Όροι και προϋποθέσεις για την καταγγελία σύμβασης εργασίας εγκύου εργαζόμενης – ΑΠ 21/2018

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Η κείμενη νομοθεσία περιέχει δικαιολογημένα ευνοϊκές διατάξεις για τις εγκύους εργαζόμενες, απαγορεύοντας κατά βάση την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, τόσο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, όσο και κατά την διάρκεια της λοχείας, κατ’ εξαίρεση δε και υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις επιτρέπει την σχετική καταγγελία.

Με τα ζητήματα αυτά ασχολήθηκε η υπ. αριθμ. 21/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος έκρινε επί αίτησης αναίρεσης εγκύου εργαζομένης, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της οποίας καταγγέλθηκε από την εργοδότρια ασφαλιστική εταιρεία, κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, με την επίκληση σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην προσβλητική συμπεριφορά της προς τον προϊστάμενο της και στην κακή συνεργασία της με τους κατά καιρούς προϊσταμένους και τους συναδέλφους της. Την σχετική αγωγή της εγκύου εργαζομένης για την αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης καταγγελίας απέρριψε αρχικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και το Εφετείο στην συνέχεια, κρίνοντας έγκυρη την σχετική καταγγελία και απορρίπτοντας όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς της ενάγουσας εργαζομένης.

Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος απέρριψε την ένδικη αίτηση αναίρεσης της εγκύου εργαζομένης δεχόμενος τα εξής:

Στο άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 1483/1984 για την προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις, ορίζεται ότι, απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης γυναίκας, από τον εργοδότη της, τόσο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και κατά το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό, ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας της, που οφείλεται στη κύηση, ή στον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.

Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ΠΔ 176/1997, που αφορά μέτρα για την βελτίωση τη; ασφάλειας και της υγείας, κατά την διάρκεια της εργασίας των εγκύων, λεχώνων και γαλαχουσών εργαζομένων, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85/ΕΟΚ ορίζεται ότι, απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ιδίου ΠΔ ( δηλαδή των εγκύων, λεχώνων, γαλαχουσών, όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΔ 41/2003) και ότι σε περίπτωση καταγγελίας μιας τέτοιας σύμβασης, ή σχέση εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με τοπ άρθρο 15 του Ν.1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει γραπτώς και δεόντως την καταγγελία και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση προς την αρμόδια υπηρεσία επιθεώρησης εργασίας.

Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, αφενός η προστασία παρέχεται στην έγκυο εργαζόμενη γυναίκα, ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της και αφετέρου, η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει αρμοδίως την γενόμενη καταγγελία της σύμβασης δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση συναρτάται με το λόγο που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι, από το εάν αυτός κρίνεται ή όχι σπουδαίος (ΑΠ 433/2012).

Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία θεωρούνται ένα ΄περισσότερα περιστατικά, τα οποία κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, καθιστούν για τον εργοδότη μη ανεκτή την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος της γυναίκας, κατά της οποίας γίνεται η καταγγελία. Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων της εργαζομένης εγκύου, όπως η πλημμελής, ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της, ή η μη συμμόρφωση της σε οδηγίες του εργοδότη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι, η συμπεριφορά της δεν είναι απότοκος της εγκυμοσύνης της, αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαίως και υπαιτιότητα (ΑΠ 668/2016). Η επίκληση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εργαζομένης εγκύου αποτελεί περιεχόμενο έντασης του εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, λόγω της, για την αιτία αυτή, ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 308/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε την έφεση της εργαζόμενης εγκύου και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη αυτή δέχτηκε ότι, η εργαζόμενη έγκυος, η οποία είχε γνωστοποιήσει στην εργοδότρια της ασφαλιστική εταιρεία την εγκυμοσύνη της, κατά την διάρκεια της αξιολόγησης της, που έλαβε χώρα κατά το χρόνο εκείνο, επέδειξε απρεπή, προσβλητική και απαξιωτική συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο της, ενώ παράλληλα και κατά το παρελθόν υπήρξαν πολλά προβλήματα στη συνεργασία της με τους κατά καιρούς προϊσταμένους της και τους συναδέλφους της, αρνήθηκε δε να εργαστεί σε άλλο τμήμα της εταιρείας, παρόλο που αυτό της προτάθηκε, ώστε να μην υπάρξουν περαιτέρω τριβές με τον προϊστάμενό της. Έτσι, το Εφετείο δεχόμενο της ένσταση της εργοδότριας εταιρείας, ότι υπήρξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εγκύου, απέρριψε, ως ουσία αβάσιμη, την σχετική έφεση της, με την οποία η εργαζόμενη ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και η καταβολή αποδοχών υπερημερίας, η πραγματική απασχόληση της στην ίδια εργασιακή θέση και η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής της βλάβης.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 15 παρ. 1 του Ν. 1483/1984, 10 του ΠΔ 176/1997, καθώς και αυτούς των άρθρων 281ΑΚ και 672ΑΚ, σύμφωνα με τους οποίους, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εγκύου εργαζομένης, αν και καταρχήν απαγορεύεται, είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, τον οποίο κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εν προκειμένω στοιχειοθετούσε η προηγούμενη και ανεξάρτητη της εγκυμοσύνης, αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, ενώ παράλληλα, η παράλειψη της τυπικής κοινοποίησης της καταγγελίας προς την αρμόδια υπηρεσία Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία ουσιαστικώς είχε ενημερωθεί από την ενώπιον της καταφυγή και συζήτηση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας, όπως ήδη είχε γίνει δεκτό και κατά συνέπεια κρίθηκε ότι το Εφετείο διέλαβε ορθές, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων έγκυρης καταγγελίας στη συγκεκριμένη περίπτωση και απέρριψε την σχετική αίτηση αναίρεσης της εγκύου εργαζομένης.