Νέα απόφαση του πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου για την έννοια του τρίτου στο αδίκημα της δυσφήμησης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Μετά από την έκδοση σειράς διαφορετικών αποφάσεων των ποινικών τμημάτων του Αρείου πάγου το τελευταίο χρονικό διάστημα, αναφορικά με την έννοια του τρίτου στις διατάξεις των άρθρων 362ΠΚ και 363ΠΚ για την απλή και την συκοφαντική δυσφήμηση και το Α2 Πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου εξέτασε το σχετικό ζήτημα, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 914ΑΚ για την αδικοπρακτική ευθύνη και κατέληξε στην ακόλουθη κρίση του:

Προϋπόθεση μεταξύ άλλων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 914ΑΚ είναι και το παράνομο της συμπεριφοράς. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό, ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια, ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά Έτσι, αδικοπραξία, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης συνιστά και ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως η εξύβριση και η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361ΠΚ, 362ΠΚ και 363ΠΚ .

Ειδικότερα κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη κάποιου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου, ή διαδίδει για κάποιον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνωρίζει το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται η γνώση του δράστη ότι, το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν, ενώπιον τρίτου, γεγονός, είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή και υπόληψη άλλου κα θέληση του ιδίου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του  δράστη, ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι σε περίπτωση, που ο δράστης δεν γνωρίζει το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίστηκε, ή διέδωσε, ή είχε αμφιβολίες για αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης  σε βάρος του, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει ομοίως την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Περαιτέρω, στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε (πλην του δράστη και του παθόντος) φυσικό πρόσωπο, ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού, ή της διαδόσεως ( ΑΠ 1777/2107, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015) . Αντίθετη εκδοχή, καρά την οποία, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου ενώπιον του δικαστή και του γραμματέα του Δικαστηρίου και γενικά ενώπιον προσώπων, τα οποία είναι θεσμικά αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς  και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής, ή συκοφαντικής δυσφήμησης, καθόσον τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, δεν δικαιολογείται ούτε από την γραμματική, διατύπωση των άρθρων 362-363ΠΚ, αφού κατά το νόημα της λέξεως ¨τρίτος¨ είναι οποιοσδήποτε   που δεν μετέχει στην σχέση, που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων και συνεπώς αυτή καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε και από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία    του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μίας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση  εκδηλώσεων αμφισβήτησης του ανωτέρω εννόμου αγαθού, που περιέρχονται στην αντίληψη κάποιου προσώπου, που μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.

Μόνο το γεγονός ότι, τα δικαστικά πρόσωπα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό, όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά προς διευθέτηση της έννομης σχέσεως, που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να  την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου ¨τρίτος¨, αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μίας δυσμενούς παραστάσεως για το πρόσωπο, που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ. σε περίπτωση  παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολή της έγκλησης κ.λ.π.), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνας του, όπως συμβαίνει όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού. Δε αποκλείεται δε, ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν απαιτείται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών, με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στην δικαιοσύνη.

Στην κρινόμενη υπόθεση το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε δεχτεί ότι, δεν μπορεί να θεωρείται τρίτος, κατά την έννοια της διάταξης των άρθρων 362-363ΠΚ πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες, αναφορές των πολιτών (π.χ. ο εισαγγελέας, ο δικαστής μίας υπόθεσης, ο αρμόδιος γραμματέας ), καθότι κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του αποβάλλει την προσωπική του ¨ταυτότητα¨ και εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ανατιθέμενο σε αυτόν θεσμικό του ρόλο. Το δικαστικό πρόσωπο δεν είναι τρίτος θεσμικά και δικονομικά, ως προς το βασικό συμβάν, όπως λόγου χάρη ο οποιοσδήποτε παρών, ο οποίος θα λάβει γνώση της δυσφημιστικής εκδήλωσης, ο απλός θεατής του βιοτικού συμβάντος, κατά το χρόνο εξέλιξης του. Τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους και δεν εκφράζουν την προσωπική τους αντίληψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας (προδικασίας και κυρίας διαδικασίας), δεν διασκέπονται δημοσίως και δεν τους αφορούν τα πρόσωπα των διαδίκων (in rem  εξελίσσεται η ποινική δίκη, in personam κηρύσσεται η ενοχή ή η αθωότητα ) …  .

Ο΄Αρειος Πάγος έκρινε συνεπώς ότι, με την σχετική κρίση του το Δικαστήριο, που δέχτηκε ότι δεν συντελέστηκε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι οι σχετικοί ισχυρισμοί έλαβαν χώρα με το απολογητικό υπόμνημα των κατηγορουμένων, που κατατέθηκε στον κ. Πταισματοδίκη, ο οποίος δεν θεωρείται τρίτος , έσφαλε και παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 362-363ΠΚ, αφού στην έννοια του τρίτου περιλαμβάνεται κάθε φυσικό πρόσωπο, ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού και αναίρεσε για το λόγο αυτό την προσβαλλόμενη απόφαση.