- Η αβεβαιότητα για μελλοντικά όρια ηλικίας ωθεί πολλούς να κατοχυρώσουν δικαίωμα σύνταξης με το σημερινό πλαίσιο.
- Το πρώτο τρίμηνο 2026 υπεβλήθησαν στον e-ΕΦΚΑ 58.213 αιτήσεις, υψηλότερη επίδοση από το 2019.
- Ο φόβος αλλαγής στη μεταχείριση των πλασματικών ετών και το υψηλό κόστος εξαγοράς επιταχύνουν αιτήσεις.
- Η κατάργηση της οριζόντιας περικοπής 30% επιτρέπει εργασία μετά σύνταξης χωρίς απώλεια της κύριας παροχής.
- Η αύξηση αιτήσεων επιβαρύνει τη δαπάνη του 2026 και επιτείνει τις καθυστερήσεις στις επικουρικές συντάξεις.
Η αβεβαιότητα για τα μελλοντικά όρια ηλικίας, οι προβληματισμοί γύρω από τα πλασματικά έτη και η δυνατότητα απασχόλησης χωρίς περικοπή της σύνταξης επιταχύνουν τις αποφάσεις αποχώρησης.
Ισχυρή κινητικότητα καταγράφεται και φέτος στο ασφαλιστικό, καθώς ολοένα περισσότεροι εργαζόμενοι που βρίσκονται κοντά στη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος επιλέγουν να υποβάλουν αίτηση χωρίς να εξαντλήσουν τον χρόνο παραμονής τους στην αγορά εργασίας.
Η τάση αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026. Μέσα σε τρεις μήνες υποβλήθηκαν στον e-ΕΦΚΑ 58.213 αιτήσεις συνταξιοδότησης, αριθμός που αποτελεί την υψηλότερη επίδοση αντίστοιχης περιόδου από το 2019. Εφόσον ο ρυθμός διατηρηθεί και κατά το υπόλοιπο του έτους, δεν αποκλείεται ο συνολικός αριθμός των αιτήσεων να προσεγγίσει ή ακόμη και να ξεπεράσει το προηγούμενο υψηλό του 2021, όταν είχαν καταγραφεί περισσότερες από 212.000 αιτήσεις.
Η νέα έξοδος, φυσικά, δε συνδέεται με μία μόνο αλλαγή. Προκύπτει από έναν συνδυασμό αβεβαιότητας για το ασφαλιστικό πλαίσιο και νέων κινήτρων που καθιστούν πλέον λιγότερο ασύμφορη τη συνταξιοδότηση για όσους επιθυμούν να παραμείνουν επαγγελματικά ενεργοί.
Η αβεβαιότητα για τα όρια ηλικίας
Ο πρώτος παράγοντας είναι ο φόβος μελλοντικής αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας λόγω της σύνδεσής τους με την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής μετά τα 65 έτη.
Από την πλευρά του υπουργείου Εργασίας έχει διαμηνυθεί ότι δεν αναμένονται αλλαγές από το 2027 και ότι η επόμενη ουσιαστική αξιολόγηση ενδέχεται να μετατεθεί προς το 2029, καθώς τα σημερινά δεδομένα δεν καταδεικνύουν τόσο μεγάλη αύξηση του προσδόκιμου ζωής ώστε να δικαιολογείται άμεση παρέμβαση.
Ωστόσο, για όσους βρίσκονται λίγους μήνες ή λίγα χρόνια πριν από τη θεμελίωση, ακόμη και η πιθανότητα μιας μελλοντικής αύξησης λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο επίσπευσης. Πολλοί ασφαλισμένοι επιδιώκουν να κατοχυρώσουν το δικαίωμά τους με το σημερινό καθεστώς, αποφεύγοντας το ενδεχόμενο να βρεθούν αντιμέτωποι με πρόσθετο χρόνο παραμονής στην εργασία.
Η στάση αυτή είναι εντονότερη σε ηλικίες που βρίσκονται κοντά στα γενικά όρια των 62 και 67 ετών, αλλά και σε ασφαλισμένους που έχουν ήδη συμπληρώσει μεγάλο μέρος του απαιτούμενου χρόνου και δεν επιθυμούν να αναλάβουν τον κίνδυνο μιας δυσμενέστερης αλλαγής.
Ο φόβος για ακριβότερα ή λιγότερο αποδοτικά πλασματικά έτη
Η δεύτερη πηγή ανησυχίας αφορά το καθεστώς αναγνώρισης πλασματικού χρόνου. Για χιλιάδες ασφαλισμένους, τα έτη σπουδών, στρατιωτικής θητείας, τέκνων ή κενών ασφάλισης αποτελούν το κρίσιμο στοιχείο που επιτρέπει τη συμπλήρωση 35 ή 40 ετών και, κατά συνέπεια, την ταχύτερη έξοδο στη σύνταξη.
Παρότι δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για αλλαγή του πλαισίου, η συζήτηση γύρω από ενδεχόμενη διαφοροποίηση του τρόπου με τον οποίο ο πλασματικός χρόνος επηρεάζει το τελικό ποσό της σύνταξης προκαλεί ανασφάλεια.
Ένα από τα σενάρια που έχουν τεθεί προβλέπει να μην αντιμετωπίζονται τα πλασματικά έτη με τον ίδιο τρόπο όπως ο πραγματικός χρόνος εργασίας κατά τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης. Η προοπτική χαμηλότερης συνεισφοράς τους στα ποσοστά αναπλήρωσης ωθεί αρκετούς ασφαλισμένους να κινηθούν πριν υπάρξει οποιαδήποτε μεταβολή.
Την ίδια στιγμή, το κόστος εξαγοράς αυξάνεται μαζί με τις αποδοχές και τον κατώτατο μισθό. Από την 1η Απριλίου, η ετήσια επιβάρυνση για την αναγνώριση ενός έτους ασφάλισης έχει προσεγγίσει περίπου τα 2.220 ευρώ στις περιπτώσεις όπου ο υπολογισμός γίνεται με βάση την κατώτατη ασφαλιστική βάση.
Για έναν ασφαλισμένο που χρειάζεται τέσσερα ή πέντε πλασματικά έτη, η συνολική δαπάνη μπορεί να ανέλθει σε πολλές χιλιάδες ευρώ. Επομένως, κάθε νέα αύξηση στο κόστος ενισχύει την πίεση για ταχύτερη λήψη απόφασης.
Η εργασία μετά τη σύνταξη αλλάζει τους υπολογισμούς
Ο τρίτος και ίσως καθοριστικότερος παράγοντας είναι το νέο πλαίσιο απασχόλησης των συνταξιούχων.
Η κατάργηση της οριζόντιας περικοπής του 30% στη σύνταξη έχει αλλάξει ουσιαστικά τη σχέση ανάμεσα στη συνταξιοδότηση και την παραμονή στην αγορά εργασίας. Πλέον, ένας ασφαλισμένος μπορεί να λάβει σύνταξη και ταυτόχρονα να συνεχίσει να εργάζεται, καταβάλλοντας τον προβλεπόμενο ειδικό πόρο, χωρίς να χάνει μέρος της κύριας παροχής του.
Το νέο καθεστώς δημιουργεί διαφορετικό οικονομικό κίνητρο. Αντί να παραμένει στην εργασία χωρίς να εισπράττει σύνταξη, ο ασφαλισμένος μπορεί να αποχωρήσει τυπικά, να ενεργοποιήσει τη συνταξιοδοτική του παροχή και να συνεχίσει την επαγγελματική δραστηριότητα.
Παράλληλα, ο πρόσθετος χρόνος απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση μπορεί να αξιοποιηθεί για επανυπολογισμό και προσαύξηση της σύνταξης, όταν ολοκληρωθεί η νέα περίοδος ασφάλισης. Για αρκετούς εργαζόμενους, κυρίως όσους δεν επιθυμούν να αποσυρθούν πλήρως από την επαγγελματική ζωή, η επιλογή αυτή αποδεικνύεται οικονομικά πιο ελκυστική από την αναβολή της αίτησης.
Αυξάνεται η πίεση στη συνταξιοδοτική δαπάνη
Η επιτάχυνση των αιτήσεων δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης για τον e-ΕΦΚΑ. Η συνολική επιβάρυνση του 2026 έχει υπολογιστεί περίπου στο 1 δισ. ευρώ, από τα οποία σχεδόν 550 εκατ. ευρώ συνδέονται με τις αυξήσεις των συντάξεων και περίπου 500 εκατ. ευρώ με την απονομή νέων παροχών.
Εάν η ροή των αιτήσεων ενισχυθεί περαιτέρω μέσα στο δεύτερο εξάμηνο, δεν αποκλείεται να απαιτηθεί επικαιροποίηση των σχετικών εκτιμήσεων, καθώς περισσότερες νέες συντάξεις θα πρέπει να ενταχθούν στη δαπάνη του έτους.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η αύξηση των αιτήσεων δεν έχει ανατρέψει την εικόνα στις κύριες συντάξεις. Οι εκκρεμότητες συνέχισαν να μειώνονται και τον Μάρτιο του 2026 περιορίστηκαν στις 13.163, από 16.568 τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.
Διαφορετική παραμένει η κατάσταση στις επικουρικές, όπου οι καθυστερήσεις είναι σαφώς μεγαλύτερες. Περίπου 32.000 αιτήσεις εξακολουθούν να εκκρεμούν, με σημαντικό μέρος τους να αφορά σύνθετες υποθέσεις διαδοχικής ασφάλισης. Για τον περιορισμό των καθυστερήσεων προωθούνται νέες διαδικασίες απλοποίησης και ταχύτερης διασταύρωσης του ασφαλιστικού χρόνου.
ΠΗΓΉ: Flash.gr
Β