Ψηφιακός Βοηθός Ε.Ε.Α.

Ποιο μοντέλο επιχείρησης μας βγάζει από την κρίση;

Μοιράσου το στο

Ποιο μοντέλο επιχείρησης μας βγάζει από την κρίση;

Οι κυβερνήσεις αδυνατούν να καταλάβουν γιατί επί χρόνια το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθήνας ζητάει την αξιοποίηση των εγκαταλειμμένων ακινήτων, (που θέλουν να τα πουλήσουν κοψοχρονιά) ώστε να γίνουν κυψέλες εκατοντάδων νεοφυών και νέων μικρών επιχειρήσεων καινοτομίας και νέας τεχνολογίας. Ως πότε όμως με αυτή την αδρανή στάση θα παρεμποδίζουν μια παραγωγική και βιώσιμη πρόταση εξόδου από την κρίση; Κατανοούν άραγε ότι κάνοντας συνεχείς αναδιανομές του υπάρχοντος πλούτου, αντί για νέα ανταγωνιστική και βιώσιμη παραγωγή, τελικά μειώνουν το ΑΕΠ και αυξάνουν το δημόσιο χρέος;

 

Από το ξέσπασμα της κρίσης, οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι τα μνημόνια που υπέγραψαν είναι προγράμματα εξόδου από την κρίση! Το ίδιο υποστήριξε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ για το τρίτο μνημόνιο που περιείχε και όλα τα μέτρα που «διέφυγαν» της εφαρμογής από τα προηγούμενα μνημόνια.

 

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και όλα σχεδόν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης.

 

Ωστόσο, όχι μόνο ο απλός λαός αλλά κυρίως οι παραγωγικές τάξεις είχαν εντελώς αντίθετη γνώμη και την είπαν εξ αρχής: «Στραγγίζοντας την οικονομία για να ξεπληρώσετε ένα ανεξόφλητο χρέος, η έξοδος από την κρίση απομακρύνεται στο άγνωστο μέλλον».

 

Επτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, είναι φανερό ότι δικαιώθηκε η δεύτερη άποψη! Και όμως. Τα πολιτικά κόμματα του «ευρωπαϊκού τόξου», επιμένουν στην πρώτη αδιέξοδη λύση. Μάλιστα όσοι ήταν διαπρύσιοι αντιμνημονιακοί, μόλις άγγιξαν εξουσία έγιναν φανατικοί μνημονιακοί!

 

Δεν είναι το θέμα μας ο σχολιασμός της τακτικής και της μεταλλαγής των πολιτικών κομμάτων. Αυτό που θέλουμε, είναι να διατυπώσουμε σε μικροοικονομική κλίμακα μια άποψη για το πώς ξεκινάμε από το μικρό για να φτάσουμε στο μεγάλο και να ανοίξουμε μια πύλη εξόδου από την κρίση.

 

Αφήνουμε κατά μέρος τις μεγάλες επενδύσεις που όλο έρχονται και οι επενδυτές απαιτούν όλο και μεγαλύτερα προνόμια για να έρθουν.

 

Πιάνουμε έναν τομέα που, στην πράξη, απαξιούν να διερευνήσουν οι κυβερνητικοί παράγοντες και ακόμη περισσότερο, να διαθέσουν χρόνο και χρήμα για να θέσουν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μακράς πνοής για την υλοποίησή του: πρόκειται για την στροφή στην ίδρυση και παραγωγική λειτουργία πρότυπων νέων επιχειρήσεων, πλήρως ανταγωνιστικών μέσα σε συνθήκες κρίσης.

 

Χωρίς περιστροφές, σήμερα η μόνη λύση στον τομέα της παραγωγής νέου πλούτου, είναι η δημιουργία μιας πανσπερμίας μικρών επιχειρήσεων με τα παρακάτω γενικά ποιοτικά χαρακτηριστικά: καινοτομία στην επιλογή και στην εφαρμογή, ανταγωνιστικό λειτουργικό κόστος, νέες τεχνολογίες, νέοι σχεδιασμοί προϊόντων και υπηρεσιών, τυποποίηση για αύξηση της παραγωγικότητας, πιστοποίηση για εμπέδωση στην αγορά, οργάνωση βιώσιμων (ανταγωνιστικών) θέσεων εργασίας, δικτύωση για ευέλικτη εξειδίκευση και καταμερισμό εργασίας, και τέλος παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων με διεθνείς όρους και προδιαγραφές ώστε να μην σαρωθούν από τους ανταγωνιστές σε οποιαδήποτε αγορά.

 

Μπορεί να φαίνεται ιδανικό ένα τέτοιο μοντέλο επιχείρησης, και ποιος δεν το θέλει, αλλά ποιος θα το επιχειρήσει με τέτοια κρίση;

 

Απαντώντας στο φόβο θα λέγαμε ότι η εγκατάλειψη του ορθού και η προσφυγή στην πεπατημένη που αναπαράγει την κρίση, είναι η αρχή κάθε αποτυχίας. Το ρίσκο και η καινοτομία είναι η αρχή κάθε επιτυχίας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι ανησυχητικό ότι πολλοί νέοι επιχειρηματίες, επιχειρούν σε κορεσμένους κλάδους (π.χ. εστίαση) με παλιές μεθόδους επιχειρηματικότητας, καταστρέφοντας άκρως αναγκαία κεφάλαια για την κοινωνία. Η τάση πρέπει να είναι επιλογή νέων πεδίων. Ακόμη και σε κορεσμένα επαγγέλματα η τάση πρέπει να είναι μόνο επιχείρηση με καινοτομία που κάνει και την επιχείρηση και τον κλάδο ανταγωνιστικό, μέσα σε συνθήκες κρίσης. Διαφορετικά είναι θνησιγενές κάθε εγχείρημα.

 

Φαίνονται δύσκολα όλα αυτά; Όμως αν δεν τολμήσουμε, ποτέ δεν θα βγούμε από την κρίση.

 

Δεν χωράει το άρθρο για να αναλύσουμε την αναγκαία κρατική πολιτική ανάπτυξης προτύπων νέων επιχειρήσεων υψηλής ανταγωνιστικότητας σε καιρό κρίσης. Πολύ δε περισσότερο την ιδιωτική επιχειρηματική πλευρά. Θα επισημαίναμε μόνο μερικά θέματα που μας αφορούν:

  • Μεγάλες πολυεθνικές και κράτη διαθέτουν τεράστιες εγκαταστάσεις Έρευνας και Ανάπτυξης τεχνολογίας για την άμεση και μακροπρόθεσμη εφαρμογή στην παραγωγή, στη διοίκηση και στη διανομή. Η Ελλάδα είναι μεταξύ των τελευταίων στην ΕΕ σε δαπάνες Ε&Α ως ποσοστό του ΑΕΠ (0,83% έναντι μ.ο. 2%).

  • Οι οργανωμένες χώρες διαθέτουν δίκτυα έρευνας και συμβουλευτικής κλαδικής επιχειρηματικής δραστηριότητας ώστε η επιλογή να έχει υπόψη το επίπεδο ανταγωνισμού και κάθε μικρός επιχειρηματίας να υπολογίζει με ακρίβεια το βαθμό βιωσιμότητας της επένδυσής του. Εδώ καταργήσαμε ό,τι είχαμε και στερούμε από τα επιμελητήρια να παίξουν αυτό το ρόλο.

  • Δεν διαθέτουμε κεντρικές δομές δοκιμής, προσομοίωσης, πιστοποίησης και αξιοποίησης καινοτομικών ιδεών, ούτε καν τακτικές προκηρύξεις υποβολής καινοτομικών (υλικών και άυλων) προτάσεων με κατοχύρωση των υποβολών, ώστε να γίνεται μια αρχική επιλογή και υποστήριξη υλοποίησης.

  • Τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, όχι μόνο είναι εκτός αναγκών της αγοράς εργασίας αλλά σχεδόν αποβάλλουν την καινοτομική διδαχή, μένοντας σε ξεπερασμένες γνώσεις.

  • Ο σχεδιασμός νέων προϊόντων (σχολές κατάρτισης, επιδότηση νέων επιχειρήσεων σχεδιασμού προϊόντων και υπηρεσιών) παραμένει στην ατομική έφεση του καθενός. Ωστόσο, μόνο ο μαζικά οργανωμένος προσανατολισμός σε νέους σχεδιασμούς μπορούν να δώσουν σε μαζική κλίμακα νέα ανταγωνιστικά προϊόντα που δεν κυκλοφορούν πουθενά. Αντί αυτού εξακολουθεί να βασιλεύει η κακή απομίμηση και η φθηνή δουλειά.

  • Δεν δίνονται ειδικά κίνητρα σε επιχειρήσεις για τη δημιουργία πιστοποιημένων θέσεων καινοτομικών ερευνών και εφαρμογών από νέους επιστήμονες, φοιτητές και ερευνητές.

  • Η στήριξη δικτυώσεων αλληλοϋποστήριξης, ευέλικτης εξειδίκευσης και υψηλού καταμερισμού εργασίας μεταξύ μικρών καινοτομικών επιχειρήσεων για την επίτευξη συλλογικής αλληλοσυμπληρούμενης παραγωγικότητας και τη δημιουργία συλλογικών αξιών, είναι άγνωστη πρακτική για τις κυβερνήσεις και μόνο τα τελευταία χρόνια κάποια προγράμματα ΕΣΠΑ εφαρμόζονται. Όμως αυτό πρέπει να είναι κεντρικός στόχος για τις επιχειρήσεις αν θέλουν να ζουν και να «αναπνέουν» την εθνική και διεθνή αγορά.

 

Υπάρχουν σήμερα προϋποθέσεις για τέτοια στροφή στον επιχειρηματικό προσανατολισμό της Πολιτείας; Φυσικά υπάρχουν και είναι αναγκαίο να γίνει! Αν θα δίναμε έναν τίτλο σε μια τέτοια κρατική στροφή και προτροπή, αυτός είναι: «καινοτομώ, επιχειρώ, βγαίνω από την κρίση».

 

Κριτήριο της επίτευξης αυτού του στόχου είναι η παραγωγή προϊόντων πολύ καλών και πολύ φθηνών. Τόσο φθηνών ώστε να μπορεί να τα αγοράσει ο έλληνας εργαζόμενος καταναλωτής, και η ελληνική επιχείρηση των οποίων η αμοιβή και τα κέρδη αντίστοιχα, κυριολεκτικά κατακρημνίστηκαν στα χρόνια της κρίσης. Αν επιτευχθεί αυτό, το προϊόν είναι πραγματικά ανταγωνιστικό και η επιτυχία στις διεθνείς αγορές είναι βέβαιη.  

 

Εδώ δεν μιλάμε για κάποιες επιχειρήσεις και κάποια προγράμματα τύπου ΕΣΠΑ με τα οποία αποποιείται των ευθυνών της η κάθε κυβέρνηση. Μιλάμε για μια κεντρικά οργανωμένη πολιτική μαζικής «παραγωγής» νέων καινοτόμων και ανταγωνιστικών μικρών επιχειρήσεων, στην οποία εμπλέκονται οι κοινωνικοί εταίροι και κάθε σχετικός δημόσιος, επιστημονικός και εκπαιδευτικός  φορέας.

 

Ο σχηματισμός μιας κρίσιμης μάζας τέτοιων επιχειρήσεως μπορεί να δώσει τεράστια πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και να λειτουργήσει ως ατμομηχανή ανάπτυξης για το σύνολο της οικονομίας.

 

Και μόνο να σκεφτούμε τη φυγή επιστημόνων από τη χώρα γιατί δεν έχουν ούτε ένα κίνητρο ή ένα λόγο να εφαρμόσουν εδώ κάποια ιδέα τους, δείχνει ότι έχουμε το ανθρώπινο υλικό. Λείπουν οι πολιτικές. Αυτό ήταν πάντα το πρόβλημα.

 

Σ.

 

 

 

 

Μοιράσου το στο

Αναζήτηση