Μεγάλες επενδύσεις χωρίς μικρομεσαίες επιχειρήσεις;

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του τελικού κειμένου της έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη, για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, στις 23 Νοεμβρίου 2020, δήλωσε την πρόθεση της Κυβέρνησης να καταστεί η Ελλάδα ελκυστική στους επενδυτές. Στόχος, όπως τόνισε, είναι να γίνει ανταγωνιστική ως προς τη φορολογία, την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, τη λειτουργία του κράτους, τη διαφάνεια και την ανεξαρτησία των θεσμών και όχι ως προς το κόστος εργασίας. Εδικά τόνισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται και δεν πρέπει να γίνει ένας επενδυτικός προορισμός χαμηλού κόστους.

Το όλο έργο συνάδει με την κατεύθυνση την οποία συνιστά το «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία» που βρίσκεται σε διαδικασία τελικής διαμόρφωσης και έγκρισης, με αξιοποίηση των κονδυλίων αντιμετώπισης τις κρίσης της πανδημίας.

Από θέση αρχής κανένας δεν μπορεί να διαφωνήσει. Ωστόσο, η ιστορία τέτοιων σχεδίων έδειξε ότι κατέληγαν σχεδόν πάντα στο αντίθετό τους, αναπαράγοντας τις ίδιες παθογένειες, τόσο στη φορολογία, τη χρηματοδότηση, τη διοίκηση και στη μεταχείριση του ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού, όσο και ως προς το πώς αυτοί οι στόχοι έτειναν να υλοποιηθούν.

Το θέμα είναι να μην έχουμε και πάλι την ίδια κατάληξη.

Καλό θα ήταν η κυβέρνηση να λάβει αυτή τη φορά υπόψη πολύ περισσότερο τις παρατηρήσεις των φορέων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για τα σχέδια ανάπτυξης, επενδύσεων και αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού από άλλες φορές. Η πανδημία και η 10χρονη οικονομική κρίση δημιούργησαν εκρηκτικά κενά και αντιφάσεις στην οικονομία, στην δομή και στην ποιότητα των επιχειρήσεων. Αυτά τα κενά αν δεν καλυφθούν με ισχυρές αναπτυξιακές πολιτικές η ανάκαμψη δεν θα έρθει ποτέ.

Θα λέγαμε ότι μεγάλες επενδύσεις ποιότητας χωρίς ανάλογη υποδομή δημόσιας διοίκησης και ανάλογης ποιότητας μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο περιβάλλoν των οποίων θα επικαθίσει κάθε συνεργασία ολοκλήρωσης της αξιοποίησής τους, είναι σαν μια σούπα με σκέτο κρέας και νερό! Κανένας δεν θα την προτιμήσει, κανένας δεν θα την αγοράσει άρα κανένας δεν θα την παρασκευάσει κάνοντας επένδυση σε μια εκ των προτέρων επιχειρηματική αποτυχία.

Η αποδοτικότητα μιας μεγάλης σύγχρονης επένδυσης είναι ευθέως ανάλογη του επιπέδου αποδοτικότερης ανταπόκρισης της «στεφάνης» των συνεργαζομένων μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Σε μικο-επίπεδο η μικρομεσαία επιχείρηση πρέπει να είναι ποιοτικά ισότιμη και οικονομικά συμφερότερη από οποιαδήποτε επέκταση της μεγάλης επένδυσης στην ίδια δραστηριότητα. Συνολικά δε πρέπει να επιτυγχάνεται καλύτερο ανταγωνιστικό  συγκριτικό πλεονέκτημα από οποιαδήποτε άλλη σύνθεση.

Συνεπώς θέλουμε ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης εκεί ακριβώς που είναι η μήτρα της οικονομίας, στην μάζα των επιχειρήσεων και στο  επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτή η μάζα είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αγγίζουν μέχρι το 99% των επιχειρήσεων. Όταν αυτές είναι σε επίπεδο προηγούμενων δεκαετιών καμία μεγάλη επένδυση δεν μπορεί να είναι αποδοτική. Η κοινωνικοποίηση της επιχειρηματικής δράσης και η αλληλεξάρτηση των τομέων της είναι κανόνας επιτυχημένων επενδύσεων και οικονομικής ανάπτυξης.

Τι να κάνουμε;

Αυτή τη στιγμή η χώρα έχει χάσει την 3η βιομηχανική επανάσταση και αντικρίζει την 4η με δέος και σκεπτικισμό. Δεν είναι όμως για δέος. Είναι για σχέδια να μη τη χάσουμε και αυτή. Και τα αφανή δεδομένα στέλνουν μηνύματα ότι υπάρχουν όλες οι δυνατότητες. Το σχέδιο και η πολιτική μας λείπουν.

Μια εσωτερική ματιά στης δομική διάρθρωση των επιχειρήσεων και των κλάδων, μας παραπέμπει σε κυριαρχία παλιού, ξεπερασμένου τύπου επιχειρηματικές δράσεις και δομές. Αχνά και παραπλεύρως έχουμε μια πλειάδα νεοφυών και νέων τεχνολογιών επιχειρήσεις που διαπρέπουν στο διεθνές σκηνικό και ελάχιστα στο εσωτερικό. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο – όπλο της χώρας για την 4η βιομηχανική επανάσταση και για το πέρασμα στην ψηφιακή οικονομία.

Παράλληλα είχαμε μια αναγκαστική, από την πανδημία, εκτίναξη της ψηφιοποίησης τεράστιου πεδίου δραστηριοτήτων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, που απέδειξε, ότι όχι μόνο μπορούμε να περάσουμε ταχύτατα στην ψηφιακή οικονομία αλλά και να την αξιοποιήσουμε σαν πλατφόρμα για μακροπρόθεσμα σχέδια ανάπτυξης.

Η ύπαρξη σειράς νεοφυών επιχειρήσεων δίνει τη δυνατότητα να στραφούν, ως διάμεσοι κρίκοι μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, γρήγορα στην εσωτερική αγορά, στις εκατοντάδες χιλιάδες υπαρκτές ελληνικές επιχειρήσεις με προγραμματισμένο στόχο να εισάγουν σε αυτές τις νέες τεχνολογίες που θα εκσυγχρονίζουν και θα αξιοποιούν παλιές επενδύσεις που χωρίς ηλεκτρονική τεχνολογία και ψηφιοποίηση απλώς θα καταστραφούν. Είναι μια δύσκολη δουλειά αυτή η στροφή. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταστρέφονται ήδη και η επαναφορά τους με άλμα δύο σταδίων στην 4η βιομηχανική επανάσταση είναι μεγάλο ρίσκο. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Χρειαζόμαστε τη δημιουργία αυτών των ενδιάμεσων επιχειρήσεων νέων τεχνολογιών που θα στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των εσωτερικών και εξωστρεφών προβλημάτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για να αποκτήσουν επίπεδο ικανό να ανταποκριθούν στον διεθνή ανταγωνισμό και στην ποιοτική – παραγωγική συνεργασία με μεγάλες επενδύσεις ποιότητας. Χωρίς αυτό οι μεγάλες επενδύσεις θα μοιάζουν με υδρόφιλη φυτεία στην έρημο.

Σχέδιο και τεχνικά προβλήματα

Το να δώσεις κίνητρα να δημιουργηθούν επιχειρήσεις νέων τεχνολογιών που θα παίξουν ενδιάμεσο ρόλο αναβάθμισης άλλων επιχειρήσεων, χρειάζεται σχέδιο και κίνητρα. Αυτές οι επιχειρήσεις δεν μπορεί να είναι βιώσιμες τον πρώτο καιρό, μέχρι να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα ζήτησης. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξερχόμενες δύο κρίσεων δεν έχουν δυνατότητα ακριβών επενδύσεων. Μπορούν όμως να υπαχθούν σε εθνικά και κοινοτικά προγράμματα ψηφιακού εκσυγχρονισμού από ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις. Αρκεί να υπάρχει το πλαίσιο και το σχέδιο.

Δεν ξέρουμε πόσες τέτοιες ενδιάμεσες επιχειρήσεις τεχνολογικής αναβάθμισης και σε ποιους κύριους κλάδους πρέπει να κινητροδοτηθούν. Ίσως χιλιάδες. Αυτές όμως θα είναι επένδυση και προίκα για συνεχή ανάπτυξη στο μέλλον. Είναι νομοτελειακή προϋπόθεση κάθε ανάπτυξης που δεν θέλει να έχει ημερομηνία λήξης.

Η ανάπτυξη ενδιάμεσων επιχειρήσεων που θα δώσουν πνοή σε παλιές και νέες επενδύσεις σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μας δώσουν τελικά ένα μοντέλο επιχειρήσεων, ικανών να σταθούν βιώσιμα στο νέο κόσμο της υποδοχής των μεγάλων επενδύσεων, του αυτοματισμού και της 4ης βιομηχανικής επανάστασης.

Εν μέρει το μοντέλο της νέας μικρομεσαίας επιχείρησης, περιγράφεται, από το 2015, στη σελίδα 142 του  «Απολογισμού δράσης του ΕΕΑ 2012-2017» με θέμα: Ποιο μοντέλο επιχείρησης μας βγάζει από την κρίση;

«Σήμερα η μόνη λύση στον τομέα της παραγωγής νέου πλούτου, είναι η δημιουργία μιας πανσπερμίας μικρών επιχειρήσεων με τα παρακάτω γενικά ποιοτικά χαρακτηριστικά:

καινοτομία στην επιλογή και στην εφαρμογή,

ανταγωνιστικό λειτουργικό κόστος,

νέες τεχνολογίες,

–νέοι σχεδιασμοί προϊόντων και υπηρεσιών,

τυποποίηση για αύξηση της παραγωγικότητας,

πιστοποίηση για εμπέδωση στην αγορά,

οργάνωση βιώσιμων θέσεων εργασίας,

-δικτύωση για ευέλικτη εξειδίκευση, καταμερισμό εργασίας και συλλογικό πλεονέκτημα παραγωγικότητας,

-παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων με διεθνείς όρους ώστε να μη σαρωθούν από τους ανταγωνιστές στην πρώτη επαφή με τη διεθνή αγορά.

Απαντώντας στο φόβο του επιχειρείν, θα λέγαμε ότι η εγκατάλειψη του ορθού και η προσφυγή στην πεπατημένη που αναπαράγει την κρίση, είναι η αρχή κάθε αποτυχίας.»

 

Πηγές:

-ΑΠΕ-ΜΠΕ: Κυρ. Μητσοτάκης: Η Ελλάδα δεν πρόκειται και δεν πρέπει να γίνει επενδυτικός προορισμός χαμηλού κόστους

-Απολογισμός δράσης ΔΣ ΕΕΑ  2012-2017, σελ 142

https://issuu.com/to_epimelitirio_mas/docs/1-176_eea_27092017

 

Β