό το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, τα εθνικά δικαστήρια δεν υπερέβησαν τη διακριτική τους ευχέρεια (περιθώρια εκτίμησης), κρίνοντας ότι, η παρακολούθηση ήταν αναλογική και νόμιμη και για το λόγο αυτό το ΕΔΔΑ απέρριψε τις σχετικές προσφυγές των απολυμένων υπαλλήλων.

Υπόθεση : LOPEZ RIBALDA AND OTHERS VS SPAIN.