Πιλοτική δίκη – ΣτΕ 540/2021 – Παράνομη παράλειψη εργοδότη τήρησης προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας σε εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Εργαζόμενος σε δημόσιο νοσοκομείο άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή σε βάρος του Νοσοκομείου, διεκδικώντας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, εξαιτίας του γεγονότος ότι, ο εργοδότης του (Διοίκηση του νοσοκομείου), κατά παράβαση των διατάξεων του ΠΔ 398/1994 δεν τηρούσε τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας, κατά την εργασία του, με οθόνες οπτικής απεικόνισης και ειδικότερα για το λόγο ότι, παράνομα παρέλειψε να του χορηγήσει το προβλεπόμενο στα άρθρα 8 και 11 του ως άνω προεδρικού διατάγματος ολιγόλεπτο διάλειμμα, ανά δίωρο απασχόλησης, ενώπιον οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Η συγκεκριμένη αγωγή σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3900/2010 εισήχθη, ως πιλοτική δίκη, ενώπιον του ΣΤ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο σε επταμελή σύνθεση έκρινε (με μειοψηφία μόνο ενός Συμβούλου) σχετικά με το εν λόγω ζήτημα, με την υπ. αριθμ. 540/2021 απόφαση του τα εξής:

Αντικείμενο των διατάξεων των άρθρων 1 έως 3 της Οδηγίας 90/270/ΕΟΚ και των αντίστοιχων διατάξεων του εκδοθέντος σε εφαρμογή της ΠΔ  398/1994, ερμηνευομένου υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, οι οποίες είναι εφαρμοστέες και για την υγιεινή και ασφάλεια εργασίας του εν γένει προσωπικού του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου, είναι η θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών που πρέπει να τηρούνται από τον εργοδότη για να προστατευθεί η υγεία κάθε εργαζομένου, ο οποίος χρησιμοποιεί «τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής του εργασίας» εξοπλισμό με «οθόνη οπτικής απεικόνισης» (άρθρα 2 στοιχ. γ της Οδηγίας και 2 παρ. 3 του π.δ. 398/1994).

Ειδικότερα δε, σε σχέση με τον χρόνο εργασίας ενώπιον οθόνης οπτικής απεικόνισης, με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12.12.1996 (επί των υποθέσεων C – 74/95 και C – 129/95) κρίθηκε ότι, εφόσον η Οδηγία δεν παρέχει διευκρίνιση ως προς το τί νοείται ως χρησιμοποίηση,  «τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής […] εργασίας», εξοπλισμού με οθόνη οπτικής απεικόνισης, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. γ αυτής, το μη αμελητέον του χρόνου του εργαζομένου ενώπιον της οθόνης εργασίας εκτιμάται σε συνάρτηση με την κανονική εργασία του συγκεκριμένου εργαζομένου, και ότι δεδομένης της ασάφειας της Οδηγίας ως προς τον ορισμό αυτόν, στα κράτη – μέλη εναπόκειται να διευκρινίσουν το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης κατά τη θέσπιση των εθνικών μέτρων μεταφοράς της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.

Εφόσον, όμως, ούτε και στο ως άνω Π.Δ. 398/1994 περιέχεται διευκρίνιση ως προς τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 αυτού αντίστοιχο ορισμό (χρησιμοποίηση, από κάθε εργαζόμενο, «τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής του εργασίας» της οθόνης), το εάν ο χρόνος που περνά ο εργαζόμενος ενώπιον της εν λόγω συσκευής είναι «μη αμελητέος», ή σημαντικός εναπόκειται στην εκτίμηση του εθνικού δικαστή σε συνάρτηση με τις γενικότερες συνθήκες απασχόλησης του συγκεκριμένου εργαζομένου.

Περαιτέρω, κατά τα κριθέντα, στο πλαίσιο της επιβεβλημένης τήρησης των ελάχιστων προδιαγραφών προστασίας της υγείας των εργαζομένων σε οθόνες οπτικής απεικόνισης, καθιερώνεται από τις ανωτέρω διατάξεις αφενός η υποχρέωση του εργοδότη να προβαίνει σε ανάλυση των θέσεων εργασίας, αξιολογώντας τις συνθήκες ασφάλειας και υγείας που παρουσιάζουν για τους εργαζομένους του, ιδίως σε σχέση με το ενδεχόμενο κινδύνων για την όραση και για πνευματική καταπόνηση, ή σωματικά (μυοσκελετικά) προβλήματα (άρθρα 3 της Οδηγίας και 3 του Π.Δ. 398/1994) και αφετέρου το δικαίωμα των εργαζομένων να υποβάλλονται σε κατάλληλη εξέταση των ματιών και της όρασης, τόσο κατά την πρόσληψη, όσο και κατά κανονικά χρονικά διαστήματα κατόπιν, αλλά και στην περίπτωση ενοχλήσεων στην όρασή τους, ή το μυοσκελετικό σύστημα, καθώς και το δικαίωμά τους να λαμβάνουν και ειδικά γυαλιά ανάλογα με την εκάστοτε εργασία και εφόσον τα αποτελέσματα των σχετικών εξετάσεων το καθιστούν αναγκαίο (άρθρα 9 της Οδηγίας και 10 του ως άνω προεδρικού διατάγματος).

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, ως ειδικότερη προδιαγραφή προστασίας της υγείας των εργαζομένων σε οθόνες οπτικής απεικόνισης καθιερώνεται από τις ανωτέρω διατάξεις της Οδηγίας και του προεδρικού διατάγματος και η υποχρέωση – και όχι ευχέρεια – του εργοδότη να σχεδιάζει τη δραστηριότητα του εργαζομένου με τέτοιο τρόπο, ώστε η καθημερινή εργασία σε οθόνες οπτικής απεικόνισης να διακόπτεται, είτε με αλλαγή δραστηριότητας του εργαζομένου, και μάλιστα κατά κύριο λόγο και πρωταρχικά (βλ. Παράρτημα Ι, άρθρο 4 παρ. 1 π.δ. 398/1994), είτε, εναλλακτικά, εφόσον δηλαδή δεν είναι εφικτή η αλλαγή αυτή, με διαλείμματα, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος απομάκρυνσης του εργαζομένου από τη θέση του εργασίας με οθόνη οπτικής απεικόνισης, οριοθετούμενος από το εν λόγω προεδρικό διάταγμα ως προς το μέγιστο όριό του, πρέπει να είναι διάρκειας έως 15 λεπτών ανά δίωρο απασχόλησης ενώπιον της οθόνης, ο δε εργοδότης υποχρεούται -χωρίς να απαιτείται, προς ενεργοποίησή της, αντίστοιχη πρωτοβουλία από μέρους των εργαζομένων- να διαβουλεύεται με τους εργαζομένους, ή τους εκπροσώπους τους, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικότερα καθήκοντα των επιμέρους θέσεων εργασίας και τους ενδεχόμενους κινδύνους κάθε θέσης (ως προς την όραση, τα λοιπά σωματικά προβλήματα και την πνευματική καταπόνηση), καθώς και τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας συνολικά.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κρίθηκε ότι, η παράλειψη του εργοδότη προς λήψη όλων των κατά το Π.Δ. 398/1994 προστατευτικών μέτρων, και ειδικότερα η παράλειψή του να προβεί, μετά από διαβουλεύσεις, στην αξιολόγηση και την οργάνωση της δραστηριότητας των εργαζομένων, οι οποίοι απασχολούνται τακτικά και κατά μη αμελητέο τμήμα της κανονικής τους εργασίας ενώπιον οθόνης οπτικής απεικόνισης και να προβλέψει, είτε εναλλακτικούς τρόπους εργασίας είτε, αν τούτο δεν είναι εφικτό, διαλείμματα, ανά δίωρο απασχόλησης ενώπιον οθόνης, που να περιορίζουν τον φόρτο ενώπιον της οθόνης για χρονικό διάστημα, κάθε φορά, μέχρι 15 λεπτών, είναι παράνομη και συνεπάγεται υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, εφόσον αυτός ισχυρισθεί και αποδείξει ότι, εξαιτίας της παράλειψης λήψης των προστατευτικών αυτών μέτρων, υπέστη συγκεκριμένη βλάβη της σωματικής του υγείας.

Περαιτέρω, όμως, κρίθηκε ότι, και ανεξάρτητα από την απόδειξη της επέλευσης συγκεκριμένης βλάβης της υγείας του, ο εργαζόμενος που απασχολείται υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, ενώπιον οθόνης οπτικής απεικόνισης, εφόσον, κατά παράβαση του νόμου, δεν έχουν ληφθεί από τη Διοίκηση τα επιβαλλόμενα, κατά τα ανωτέρω, προστατευτικά μέτρα (ανάλυση θέσεων, αξιολόγηση και εκτίμηση των επιπτώσεων από την αδιάλειπτη χρήση οθόνης, ρύθμιση του τρόπου διακοπής της συνεχούς εργασίας ενώπιον αυτής, ενημέρωση για ενδεχόμενες βλάβες στην υγεία, εξασφάλιση της διενέργειας προληπτικών εξετάσεων για τη διερεύνηση πιθανών επιπτώσεων στην υγεία από τις συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας), δικαιούται, πάντως, αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, συνισταμένη στην εξαιτίας της παράλειψης έκθεση της υγείας του στους αντίστοιχους κινδύνους.

Παράλληλα το Δικαστήριο έκρινε ότι, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4210/2013, με τις οποίες, μετά και τη γενικευμένη, ήδη κατά το χρόνο εκείνο, χρήση υπολογιστή στα πλαίσια λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, καταργήθηκε αφενός, ρητώς, η κατά το άρθρο 50 παρ. 6 του δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007) ειδική άδεια μιάς ημέρας ανά δίμηνο, που χορηγείτο στους υπαλλήλους εν γένει του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, που χειρίζονταν ηλεκτρονικό υπολογιστή, ως κίνητρο γνώσης και χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, και αφετέρου, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, και η προβλεφθείσα από τον κυρωτικό Ν. 1876/1990 άδεια μίας ημέρας ανά δίμηνο, ειδικά για τους εργαζομένους στα Μηχανογραφικά Κέντρα του δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των ο.τ.α., ουδόλως επηρεάζονται οι ανωτέρω διατάξεις του Π.Δ.. 398/1994, οι οποίες, ως εκ του σκοπού και του περιεχομένου τους, δεν ρυθμίζουν το ίδιο ζήτημα με αυτό των καταργηθεισών διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Υπαλληλικού Κώδικα, και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγόμενου Νοσοκομείου.

Κατόπιν αυτών και μετά την επίλυση του ζητήματος για το οποίο εισήχθη η υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και των αμέσως προς αυτό συνδεόμενων ως άνω ζητημάτων παραδεκτού και νόμω βασίμου της κρινόμενης αγωγής, η αγωγή τελευταία παραπέμφθηκε, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010, προς οριστική κρίση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο απόκειται να ερευνήσει περαιτέρω κατ’ ουσίαν την υπόθεση, διατάσσοντας, ενδεχομένως, εφόσον κριθεί αναγκαίο, και συμπλήρωση των αποδείξεων, προκειμένου να διαπιστωθούν οι ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης του ενάγοντος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ενώπιον οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή καθώς και να επιβεβαιωθεί, ή όχι, η παράλειψη ρύθμισης του τρόπου διακοπής της εργασίας του ενώπιον της οθόνης (εναλλακτική δραστηριότητα ή λειτουργικά διαλείμματα) και λήψης και των λοιπών, προστατευτικών της υγείας του μέτρων (ενημέρωση για ενδεχόμενες βλάβες στην υγεία, διενέργεια προληπτικών εξετάσεων, χορήγηση ειδικών γυαλιών σε περίπτωση ανάγκης), οπότε, εάν στοιχειοθετείται πράγματι η παράλειψη του εναγομένου  προς λήψη των ανωτέρω προστατευτικών μέτρων, κατά παράβαση των οριζομένων στο Π.Δ.. 398/1994, και συντρέχει, εξαιτίας αυτής, και ηθική βλάβη του ενάγοντος, να προσδιορισθεί η υποχρέωση καταβολής σε αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.